Αναθεώρηση του ΣΕΔΕ: το δίλημμα δεν είναι κλίμα ή ανταγωνιστικότητα
Στις 17 Ιουλίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την πρότασή της για την αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ), που αποτελεί τη «ναυαρχίδα» της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής, καθώς από το 2028 θα καλύπτει περίπου τα 3/4 των συνολικών εκπομπών της ΕΕ. Η πρόταση αυτή διαφυλάσσει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας ευθυγραμμιζόμενη με το στόχο για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 90% το 2040 σε σχέση με το 1990.
Παρόλα αυτά, ενόψει της αναθεώρησης, ο δημόσιος διάλογος των τελευταίων μηνών κατακλύστηκε από φωνές διαφορετικής προέλευσης που ζητούσαν χαλάρωση, αναβολή ή ακόμη και αναστολή του συστήματος -όπως η Ιταλική κυβέρνηση- στο όνομα της ανταγωνιστικότητας. Η ελληνική κυβέρνηση συγκαταλέγεται μεταξύ των Κρατών-Μελών που ζητούν τη χαλάρωση του ΣΕΔΕ, συμμετέχοντας σε μία κοινή πρωτοβουλία με την Ιταλία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία, την Κύπρο, την Τσεχία, την Εσθονία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία, ζητώντας μεταξύ άλλων την παροχή περισσότερων δωρεάν δικαιωμάτων για τη βιομηχανία. Ωστόσο, η Ισπανία, η Δανία, η Φινλανδία, το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, η Πορτογαλία και η Σουηδία κινούνται συντονισμένα στην αντίθετη κατεύθυνση, καλώντας στη διαφύλαξη του ΣΕΔΕ και την ευθυγράμμιση του με τους κλιματικούς στόχους της Ένωσης.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στη βιομηχανία. Ενώ δίνεται η εντύπωση ότι ζητά ομόφωνα αποδυνάμωση του ΣΕΔΕ και χαμηλότερες τιμές δικαιωμάτων εκπομπών άνθρακα, στην πραγματικότητα, η αντίθεση αυτή δεν είναι συνολική, αλλά προέρχεται κυρίως από το τμήμα εκείνο της βιομηχανίας που παραμένει προσηλωμένο σε τεχνολογίες παραγωγής υψηλής έντασης άνθρακα. Για πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η χαμηλότερη τιμή άνθρακα αλλά και η μεγαλύτερη δυνατή παράταση του μέτρου των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών, τα οποία όμως μειώνονται σταδιακά από φέτος. Κάποιες επιχειρήσεις αποκόμιζαν έσοδα πουλώντας στην αγορά το πλεόνασμα δωρεάν δικαιωμάτων που δεν χρησιμοποιούσαν, ενώ άλλες επιδιώκουν να αποφύγουν την πλήρη επιβάρυνση με το κόστος των εκπομπών τους.
Υπάρχει όμως και ένα σημαντικό τμήμα της βιομηχανίας που ζητά ακριβώς το αντίθετο. Έξι ευρωπαϊκές χαλυβουργίες (Outokumpu, SSAB, Salzgitter, Saarstahl, Dillinger και Stahl-Holding-Saar), οι οποίες έχουν δεσμευτεί αθροιστικά για επενδύσεις άνω των 10 δισ. ευρώ σε τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών, ζητούν επιτακτικά τη διατήρηση υγιών επιπέδων τιμών άνθρακα, ώστε να στηριχθούν οι επενδύσεις απανθρακοποίησης που δρομολογούν. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και μία πρόσφατη ανοιχτή επιστολή 100 μεγάλων ευρωπαϊκών βιομηχανιών που ζητά την διαφύλαξη του ΣΕΔΕ προκειμένου να διατηρηθεί το κίνητρο για επενδύσεις απανθρακοποίησης της βιομηχανίας.
