Η επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης:  Εξηλεκτρισμός, αποθήκευση και βιώσιμη ανάπτυξη των ΑΠΕ
του Γιάννη Κυανίδη

Η επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης: Εξηλεκτρισμός, αποθήκευση και βιώσιμη ανάπτυξη των ΑΠΕ

12 06 2026 | 07:30

Η ευρωπαϊκή ενεργειακή μετάβαση εισέρχεται πλέον σε μία νέα και πιο απαιτητική φάση. Μετά από μία δεκαετία εντυπωσιακής ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και ιδιαίτερα των φωτοβολταϊκών, το βασικό ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η εγκατάσταση νέας ισχύος, αλλά η δυνατότητα των ενεργειακών συστημάτων να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά και βιώσιμα την παραγόμενη πράσινη ενέργεια.

Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης. Τα τελευταία χρόνια, η χώρα πέτυχε σημαντική πρόοδο στη διείσδυση των ΑΠΕ, συμβάλλοντας τόσο στην επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών κλιματικών στόχων όσο και στη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.

Ωστόσο, η πολύ γρήγορη ανάπτυξη των ΑΠΕ, η οποία δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ανάπτυξη αποθήκευσης, διασυνδέσεων και εξηλεκτρισμού της οικονομίας, ανέδειξε με εμφατικό τρόπο τις νέες προκλήσεις του ενεργειακού συστήματος. Οι αυξανόμενες περικοπές παραγωγής ενέργειας, οι μηδενικές ή ακόμη και αρνητικές τιμές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν πλέον καθημερινή πραγματικότητα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά συνολικά στην Ευρώπη.

Το φαινόμενο αυτό δεν συνιστά αποτυχία της πράσινης μετάβασης. Αντίθετα, αποτελεί ένδειξη ότι η Ευρώπη πέτυχε υψηλά επίπεδα παραγωγής καθαρής ενέργειας και πλέον καλείται να προσαρμόσει το ενεργειακό της μοντέλο στη νέα πραγματικότητα. Η επόμενη μεγάλη πρόκληση για το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα είναι η επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού και η ανάπτυξη υποδομών ευελιξίας και αποθήκευσης. Η φθηνή ηλιακή ενέργεια μπορεί να αποτελέσει τον βασικό πυλώνα ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, αρκεί να υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές που θα επιτρέψουν τη βέλτιστη αξιοποίησή της.

Ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας — στις μεταφορές, στη θέρμανση, στη βιομηχανία και στις ενεργοβόρες δραστηριότητες — αποτελεί πλέον κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της ισορροπίας στο ενεργειακό σύστημα. Όσο μεγαλύτερη είναι η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από καθαρές πηγές, τόσο αποτελεσματικότερα μπορεί να απορροφηθεί η αυξανόμενη παραγωγή από ΑΠΕ. Ο εξηλεκτρισμός και οι τρόποι επιτάχυνσης τους σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Οικονομία ήταν άλλωστε και ο κεντρικός άξονας του European Solar Power Summit 2026. Δυστυχώς, σύμφωνα με τη SolarPower Europe, παρά την αυξημένη φιλοδοξία στις εθνικές πολιτικές, τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ δεν διαθέτουν ακόμη ολοκληρωμένο πλαίσιο δράσεων για τον πλήρη εξηλεκτρισμό. Τα ποσοστά ηλεκτρισμού έχουν «κολλήσει» γύρω στο 23%, ενώ η ΕΕ στοχεύει σε 35% έως το 2030.

