EKT:  Το μάθημα από τις ενεργειακές κρίσεις της δεκαετίας ‘70 - Γιατί ο εξηλεκτρισμός είναι το κλειδί για την προστασία της Ευρώπης

EKT: Το μάθημα από τις ενεργειακές κρίσεις της δεκαετίας ‘70 - Γιατί ο εξηλεκτρισμός είναι το κλειδί για την προστασία της Ευρώπης

EKT:  Το μάθημα από τις ενεργειακές κρίσεις της δεκαετίας ‘70 - Γιατί ο εξηλεκτρισμός είναι το κλειδί για την προστασία της Ευρώπης

Η ενεργειακή μετάβαση δεν αφορά πλέον μόνο την παραγωγή καθαρής ενέργειας. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι ο εξηλεκτρισμός των μεταφορών, της θέρμανσης και της βιομηχανίας, ώστε η Ευρώπη να περιορίσει την έκθεσή της στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Όπως επισημαίνουν σε ανάλυσή τους στο blog της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι αναλυτές της ΕΚΤ, Daniela Arlia και John Hutchinson, η Η Ευρώπη βρίσκεται για ακόμη μία φορά αντιμέτωπη με τις μακροοικονομικές συνέπειες της ενεργειακής της εξάρτησης. Η απότομη αύξηση των τιμών των ορυκτών καυσίμων, οι γεωπολιτικές αναταράξεις και η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές επαναφέρουν ένα πρόβλημα που δεν είναι καινούργιο. Από τη δεκαετία του 1970 και τις πετρελαϊκές κρίσεις έως τη σημερινή ενεργειακή ανασφάλεια, μεγάλο μέρος των πληθωριστικών πιέσεων στην Ευρώπη έχει συνδεθεί με τις έντονες διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου και, πιο πρόσφατα, του φυσικού αερίου.

Το βασικό μάθημα των ‘70s

Ωστόσο, η βασική παρακαταθήκη της δεκαετίας του 1970 δεν είναι μόνο ότι τα ενεργειακά σοκ έχουν υψηλό οικονομικό κόστος. Είναι και ότι μια μεγάλη κρίση μπορεί να αποτελέσει αφετηρία διαρθρωτικών αλλαγών, εφόσον η πολιτική, οι επενδύσεις και η τεχνολογία κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση.

Η Ευρώπη έχει άλλωστε μια τέτοια εμπειρία. Μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970, οι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες περιόρισαν σταδιακά τη συμμετοχή του άνθρακα και του πετρελαίου στο ενεργειακό τους μείγμα. Σε αρκετές χώρες ενισχύθηκε η πυρηνική ενέργεια, ενώ το φυσικό αέριο και, αργότερα, οι ανανεώσιμες πηγές απέκτησαν μεγαλύτερο βάρος.

Σύμφωνα με την ανάλυση της ΕΚΤ, η διαφοροποίηση αυτή είχε ουσιαστική σημασία. Η Ευρώπη δεν ήταν πλέον τόσο εξαρτημένη από μία και μοναδική ενεργειακή πηγή και, κατά συνέπεια, από τις διακυμάνσεις στην τιμή του πετρελαίου. Η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα όμως δεν εξαλείφθηκε. Αντίθετα, παρέμεινε βαθιά ριζωμένη σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας: στις μεταφορές, στη θέρμανση των κτιρίων και σε μεγάλο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής.

Η σημερινή συγκυρία

Στο σημείο έγκειται η διαφορά της σημερινής συγκυρίας.

Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1970, πολλές από τις τεχνολογίες που απαιτούνται για μια βαθύτερη ενεργειακή μετάβαση είναι πλέον διαθέσιμες σε μεγάλη κλίμακα και έχουν καταστεί ολοένα πιο ανταγωνιστικές. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (IRENA), το 91% των νέων έργων ανανεώσιμης ηλεκτροπαραγωγής που τέθηκαν σε λειτουργία το 2024 παρήγαν ενέργεια με χαμηλότερο κόστος από τις αντίστοιχες λύσεις που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα.

Η μετάβαση, επομένως, δεν αποτελεί πλέον μόνο περιβαλλοντική επιταγή, αλλά παράλληλα συνιστά οικονομική επιλογή.

Η μεγάλη αλλαγή στην ηλεκτροπαραγωγή

Η μεγαλύτερη πρόοδος έχει σημειωθεί στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Το μερίδιο των ΑΠΕ στο ευρωπαϊκό ενεργειακό μείγμα έχει αυξηθεί ταχύτατα. Το 2024 παρήγαγαν το 47% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ποσοστό που αποτελεί ιστορικό υψηλό. Σε ορισμένες χώρες, μάλιστα, οι ανανεώσιμες πηγές ξεπέρασαν το 50% της ηλεκτροπαραγωγής.

Πρόκειται για εντυπωσιακή αλλαγή σε σχέση με την εικόνα που παρουσίαζε το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα μόλις πριν από μία δεκαετία.

Η εξέλιξη αυτή έχει και μια σημαντική μακροοικονομική διάσταση. Η αιολική και η ηλιακή ενέργεια δεν απαιτούν την εισαγωγή καυσίμου για τη λειτουργία τους. Μετά την εγκατάσταση των μονάδων παραγωγής, το κόστος τους δεν εξαρτάται από την καθημερινή διακύμανση των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ετσι, όσο αυξάνεται το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών στην ηλεκτροπαραγωγή, τόσο περιορίζεται ένας από τους βασικούς διαύλους μέσω των οποίων οι διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις μεταδίδονται στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Το μεγάλο στοίχημα του εξηλεκτρισμού

Σύμφωνα με τους αναλυτές της ΕΚΤ, η ηλεκτρική ενέργεια εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει μόλις περίπου το 23% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης στην Ευρώπη, ποσοστό που έχει παραμείνει σε γενικές γραμμές αμετάβλητο την τελευταία δεκαετία.