Συνεπώς, δεν υπάρχει μία ενιαία φωνή της βιομηχανίας απέναντι στο ΣΕΔΕ. Υπάρχουν επιχειρήσεις που πιέζουν για χαλάρωσή του, αλλά και επιχειρήσεις που έχουν ήδη επενδύσει σε τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών προκειμένου να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους και ζητούν σταθερότητα, ακριβώς επειδή οι χαμηλότερες τιμές άνθρακα υπονομεύουν τις δικές τους επενδύσεις. Η αναθεώρηση που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κινείται, σε γενικές γραμμές, προς αυτή την κατεύθυνση, επιχειρώντας να συνδέσει στενότερα τους μηχανισμούς του ΣΕΔΕ με τις επενδύσεις στην απανθρακοποίηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Συγκεκριμένα, η πρόταση συνδέει τη χορήγηση του 80% των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών με την εκπόνηση συγκεκριμένων πλάνων απανθρακοποίησης και την απόδοση του υπόλοιπου 20% με την υλοποίησή τους.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο για τη δημόσια συζήτηση προέρχεται από μια έρευνα κοινής γνώμης της YouGov σε έξι χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Ολλανδία, Πολωνία). Η έρευνα δείχνει ότι η κοινωνία υποστηρίζει σε μεγάλο βαθμό τις βασικές αρχές του ΣΕΔΕ με το 59% των συμμετεχόντων να υποστηρίζει πως η βαριά βιομηχανία πρέπει να πληρώνει για τις εκπομπές της και το 72% να θεωρεί ότι οι μεγαλύτεροι ρυπαντές πρέπει να επιβαρύνονται περισσότερο από τους υπόλοιπους. Η στήριξη αυτή διαπερνά ακόμα και ψηφοφόρους κομμάτων που έχουν ζητήσει την αποδυνάμωση του ΣΕΔΕ, όπως στην Ιταλία, όπου το 71% των ψηφοφόρων των Fratelli d'Italia, του κόμματος της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι, συμφωνεί με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».
Η συζήτηση για την πρόταση αναθεώρησης του ΣΕΔΕ διεξάγεται εξάλλου σε μία περίοδο κατά την οποία η Δυτική Ευρώπη βίωσε δύο διαδοχικά, πρωτοφανή κύματα καύσωνα, με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας να καταγράφει πάνω από 1,300 επιπλέον θανάτους που σχετίζονται με το φαινόμενο από τις 21 Ιουνίου και μετά. Η αποδυνάμωση ενός από τους ελάχιστους αποδεδειγμένα λειτουργικούς μηχανισμούς μείωσης εκπομπών που διαθέτει σήμερα η Ευρώπη θα είχε συνεπώς πολλαπλές επιπτώσεις: στην ανταγωνιστικότητα, στο κλίμα, στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της Ένωσης, αλλά και άμεσο κόστος σε ανθρώπινες ζωές.
Στο πλαίσιο αυτό, η επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050 προϋποθέτει τη διασφάλιση ότι όλα τα έσοδα από το ΣΕΔΕ θα κατευθύνονται σε δράσεις που συμβάλλουν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, συμπεριλαμβανομένης της απανθρακοποίησης της ίδιας της βιομηχανίας. Συνεπώς, δεν αρκεί η πλειονότητα των δωρεάν δικαιωμάτων να συνδέεται απλώς με την εκπόνηση πλάνων απανθρακοποίησης αλλά θα πρέπει το σύνολό τους να συνδέεται με την υλοποίηση συγκεκριμένων επενδύσεων απανθρακοποίησης, όπως ο εξηλεκτρισμός, το πράσινο υδρογόνο και η ενεργειακή αποδοτικότητα. H σχεδιαζόμενη Τράπεζα Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης (Industrial Decarbonisation Fund), ύψους 100 δισ. ευρώ, συμβάλει θετικά στην εξεύρεση των πόρων για την υλοποίηση αυτών των επενδύσεων. Ωστόσο, οι επενδύσεις αυτές μπορούν να στηριχθούν από την δημιουργία επαρκούς και σταθερής ζήτησης για τα προϊόντα χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος, όπου ο δημόσιος τομέας, μέσω των πράσινων δημόσιων συμβάσεων, μπορεί να διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο.
Στάυρος Γεννίτσαρης, Συνεργάτης Βιομηχανικής Πολιτικής, The Green Tank