Το EU Buyers’ Club και η νέα ευρωπαϊκή αγορά απομάκρυνσης άνθρακα - Μία στρατηγική ευκαιρία για τη βιομάζα, τον βιοάνθρακα και τη βιοοικονομία στην Ελλάδα
Η ευρωπαϊκή ενεργειακή και κλιματική πολιτική εισέρχεται σταδιακά σε μία νέα φάση, όπου η μετάβαση προς την κλιματική ουδετερότητα δεν αφορά πλέον μόνο τη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, αλλά και την ανάπτυξη νέων μηχανισμών απομάκρυνσης και μόνιμης αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα.
Η μετάβαση αυτή δεν αφορά μόνο νέες τεχνολογίες, αλλά και τη διαμόρφωση νέων αγορών, χρηματοδοτικών εργαλείων και μηχανισμών πιστοποίησης που θα επιτρέψουν την ανάπτυξη έργων απομάκρυνσης άνθρακα (carbon dioxide removals - CDR) σε εμπορική κλίμακα, δημιουργώντας ένα νέο πεδίο οικονομικής δραστηριότητας, επενδύσεων και καινοτομίας, με σημαντικές προοπτικές και για την Ελλάδα. Καθώς οι περισσότερες εφαρμογές carbon removals παραμένουν ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, η δημιουργία αξιόπιστης ζήτησης και προβλέψιμων μηχανισμών εσόδων θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για την προσέλκυση επενδύσεων.
Η ευρωπαϊκή προσπάθεια δημιουργίας αγοράς carbon removals
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η υπό διαμόρφωση πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την ονομασία EU Buyers’ Club, η οποία φιλοδοξεί να αποτελέσει βασικό μηχανισμό κινητοποίησης ιδιωτικής ζήτησης για έργα απομάκρυνσης άνθρακα και ανθρακοδεσμευτικής γεωργίας στην Ευρώπη. Η πρωτοβουλία αυτή συνδέεται άμεσα με το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο πιστοποίησης απομακρύνσεων άνθρακα, το Carbon Removals and Carbon Farming Certification Framework (CRCF), το οποίο θεσπίζει για πρώτη φορά ενιαίους κανόνες για την πιστοποίηση έργων απομάκρυνσης άνθρακα, ανθρακοδεσμευτικής γεωργίας και αποθήκευσης άνθρακα σε προϊόντα βιογενούς προέλευσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι χωρίς αξιόπιστη πιστοποίηση δεν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη αγορά. Ταυτόχρονα όμως αναγνωρίζει και κάτι εξίσου κρίσιμο: χωρίς προβλέψιμη ζήτηση και σταθερά έσοδα, τα περισσότερα έργα carbon removal δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν και να αναπτυχθούν σε μεγάλη κλίμακα. Ακριβώς εδώ έρχεται να παρέμβει το EU Buyers’ Club, επιδιώκοντας να συγκεντρώσει ζήτηση από επιχειρήσεις και οργανισμούς που επιθυμούν να χρηματοδοτήσουν πιστοποιημένες απομακρύνσεις άνθρακα υψηλής ακεραιότητας.
Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να δημιουργηθεί μία πιο σταθερή και προβλέψιμη αγορά για έργα carbon removal, προσφέροντας στους επενδυτές και στους αναπτυξιακούς φορείς μεγαλύτερη ασφάλεια ως προς τα μελλοντικά έσοδα των έργων τους. Η προσέγγιση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για εφαρμογές που απαιτούν σημαντικές αρχικές επενδύσεις και ταυτόχρονα βασίζονται σε νέες ή αναδυόμενες αγορές περιβαλλοντικής αξίας.
Η ελληνική διάσταση και το αναξιοποίητο δυναμικό βιομάζας
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η χώρα διαθέτει σημαντικό – αλλά ακόμη σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο – δυναμικό υπολειμματικής βιομάζας από δασικά υπολείμματα, κλαδέματα δενδροκαλλιεργειών, γεωργικά υπολείμματα, καθώς και οργανικά ρεύματα της αγροδιατροφικής αλυσίδας και της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Το ενδιαφέρον είναι ότι στην ελληνική πραγματικότητα ενδέχεται να αναπτυχθούν παράλληλα δύο συμπληρωματικές διαδρομές - πυλώνες βιογενών απομακρύνσεων άνθρακα, οι οποίες συνδέονται τόσο με την περιφερειακή ανάπτυξη όσο και με τη βιομηχανική απανθρακοποίηση μεγάλης κλίμακας.
Πυλώνας Α – Biochar Carbon Removal (BCR)
Ο πρώτος πυλώνας αφορά αποκεντρωμένες εφαρμογές Βιοάνθρακα / Biochar Carbon Removal (BCR), με ισχυρή σύνδεση με τη γεωργία, τη δασική βιομάζα, τους δήμους, το carbon farming και γενικότερα τη βιώσιμη αξιοποίηση οργανικών ρευμάτων.
Η προσέγγιση αυτή βασίζεται κυρίως στην πυρόλυση βιομάζας, στην παραγωγή biochar και στην εφαρμογή του στο έδαφος ως μέσο μακροχρόνιας αποθήκευσης σταθερού άνθρακα. Στο οικοσύστημα αυτό μπορούν να συμμετέχουν εταιρείες και κατασκευαστές τεχνολογιών πυρόλυσης, αγροτικοί και δασικοί φορείς, δήμοι, εταιρείες biochar, ερευνητικά ιδρύματα, startups, καθώς και project developers που δραστηριοποιούνται στον χώρο των carbon removals.
Το biochar θεωρείται σήμερα μία από τις πλέον ώριμες και άμεσα εφαρμόσιμες τεχνολογίες carbon removal στην Ευρώπη, καθώς συνδυάζει αξιοποίηση υπολειμματικής βιομάζας, παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας, βελτίωση εδαφών, ενίσχυση της ανθεκτικότητας της γεωργίας, αλλά και μακροχρόνια αποθήκευση άνθρακα.
Η αναφορά του ΕΣΕΚ στο biochar
Στο νέο ΕΣΕΚ (2024) αναφέρεται ότι θα εξεταστεί η ενδεχόμενη αύξηση του δυναμικού δέσμευσης και αποθήκευσης CO₂ μέσω του βιοάνθρακα (biochar), ο οποίος προέρχεται από τη θερμοχημική μετατροπή οργανικής ύλης υπό συνθήκες απουσίας ή περιορισμένης παρουσίας οξυγόνου. Βάσει του ανεκμετάλλευτου δυναμικού της χώρας, η αναξιοποίητη στερεή βιομάζα στην Ελλάδα μπορεί να αποδώσει ετήσια παραγωγή βιοάνθρακα της τάξεως του ενός εκατομμυρίου τόνων, οδηγώντας σε δέσμευση CO₂ περίπου 2,5 εκατομμυρίων τόνων ετησίως έως το 2050.
Η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη, καθώς αποτυπώνει για πρώτη φορά σε επίπεδο εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού τον πιθανό ρόλο του biochar και των βιογενών απομακρύνσεων άνθρακα στην επίτευξη των μακροπρόθεσμων στόχων κλιματικής ουδετερότητας της χώρας.
Βιομάζα, πολιτική προστασία και περιφερειακή ανθεκτικότητα
Παράλληλα, η βιώσιμη κινητοποίηση αυτής της βιομάζας μπορεί να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου δασικών πυρκαγιών, στην απομάκρυνση συσσωρευμένης καύσιμης ύλης, στη βελτίωση της διαχείρισης αγροτικών και δασικών υπολειμμάτων και στη δημιουργία νέων περιφερειακών αλυσίδων αξίας στη βιοοικονομία.
Η διάσταση αυτή αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία υπό το πρίσμα της κλιματικής κρίσης και της αυξανόμενης συχνότητας ακραίων πυρκαγιών στη Μεσόγειο. Η αξιοποίηση υπολειμματικής βιομάζας δεν αφορά πλέον αποκλειστικά ενεργειακούς ή περιβαλλοντικούς στόχους, αλλά συνδέεται ευθέως και με ζητήματα πολιτικής προστασίας, ανθεκτικότητας τοπίων και πρόληψης φυσικών καταστροφών.
Στο νέο αυτό περιβάλλον αποκτούν ιδιαίτερη σημασία αποκεντρωμένες υποδομές συγκέντρωσης, κινητοποίησης και προκατεργασίας βιομάζας, όπως η πρόταση των «Πράσινων Σημείων Βιομάζας» που διαχρονικά υποστηρίζει η ΕΛΕΑΒΙΟΜ. Τέτοιες δομές μπορούν να λειτουργήσουν όχι μόνο ως γέφυρες ενεργοποίησης αναξιοποίητου δυναμικού βιομάζας και τροφοδοσίας εφαρμογών biochar και βιοενέργειας, αλλά και ως εργαλείο πολιτικής προστασίας, συμβάλλοντας οργανωμένα στην απομάκρυνση καύσιμης ύλης από δασικά και αγροτικά οικοσυστήματα και στη μείωση του κινδύνου εξάπλωσης καταστροφικών πυρκαγιών.