Με άλλα λόγια, η Ευρώπη παράγει ολοένα καθαρότερη ηλεκτρική ενέργεια, αλλά μεγάλο μέρος της οικονομίας εξακολουθεί να λειτουργεί με πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στις μεταφορές. Τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη βενζίνη και το πετρέλαιο ντίζελ. Στη θέρμανση, εκατομμύρια κατοικίες εξακολουθούν να χρησιμοποιούν φυσικό αέριο και άλλα ορυκτά καύσιμα. Και στη βιομηχανία, πολλές παραγωγικές διαδικασίες παραμένουν εξαρτημένες από άνθρακα, πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Κατά συνέπεια, η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο με περισσότερα φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες. Χρειάζεται παράλληλα να αλλάξει και η πλευρά της ζήτησης.

Ο στόχος του εξηλεκτρισμού

Ο στόχος είναι ο εξηλεκτρισμός να επεκταθεί στην οικονομία, με ενδεικτική επιδίωξη η ηλεκτρική ενέργεια να καλύπτει το 46% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης έως το 2040.

Αυτό σημαίνει περισσότερα ηλεκτρικά οχήματα, αντλίες θερμότητας, ηλεκτρικές βιομηχανικές διεργασίες και, όπου είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό, αντικατάσταση της άμεσης χρήσης ορυκτών καυσίμων από ηλεκτρική ενέργεια.

Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται σημαντική ενίσχυση των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, επενδύσεις σε συστήματα αποθήκευσης και μεγαλύτερη διασύνδεση των ευρωπαϊκών αγορών. Η παραγωγή από τον ήλιο και τον άνεμο παρουσιάζει διακυμάνσεις, γεγονός που καθιστά αναγκαία ένα πιο ευέλικτο σύστημα, ικανό να μεταφέρει και να αποθηκεύει ενέργεια όταν υπάρχει πλεόνασμα και να την παρέχει όταν η ζήτηση αυξάνεται.

 

Η ενεργειακή εξάρτηση και ο πληθωρισμός

Η συζήτηση δεν αφορά μόνο το κλίμα ή την ενεργειακή πολιτική. Αφορά και τη νομισματική σταθερότητα.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση δαπάνησε 336,7 δισ. ευρώ για εισαγόμενα ενεργειακά προϊόντα το 2025, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν προσθέσει νέες πιέσεις στις αγορές ορυκτών καυσίμων. Κάθε σημαντική αύξηση της τιμής του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου μπορεί να μετατραπεί σε υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας, ακριβότερες μεταφορές και αυξημένο κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις.

Για τις κεντρικές τράπεζες, τα ενεργειακά σοκ αποτελούν ιδιαίτερη πρόκληση. Η νομισματική πολιτική μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση και να αποτρέψει τη μετατροπή μιας προσωρινής αύξησης των τιμών σε επίμονο πληθωρισμό. Δεν μπορεί όμως να αυξήσει την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου ή φυσικού αερίου ούτε να αντιμετωπίσει άμεσα μια γεωπολιτική κρίση.

Ενα ενεργειακό σοκ μπορεί επίσης να μεταδοθεί σε ολόκληρη την οικονομία. Οι επιχειρήσεις αυξάνουν τις τιμές τους για να αντισταθμίσουν το κόστος, οι εργαζόμενοι ζητούν υψηλότερους μισθούς και οι πληθωριστικές προσδοκίες ενδέχεται να ενισχυθούν.

Οσο μικρότερη είναι η εξάρτηση από τα εισαγόμενα και ευμετάβλητα ορυκτά καύσιμα, τόσο λιγότερο συχνά θα βρίσκεται η νομισματική πολιτική αντιμέτωπη με τέτοιου είδους εξωγενείς πληθωριστικές διαταραχές.

Το μάθημα της δεκαετίας του 1970

Η εμπειρία της δεκαετίας του 1970 δείχνει ότι οι κρίσεις μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για μια διαφορετική οικονομική πορεία. Η τότε απάντηση δεν περιορίστηκε σε μέτρα άμεσης ανακούφισης. Περιλάμβανε τη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων, την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας, τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και τη δημιουργία νέων θεσμών.

Το αντίστοιχο εγχείρημα σήμερα είναι ο βαθύτερος εξηλεκτρισμός της οικονομίας.

Αυτό απαιτεί επενδύσεις, χρόνο και σταθερότητα πολιτικής. Απαιτεί επίσης να αποφευχθεί η παγίδα της αντιμετώπισης κάθε ενεργειακής κρίσης αποκλειστικά με επιδοτήσεις και προσωρινά μέτρα. Η προστασία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων μπορεί να είναι αναγκαία σε περιόδους έντονης αναταραχής, δεν αντιμετωπίζει όμως την πηγή της ευπάθειας.

Η πραγματική απάντηση βρίσκεται στην αλλαγή της ίδιας της ενεργειακής δομής της οικονομίας. Η Ευρώπη έχει ήδη κάνει το πρώτο μεγάλο βήμα, αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο παράγει ηλεκτρική ενέργεια. Το επόμενο είναι να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο τη χρησιμοποιεί.

Εάν αυτό επιτευχθεί, τα οφέλη δεν θα περιοριστούν στη μείωση των εκπομπών. Μια περισσότερο εξηλεκτρισμένη οικονομία θα είναι λιγότερο ευάλωτη στις διεθνείς τιμές των καυσίμων, πιο ανθεκτική στις γεωπολιτικές αναταράξεις και, ενδεχομένως, λιγότερο εκτεθειμένη σε επίμονα πληθωριστικά σοκ.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM