Τι συμβαίνει με τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας στη Βουλγαρία;
Τις τελευταίες μέρες έχουν δει το φως της δημοσιότητας πολλά άρθρα και τοποθετήσεις σχετικά με τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας προς τη Βουλγαρία. Ο βασικός ισχυρισμός είναι ότι η Ελλάδα εξάγει ηλεκτρική ενέργεια από ΑΠΕ κατά τις μεσημεριανές ώρες όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά είναι στο κατακόρυφο και η τιμή στη χονδρεμπορική αγορά της Ελλάδας είναι πολύ χαμηλή, ενώ στη συνέχεια η Βουλγαρία αποθηκεύει μέρος της εισαγόμενης από την Ελλάδα ενέργειας, αξιοποιώντας την αυξημένη αποθηκευτική ισχύ της, και την πουλάει ακριβότερα στην Ελλάδα το βράδυ.
Καταρχάς είναι δικαιολογημένο το ενδιαφέρον για τη Βουλγαρία καθώς, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα του ΑΔΜΗΕ, αποτελεί με διαφορά τον βασικό αποδέκτη της εξαγόμενης από την Ελλάδα ηλεκτρικής ενέργειας. Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο τετράμηνο του 2026 το ισοζύγιο των προγραμμάτων διασυνοριακού εμπορίου ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας είχε εξαγωγικό πρόσημο με συνολικές καθαρές εξαγωγές περισσότερο από 3.5 TWh, εκ των οποίων οι καθαρές εξαγωγές προς τη Βουλγαρία άγγιξε τις 2.1 ΤWh (~60%), ενώ στη δεύτερη και τρίτη θέση βρέθηκαν οι καθαρές εξαγωγές προς τη Β. Μακεδονία και την Ιταλία με 1 TWh και 0.84 TWh, αντίστοιχα. Επίσης δικαιολογημένο είναι το ενδιαφέρον για τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας γενικότερα, καθώς μόνο μέσα στο πρώτο τετράμηνο του 2026, οι συνολικές καθαρές εξαγωγές ξεπέρασαν αυτές ολόκληρου του 2025 (~3 ΤWh).
Η Ελλάδα εξάγει στη Βουλγαρία ΑΠΕ αλλά και πολλή ενέργεια από ορυκτό αέριο
Ωστόσο τα ωριαία δεδομένα του ENTSO-e αναδεικνύουν μια διαφορετική εικόνα από αυτή των άρθρων και πολλών δημοσίων τοποθετήσεων. Καταρχάς, το πρώτο εξάμηνο του 2026 (έως 27 Ιουνίου) η Ελλάδα ήταν καθαρά εξαγωγική προς τη Βουλγαρία για 3,601 ώρες, δηλαδή για το 84% του συνόλου των ωρών.
Όπως μάλιστα φαίνεται στο Διάγραμμα 1, το καθαρά εξαγωγικό πρόσημο προς τη Βουλγαρία διατηρείται κατά μέσο όρο σχεδόν σταθερό και τις 24 ώρες της ημέρας με μέγιστο 402 MW (23:00-00:00) και ελάχιστο 325 ΜW (1.00-2.00). Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι περισσότερες καθαρές εξαγωγές λαμβάνουν χώρα στο τρίωρο 21:00-00:00 όταν φτάνουν κατά μέσο όρο στα 398 MW, και όχι τις μεσημεριανές ώρες (12:00-15:00) -όταν δηλαδή κορυφώνεται η παραγωγή από φωτοβολταϊκά, όπου είναι ελαφρώς χαμηλότερες (~386 MW).
Συνεπώς, η Βουλγαρία δεν εισάγει από την Ελλάδα μόνο το μεσημέρι που είναι φθηνή η ενέργεια, αλλά όλες τις ώρες της ημέρας. Επίσης δεν εξάγει στην Ελλάδα το βράδυ, αφού και τότε οι εξαγωγές της Ελλάδας ξεπερνούν κατά πολύ τις εισαγωγές από τη Βουλγαρία.