Κατά μία έννοια, το BCR μπορεί να λειτουργήσει ως μία νέα μορφή «αποκεντρωμένης κλιματικής υποδομής», με ισχυρή κοινωνική και περιφερειακή διάχυση, συνδέοντας την αγροτική οικονομία, τη δασική διαχείριση, την κυκλική οικονομία, την πολιτική προστασία και τη νέα αγορά πιστοποιημένων απομακρύνσεων άνθρακα.
Πυλώνας Β – Industrial Bio-CCS
Ο δεύτερος πυλώνας αφορά εφαρμογές Industrial Bio-CCS, δηλαδή τη σύνδεση βιογενών ροών άνθρακα με μεγάλης κλίμακας εφαρμογές δέσμευσης και μόνιμης γεωλογικής αποθήκευσης CO₂.
Η συγκεκριμένη διαδρομή συνδέεται κυρίως με τσιμεντοβιομηχανίες, βιομηχανικές εφαρμογές CCS, biomass co-processing, ενεργειακούς ομίλους, industrial CCS developers, καθώς και φορείς ανάπτυξης υποδομών μεταφοράς και αποθήκευσης CO₂.
Η σύνδεση με τα έργα CCS στην Ελλάδα
Η δυναμική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μία περίοδο όπου μεγάλοι βιομηχανικοί όμιλοι στην Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης προωθούν ήδη σημαντικά έργα CCS, δημιουργώντας σταδιακά τις προϋποθέσεις ανάπτυξης μίας νέας αλυσίδας αξίας γύρω από τη μόνιμη αποθήκευση CO₂.
Η Ελλάδα εισέρχεται ήδη σε μία νέα περίοδο ανάπτυξης έργων Carbon Capture and Storage (CCS), με σημαντικές πρωτοβουλίες από μεγάλες βιομηχανίες και ιδιαίτερα από τον κλάδο της τσιμεντοβιομηχανίας. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυνατότητα αξιοποίησης βιογενούς κλάσματος καυσίμων ή βιομάζας σε συνδυασμό με υποδομές CCS, δημιουργώντας προϋποθέσεις για μόνιμες αρνητικές εκπομπές μεγάλης κλίμακας.
Η προσέγγιση αυτή αποκτά στρατηγική σημασία, καθώς επιτρέπει τη σύνδεση της βιοενέργειας, της βιομηχανικής απανθρακοποίησης, των νέων υποδομών CCS και των εθνικών στόχων Net Zero.
Κατά μία έννοια, το Industrial Bio-CCS μπορεί να λειτουργήσει ως «στρατηγική βιομηχανική υποδομή απανθρακοποίησης», συμπληρωματικά προς τις αποκεντρωμένες εφαρμογές BCR. Οι δύο αυτοί πυλώνες δεν είναι ανταγωνιστικοί, αλλά δυνητικά αλληλοσυμπληρούμενοι:
- το BCR μπορεί να προσφέρει περιφερειακή διάχυση, ενεργοποίηση τοπικών αλυσίδων αξίας και σύνδεση με τον αγροτικό χώρο,
- ενώ το Bio-CCS μπορεί να συνδεθεί με μεγάλες βιομηχανικές επενδύσεις και υποδομές μόνιμης αποθήκευσης CO₂.
RED III και αλυσιδωτή χρήση βιομάζας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η πρόσφατη ενσωμάτωση της οδηγίας RED III στην ελληνική νομοθεσία (Ν. 5299/2026), μέσω της οποίας ενισχύεται η έννοια της αλυσιδωτής χρήσης βιομάζας (cascading use), δηλαδή της ιεραρχικής αξιοποίησής της σε εφαρμογές υψηλότερης προστιθέμενης αξίας πριν από την απλή ενεργειακή χρήση και περιορίζεται η χορήγηση στήριξης σε έργα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από δασική βιομάζα σε εγκαταστάσεις αποκλειστικής ηλεκτροπαραγωγής, εκτός εάν η εν λόγω ηλεκτρική ενέργεια παράγεται μέσω συλλογής και αποθήκευσης CO2 βιομάζας. Το νέο αυτό ευρωπαϊκό πλαίσιο ενδέχεται να λειτουργήσει καταλυτικά για εφαρμογές biochar, carbon removals και γενικότερα για νέες προσεγγίσεις αξιοποίησης βιομάζας στην Ελλάδα.
Βεβαίως, η ανάπτυξη της αγοράς carbon removals συνοδεύεται και από σημαντικές προκλήσεις που σχετίζονται με τη διασφάλιση υψηλής περιβαλλοντικής ακεραιότητας, την αξιόπιστη πιστοποίηση και παρακολούθηση απομακρύνσεων άνθρακα, καθώς και τη συμπληρωματική – και όχι υποκατάστατη – λειτουργία τους σε σχέση με τη μείωση εκπομπών.
Για παράδειγμα, είναι κρίσιμο να μπορεί να αποδεικνύεται με αξιόπιστο τρόπο πόσο CO₂ πραγματικά αποθηκεύεται και για πόσο χρονικό διάστημα, είτε πρόκειται για εφαρμογές biochar στο έδαφος είτε για μόνιμη γεωλογική αποθήκευση CO₂ μέσω CCS. Αντίστοιχα, οι απομακρύνσεις άνθρακα δεν θα πρέπει να λειτουργούν ως «άλλοθι» ώστε μία επιχείρηση να συνεχίζει ανεξέλεγκτα τις εκπομπές της, αλλά ως συμπληρωματικό εργαλείο παράλληλα με τη μείωση εκπομπών και τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας.
Μία νέα αγορά αρνητικών εκπομπών
Είναι πλέον σαφές ότι η Ευρώπη επιχειρεί να οικοδομήσει μία νέα αγορά αρνητικών εκπομπών με ισχυρό θεσμικό υπόβαθρο, αυξημένες απαιτήσεις αξιοπιστίας και ολοένα μεγαλύτερη σύνδεση με τη βιοοικονομία, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη βιομηχανική απανθρακοποίηση. Η έγκαιρη τοποθέτηση της ελληνικής βιοενεργειακής, αγροτικής και δασικής αλυσίδας αξίας σε αυτή τη νέα πραγματικότητα μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές αναπτυξιακές ευκαιρίες για τη χώρα, συμβάλλοντας ταυτόχρονα:
- στην ενεργειακή μετάβαση,
- στην ενίσχυση της περιφερειακής ανθεκτικότητας,
- στην προστασία δασικών οικοσυστημάτων,
- στη διαμόρφωση μίας νέας ελληνικής βιοοικονομίας χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΛΕΑΒΙΟΜ θεωρεί ότι η Ελλάδα διαθέτει τις προϋποθέσεις ώστε να αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο στη διαμορφούμενη ευρωπαϊκή αγορά carbon removals, αξιοποιώντας το σημαντικό δυναμικό υπολειμματικής βιομάζας, τη γεωργική και δασική της βάση, αλλά και τη σταδιακή ανάπτυξη νέων υποδομών βιοενέργειας και CCS. Η δημιουργία συνεργειών μεταξύ αγροτικού τομέα, τοπικής αυτοδιοίκησης, βιομηχανίας, ερευνητικών φορέων και ενεργειακών επιχειρήσεων μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για την ανάπτυξη αξιόπιστων εφαρμογών βιογενών απομακρύνσεων άνθρακα στη χώρα μας.
Η αξιοποίηση της βιομάζας δεν αποτελεί πλέον μόνο μία ενεργειακή επιλογή. Αναδεικνύεται σταδιακά σε κρίσιμο εργαλείο ανθεκτικότητας, κλιματικής πολιτικής και νέας παραγωγικής ανασυγκρότησης για την ελληνική περιφέρεια, συνδέοντας την πρόληψη πυρκαγιών, την κυκλική οικονομία, τη βιώσιμη διαχείριση φυσικών πόρων και τη νέα οικονομία αρνητικών εκπομπών. Σε μία περίοδο όπου η Ευρώπη αναζητά αξιόπιστες λύσεις για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας, η βιώσιμη αξιοποίηση της βιομάζας μπορεί να αποτελέσει για την Ελλάδα όχι μόνο περιβαλλοντική αναγκαιότητα, αλλά και στρατηγική αναπτυξιακή ευκαιρία για τις επόμενες δεκαετίες.
___________
Ο Νίκος Δαμάτης είναι Διπλ. Μηχανικός Παραγωγής & Διοίκησης και Γεν. Γραμματέας Δ.Σ. της Ελληνικής Εταιρείας Ανάπτυξης Βιομάζας (ΕΛ.Ε.Α.ΒΙΟΜ.).
To άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2026 που εξέδωσε για 15η συνεχή χρονιά η ομάδα του energypress.