Παράλληλα, η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας εξελίσσεται από μία συμπληρωματική τεχνολογία σε ορόσημο και βασικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης, καθώς λύνει το θεμελιώδες πρόβλημα της αστάθειας στις ΑΠΕ και εγγυάται την ενεργειακή αυτονομία και σταθερότητα των δικτύων. Το 2025, η Ευρωπαϊκή Ένωση εγκατέστησε περίπου 27,1 GWh νέων συστημάτων αποθήκευσης, καταγράφοντας νέο ιστορικό ρεκόρ, με τη συνολική λειτουργική χωρητικότητα να αγγίζει τις 77 GWh (SolarPower Europe, 2025). Η δυναμική αυτή συνεχίζεται και το 2026, με την ευρωπαϊκή αγορά αποθήκευσης να διατηρεί ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης και να κινείται σε επίπεδα που προσεγγίζουν τα 30 GWh νέων ετήσιων εγκαταστάσεων. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τα στοιχεία της SolarPower Europe,  η Ευρώπη θα πρέπει να φτάσει περίπου τις 750 GWh αποθηκευτικής ικανότητας έως το 2030, προκειμένου να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες ανάγκες ευελιξίας του ενεργειακού συστήματος.

Επιπλέον, ο συνδυασμός φωτοβολταϊκών και αποθήκευσης μπορεί να μειώσει σημαντικά το συνολικό λειτουργικό κόστος του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος έως το 2030, περιορίζοντας ταυτόχρονα τις περικοπές ενέργειας και τις ακραίες διακυμάνσεις τιμών.

Η ανάγκη αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στην ελληνική αγορά, καθώς το 2026 βρίσκει χιλιάδες φωτοβολταϊκούς παραγωγούς αντιμέτωπους με σημαντικές απώλειες εσόδων λόγω των περικοπών, των μηδενικών και αρνητικών τιμών και της αστάθειας της αγοράς. Η κατάσταση αυτή επηρεάζει κυρίως τους μικρομεσαίους παραγωγούς, οι οποίοι επένδυσαν στην καθαρή ενέργεια με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και στηρίζουν διαχρονικά την αποκεντρωμένη παραγωγή.

Σύμφωνα με σχετική μελέτη του καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Παντελή Μπίσκα για το έτος 2026, το ποσοστό απώλειας  εσόδων για τους Φ/Β Σταθμούς με ΣΕΔΠ θα ανέλθει σε περίπου 42-43%, για το έτος 2027 σε 49-50%, για το έτος 2028 σε περίπου 44%, και για το έτος 2029 σε περίπου 48%, με το μέσο όρο απώλειας εσόδων για την περίοδο 2026-2031 να κυμαίνεται στο 41-42%. Απώλειες εσόδων αυτών των επιπέδων είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα οδηγήσουν σε μία νέα γενιά «κόκκινων δανείων» μέσα στο 2026.

Είναι προφανές ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους παραγωγούς. Αφορά συνολικά τη λειτουργία και τη βιωσιμότητα του ενεργειακού συστήματος. Οι μεγάλες περικοπές πράσινης ενέργειας αλλά και αρνητικών τιμών συνεπάγονται απώλεια πολύτιμων ενεργειακών πόρων, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύουν τα όρια ενός μοντέλου ανάπτυξης που δεν συνοδεύτηκε έγκαιρα από αντίστοιχη ανάπτυξη δικτύων, μονάδων αποθήκευσης, ευέλικτης ζήτησης και εξηλεκτρισμού.

Συνεπώς, η Ελλάδα οφείλει να δει με μεγαλύτερη σοβαρότητα τα ζητήματα αυτά. Η καθυστέρηση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην Αποθήκευση είναι πλέον εμφανής και δημιουργεί εύλογο προβληματισμό στην αγορά. Χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, έχουν ήδη προχωρήσει πιο επιθετικά στην ανάπτυξη έργων αποθήκευσης και στη δημιουργία ευνοϊκότερων πλαισίων για επενδύσεις ευελιξίας. Συγκεκριμένα, η Βουλγαρία το 2025 είχε ήδη 2,5GWh Αποθήκευσης, ενώ βρίσκονται υπό κατασκευή άλλες 10 GWh. Στη Ρουμανία έχουν επίσης υλοποιηθεί μονάδες αποθήκευσης 2GWh και ο σχεδιασμός επιτάσσει η αναλογία Αποθήκευσης προς ΑΠΕ να είναι περίπου 1 προς 3. 

Αντίθετα, στην Ελλάδα, παρά τις συνεχείς επισημάνσεις της αγοράς ήδη από το 2020, η ανάπτυξη της αποθήκευσης προχώρησε με αργούς ρυθμούς, ενώ η διείσδυση νέων φωτοβολταϊκών έργων συνεχίστηκε με πολύ μεγάλη ταχύτητα. 