Επιπλέον, στο ίδιο διάγραμμα παρουσιάζεται η μέση ωριαία παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από όλες τις τεχνολογίες από όπου γίνεται σαφές ότι η Ελλάδα δεν εξάγει μόνο ΑΠΕ στη Βουλγαρία αλλά και πολλή ηλεκτρική ενέργεια η οποία παράγεται από ορυκτό αέριο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 21.00-22.00 που οι καθαρές εξαγωγές προς τη Βουλγαρία φτάνουν τα 400 ΜW, οι μονάδες ορυκτού αερίου παράγουν κατά μέσο όρο 3,423 MW που αντιστοιχεί σε μερίδιο 49.4% στη συνολική ηλεκτροπαραγωγή, περισσότερο δηλαδή από τα αιολικά (1,557 MW) και τα υδροηλεκτρικά (1,599 ΜW) μαζί. Αναλύοντας μάλιστα περαιτέρω τα ωριαία δεδομένα του ENTSO-E φαίνεται ότι κατά τις 3,601 ώρες που οι εξαγωγές της Ελλάδας προς τη Βουλγαρία ξεπερνούν τις εισαγωγές, το μέσο -σταθμισμένο με την καθαρά εξαγόμενη ενέργεια προς τη Βουλγαρία- μερίδιο ορυκτού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή είναι 37.4%, μεγαλύτερο δηλαδή από αυτό των αιολικών, των φωτοβολταϊκών, των υδροηλεκτρικών και του λιγνίτη, που ήταν αντίστοιχα 24.8%, 17.7%, 15.1% και 5.1% (Διάγραμμα 2).
Επομένως, η Ελλάδα δεν εξάγει ηλεκτρική ενέργεια προερχόμενη μόνο από ΑΠΕ στη Βουλγαρία αλλά και από (πολύ) ορυκτό αέριο.
Αντιστροφή του ισοζυγίου διασυνδέσεων με τη Βουλγαρία το 2026
Με βάση τα παραπάνω και δεδομένου ότι η ηλεκτρική ενέργεια στο διασυνοριακό εμπόριο ρέει από τη φθηνότερη χώρα προς την ακριβότερη, δεν προκαλεί εντύπωση ότι η Ελλάδα ήταν κατά μέσο όρο φθηνότερη από τη Βουλγαρία όλες τις ώρες της ημέρας κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 όπως δείχνει το Διάγραμμα 3. Ωστόσο, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι μέσες ωριαίες τιμές του 2026 για την Ελλάδα ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τις αντίστοιχες την ίδια περίοδο του 2025. Οι τελευταίες μάλιστα ήταν υψηλότερες και από τις αντίστοιχες της Βουλγαρίας το 2025 στις μισές ώρες της ημέρας μεταξύ των οποίων και τις μεσημεριανές.
Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα το 2025 ήταν καθαρά εισαγωγική σε σχέση με τη Βουλγαρία περισσότερο από τις μισές ώρες της ημέρας συμπεριλαμβανομένων των μεσημεριανών ωρών (13:00-16:00) που χαρακτηρίζονται από υψηλή παραγωγή φωτοβολταϊκών, όπως φαίνεται και στο Διάγραμμα 4. Αθροιστικά το Α’ εξάμηνο του 2025 (έως 27/6) η χώρα ήταν καθαρά εισαγωγική ως προς τη Βουλγαρία. Ειδικότερα, για 2266 ώρες εισήγαγε περισσότερη ενέργεια από αυτή που εισήγαγε, ενώ για 1999 ώρες συνέβαινε το αντίστροφο.
Συνεπώς, η αντιστροφή αυτή του ισοζυγίου διασυνδέσεων με τη Βουλγαρία από εισαγωγικό το 2025 σε εξαγωγικό το 2026 οφείλεται στην αντίστοιχη αντιστροφή της συσχέτισης των τιμών μεταξύ των δύο χωρών κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου.
Πού όμως οφείλεται η μείωση των τιμών της Ελλάδας μεταξύ 2025 και 2026;
Συγκρίνοντας την εικόνα του μίγματος ηλεκτροπαραγωγής της Ελλάδας το πρώτο εξάμηνο του 2026 (Διάγραμμα 1) με την αντίστοιχη του 2025 (Διάγραμμα 4) διαπιστώνει κανείς ότι τόσο τις πρωινές όσο και τις βραδινές ώρες η μέση ωριαία παραγωγή από ορυκτό αέριο παρέμεινε σχεδόν σταθερή. Μείωση σημειώθηκε μόνο κατά τις μεσημεριανές ώρες. Αθροιστικά όμως για όλες τις ώρες του πρώτου εξαμήνου η παραγωγή από αέριο μειώθηκε ελάχιστα (από 10.23 TWh το 2025 σε 9.86 TWh το 2026).
Τι άλλαξε τότε;
Όπως δείχνει η ανάλυση των ημερήσιων προβλέψεων του ΑΔΜΗΕ που εμφανίζονται στις επιλύσεις ISP2 και ISP3, το 2026 περιορίστηκαν σημαντικά οι ώρες όπου η τιμή στη χονδρεμπορική αγορά καθοριζόταν από τις ακριβές μονάδες ορυκτού αερίου και λιγνίτη. Όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 5, το αέριο ήταν η τεχνολογία που καθόρισε την τιμή εκκαθάρισης για 2,262.75 ώρες (52.7% του συνόλου) το πρώτο εξάμηνο του 2026, 593.25 λιγότερες από τις αντίστοιχες του 2025 όπου το αέριο καθόριζε την DAM τα 2/3 των ωρών (66.5%). Επιπλέον μειώθηκαν και οι (πολύ λιγότερες) ώρες που ο λιγνίτης καθόριζε την τιμή στη χονδρεμπορική αγορά από 81 το 2025 σε 56 το 2026. Αντίθετα αυξήθηκαν οι ώρες που η τιμή καθοριζόταν από υδροηλεκτρικά ή από ΑΠΕ με αποτέλεσμα την παρατηρούμενη μείωση στις τιμές στην αγορά επόμενης μέρας. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της ισχυρής συσχέτισης των τιμών της χονδρεμπορικής με τον αριθμό ωρών που οι μονάδες ορυκτού αερίου καθόριζαν την τιμή, είναι αυτό του Φεβρουαρίου, όπου οι ώρες αυτές σχεδόν υποδιπλασιάστηκαν, από 542.5 το Α’ εξάμηνο του 2025 σε 309.5 την ίδια περίοδο του 2026 (-43%). Το αποτέλεσμα ήταν ο υποδιπλασιασμός της μέσης μηνιαίας τιμή της χονδρεμπορικής, από 154.1 €/MWh τον Φεβρουάριο του 2025 σε 78.3 €/MWh τον ίδιο μήνα του 2026.
Η εξέλιξη αυτή είναι άμεση συνέπεια της χρονιάς-ρεκόρ που διανύουμε για την ηλεκτροπαραγωγή από καθαρή ενέργεια, αφού σύμφωνα με τα στοιχεία του ENTSO-E η ηλεκτροπαραγωγή από υδροηλεκτρικά, αιολικά και φωτοβολταϊκά αυξήθηκε κατά 155.8%, 31.7% και 6.6%, αντίστοιχα το πρώτο εξάμηνο του 2026 συγκριτικά με την ίδια περίοδο του 2025.
Συνεπώς, η μείωση των τιμών της χονδρεμπορικής στην Ελλάδα το Α’ εξάμηνο του 2026 οφείλεται στη μεγάλη αύξηση της παραγωγής από καθαρές πηγές ενέργειας (ΑΠΕ και υδροηλεκτρικά), η οποία περιόρισε κατά 21% τις ώρες που το ορυκτό αέριο και ο λιγνίτης καθόρισαν τη χονδρεμπορική τιμή, με αποτέλεσμα τη μείωση της κατά 15%, από 108.4 €/MWh το πρώτο εξάμηνο του 2025 σε 92.1 €/MWh την ίδια περίοδο του 2026.
Συμπεράσματα
H Ελλάδα το 2026 δεν εξάγει στη Βουλγαρία μόνο τις μεσημεριανές ώρες αλλά σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Επίσης δεν εξάγει μόνο φθηνές ΑΠΕ αλλά και σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ορυκτό αέριο, καθώς το μερίδιο του αερίου κατά τις ώρες των καθαρών εξαγωγών προς τη Βουλγαρία ήταν 37.4% το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Η αιτία της αύξησης των εξαγωγών ήταν η μεγάλη άνοδος της υδροηλεκτρικής παραγωγής και των ΑΠΕ το πρώτο εξάμηνο του 2026 η οποία οδήγησε σε σημαντική μείωση των ωρών που η τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς καθοριζόταν από το ακριβό ορυκτό αέριο. Το αποτέλεσμα ήταν η μείωση των τιμών στην προημερησία αγορά, μεγαλώνοντας την «ψαλίδα» σε σχέση με την αγορά της Βουλγαρίας. Το γεγονός αυτό οδήγησε τελικά στην κατακόρυφη αύξηση των ροών ηλεκτρικής ενέργειας από την Ελλάδα προς τη Βουλγαρία για το 84% των ωρών του πρώτου εξαμήνου (3,601 ώρες).
Ωστόσο, η θετική επίδραση της καθαρής ενέργειας στις τιμές της χονδρεμπορικής στην Ελλάδα ζημίωσε τους ίδιους τους παραγωγούς ΑΠΕ λόγω των αυξημένων ωρών που οι τιμές ήταν μηδενικές ή αρνητικές (778 ώρες) αλλά και των αυξημένων περικοπών ΑΠΕ (1.56 ΤWh) το πρώτο εξάμηνο (έως 27/6), περιορίζοντας έτσι τα έσοδά τους. Εκείνοι που ωφελήθηκαν ήταν οι παραγωγοί μονάδων με καύσιμο το ορυκτό αέριο, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν τις μειωμένες τιμές που δημιούργησαν οι ΑΠΕ προκειμένου να παράγουν αυξημένες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας για την κάλυψη της ζήτησης γειτονικών χωρών. Πρόκειται για μία μορφή «κανιβαλισμού» των ΑΠΕ προς όφελος των παραγωγών από μονάδες ορυκτού αερίου και μάλιστα σε μια περίοδο που οι τιμές προμήθειας αερίου έχουν αυξηθεί σημαντικά λόγω της γεωπολιτικής κρίσης στα στενά του Ορμούζ.
Κλειδί για την αντιμετώπιση αυτής της μεγάλης στρέβλωσης είναι η επιτάχυνση της ανάπτυξης υποδομών αποθήκευσης ενέργειας στην οποία η Ελλάδα παραμένει ουραγός συγκριτικά με άλλες χώρες της ΕΕ.
Η αποθήκευση θα περιορίσει τις περικοπές συμβάλλοντας στην καλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ, θα μειώσει την ανάγκη κατανάλωσης ακριβού και ρυπογόνου ορυκτού αερίου τις βραδινές ώρες, καθώς και τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά. Επιπλέον, λόγω της ισχυρής συσχέτισης χονδρεμπορικής-λιανικής στην Ελλάδα, η μείωση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά θα έχει ευεργετική επίδραση στις τιμές της λιανικής που πληρώνουν όλοι οι καταναλωτές στην Ελλάδα. Παράλληλα η μείωση των τιμών στη χονδρεμπορική θα διατηρήσει τις μεγάλες διαφορές τιμών με γειτονικές αγορές τουλάχιστον όσο αυτές εξακολουθούν να βασίζονται σε ακριβά ορυκτά καύσιμα -όπως συμβαίνει σήμερα με τη Βουλγαρία, την Ιταλία και τη Βόρεια Μακεδονία-, διατηρώντας έτσι υψηλά και τα επίπεδα εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας. Η διαφορά όμως με τη σημερινή κατάσταση θα είναι ότι το ανθρακικό αποτύπωμα της ελληνικής ηλεκτροπαραγωγής θα περιοριστεί δραστικά όπως επίσης και το οικονομικό αποτύπωμα για τους Έλληνες καταναλωτές, συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής ενεργοβόρου βιομηχανίας και ευρύτερα της εθνικής οικονομίας.
________
Νίκος Μάντζαρης, επικεφαλής αναλυτής πολιτικής, The Green Tank