Παράλληλα, το ποσοστό εξηλεκτρισμού στην Ελλάδα κυμαίνεται σήμερα περίπου στο 23%, ακολουθώντας τον στάσιμο ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αν και η χώρα σημειώνει εξαιρετικές επιδόσεις στην παραγωγή πράσινου ρεύματος, η χρήση του για θέρμανση, μεταφορές και βιομηχανία παραμένει περιορισμένη. Η διατήρηση αυτού του χαμηλού ποσοστού περιορίζει την ικανότητα του συστήματος να απορροφήσει τη συνεχώς αυξανόμενη παραγωγή από ΑΠΕ και εντείνει τις πιέσεις που ήδη παρατηρούνται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα μία σημαντική ευκαιρία. Η γεωγραφική της θέση, το υψηλό ηλιακό δυναμικό και η εμπειρία που έχει αποκτήσει στον τομέα των φωτοβολταϊκών μπορούν να την καταστήσουν πρωταγωνιστή της νέας ενεργειακής εποχής στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Για να επιτευχθεί όμως αυτό, απαιτείται μετάβαση από ένα μοντέλο που εστιάζει κυρίως στην προσθήκη νέων MW σε ένα μοντέλο που δίνει έμφαση στην ευφυΐα και την ευελιξία του συστήματος. Η ανάπτυξη μεγάλων και μικρότερων έργων αποθήκευσης, η ενίσχυση των ηλεκτρικών δικτύων, η προώθηση του εξηλεκτρισμού στη βιομηχανία και στις μεταφορές, καθώς και η αξιοποίηση έξυπνων συστημάτων διαχείρισης της ζήτησης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη νέα φάση της ενεργειακής μετάβασης.

Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να διατηρηθεί ο πολυμετοχικός χαρακτήρας των ΑΠΕ. Οι μικρομεσαίοι παραγωγοί, οι αγρότες, οι ενεργειακές κοινότητες και οι αποκεντρωμένες επενδύσεις αποτέλεσαν βασικό πυλώνα της ελληνικής πράσινης ανάπτυξης και πρέπει να συνεχίσουν να έχουν ενεργό ρόλο και στη νέα εποχή.

Η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι μία στατική διαδικασία, αλλά μία συνεχής προσαρμογή τεχνολογιών, αγορών και υποδομών. Η επιτυχία της δεν θα κριθεί μόνο από την ταχύτητα ανάπτυξης των ΑΠΕ, αλλά κυρίως από την ικανότητα των συστημάτων να μετατρέψουν αυτή την καθαρή ενέργεια σε πραγματική οικονομική και κοινωνική αξία. Η ενεργειακή μετάβαση της επόμενης δεκαετίας δεν θα κριθεί αποκλειστικά από το πόσα νέα Φωτοβολταϊκά ή Αιολικά θα εγκατασταθούν, αλλά από το κατά πόσο η Ευρώπη και η Ελλάδα θα καταφέρουν να δημιουργήσουν ένα ευφυές, ευέλικτο και ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα.

Το 2026 μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής για την ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Με σωστό σχεδιασμό, επενδύσεις σε αποθήκευση και εξηλεκτρισμό και ουσιαστικό διάλογο μεταξύ πολιτείας, διαχειριστών και παραγωγών, η Ελλάδα μπορεί να περάσει με επιτυχία στη νέα εποχή της πράσινης ενέργειας.

Η ΠΟΣΠΗΕΦ θα συνεχίσει να συμβάλλει θεσμικά και τεκμηριωμένα σε αυτή την προσπάθεια, με στόχο μία ενεργειακή μετάβαση βιώσιμη, τεχνολογικά ώριμη και κοινωνικά δίκαιη.
 

Ο κ. Γιάννης Κυανίδης είναι γενικός γραμματέας της ΠΟΣΠΗΕΦ

Το άρθρο περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο GREEK ENERGY 2026 που ετοίμασε για 15η συνεχή χρονιά η ομάδα του energypress 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM