NANKO για ειδικό χωροταξικό ΑΠΕ: Οι περιοχές επιτάχυνσης να συμπεριλάβουν και τα ΜΥΗΕ

NANKO για ειδικό χωροταξικό ΑΠΕ: Οι περιοχές επιτάχυνσης να συμπεριλάβουν και τα ΜΥΗΕ

NANKO για ειδικό χωροταξικό ΑΠΕ: Οι περιοχές επιτάχυνσης να συμπεριλάβουν και τα ΜΥΗΕ
27 06 2026 | 07:30

Σχόλια και παρατηρήσεις επί του σχεδίου για το Ειδικό Χωροταξικό των ΑΠΕ κατέθεσε η NANKO. Παρατίθεται αναλυτικά ολόκληρη η επιστολή της εταιρείας:

Α. Επί της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ)

Αναμενόμενη κατάληψη γης σε περιοχές του δικτύου Natura 2000 από ΜΥΗΕ

Στον πίνακα 3-12 του τεύχους «Στάδιο 2: ΔΕΟΥΣΑ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ» αναφέρεται ότι το ποσοστό κατάληψης γης με δημιουργία τεχνητών επιφανειών από τα αιολικά πάρκα εντός των χερσαίων τόπων του δικτύου Natura 2000 της χώρας (περιλαμβανομένων και των οδών πρόσβασης) ανέρχεται σε 0,04% για τα υφιστάμενα έργα με άδεια λειτουργίας και εγκατάστασης και συνολικά σε ποσοστό 0,18% αν ληφθούν υπόψη και όλα τα έργα με άδεια παραγωγής.

Επίσης, στον Πίνακα 3-15 αναφέρεται ότι το ποσοστό κατάληψης γης με δημιουργία τεχνητών επιφανειών από φωτοβολταϊκά με άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας είναι το 0,041% των εκτάσεων των χερσαίων τόπων του δικτύου Natura 2000 (αντίστοιχο με των αιολικών) και αν ληφθεί υπόψη και το σύνολο των έργων με άδεια-βεβαίωση παραγωγού, το ποσοστό κατάληψης ανέρχεται σε 0,298%.

Αντίστοιχα, για τα ΜΥΗΕ, στον πίνακα 3.14, αναφέρεται ότι το ποσοστό κατάληψης των ΜΥΗΣ με άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας τους ανέρχεται στο 0,32% των εκτάσεων των τόπων του δικτύου Natura 2000 στην Ενδοχώρα, ενώ αν συμπεριληφθούν και τα έργα με άδεια παραγωγής (0,21%)  το ποσοστό θα ανέλθει στο 0,53% των εκτάσεων των τόπων του δικτύου Natura 2000. Συγκεκριμένα τα ποσοστά που καταλογίζονται ότι καταλαμβάνουν τα ΜΥΗΕ αφορούν:

α) στη συνολική έκταση που καταλαμβάνουν τα έργα με άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας, η οποία είναι ίση με 470*106 m2, εκ των οποίων τα 114 *106 m2 εντός των περιοχών Natura 2000 (=0,32%).

β) στη συνολική έκταση που καταλαμβάνουν τα έργα με άδεια παραγωγής, η οποία είναι ίση με 207,6*106 m2, εκ των οποίων τα 75,5 *106 m2 εντός των περιοχών Natura 2000 (=0,21%)

Τα παραπάνω αναφερόμενα ποσοστά είναι αναληθή και παραπλανητικά, διότι οι αναφερόμενες εκτάσεις αφορούν α) στη συνολική έκταση των πολυγώνων των ΜΥΗΕ σύμφωνα με το χάρτη της ΡΑΑΕΥ, και β) στις υδατικές εκτάσεις (ταμιευτήρες) που καταλαμβάνουν τα μεγάλα υδροηλεκτρικά (πχ Πολυφύτου, Καστρακίου κλπ).

Σύμφωνα με στοιχεία της ΔΕΗ, η συνολική (υδάτινη) έκταση που καταλαμβάνουν τα μεγάλα υδροηλεκτρικά ανέρχεται σε ~258*106 m2 εκ των οποίων 78 *106 m2 (εκ των 114 *106 m2) εντός των περιοχών Natura 2000. Λαμβάνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα μεγέθη, η έκταση που καταλαμβάνουν τα πολύγωνα των ΜΥΗΕ με άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας εντός των περιοχών Natura 2000 ανέρχεται σε 36 *106 m2, που αντιστοιχεί σε ποσοστό μόλις 0,1% (εκ του αναφερόμενου 0,32%).

Σύμφωνα με τον κανονισμό βεβαιώσεων της ΡΑΑΕΥ, τα πολύγωνα των ΜΥΗΕ, εκτείνονται σε πλάτος 100 m εκατέρωθεν του υδατορεύματος και σε μήκος 10% εκατέρωθεν των σημείων υδροληψίας και σταθμού. Με βάση στοιχεία από εκατοντάδες έργα, για ένα έργο με αγωγό εκτροπής της τάξης των 2.000 m, η πραγματική έκταση που καταλαμβάνει το έργο, συμπεριλαμβανομένων της ζώνης του αγωγού, των γηπέδων υδροληψίας και ΥΗΣ και των οδών πρόσβασης ανέρχεται σε ~ 30.000-40.000 m2, ενώ το πολύγωνο του συγκεκριμένου έργου στο χάρτη της ΡΑΑΕΥ καταλαμβάνει έκταση ίση ~480.000 m2, δηλαδή έκταση κατά 12 φορές μεγαλύτερη της πραγματικής.

Με βάση τα ανωτέρω, η πραγματική έκταση που καταλαμβάνουν τα ΜΥΗΕ εντός των περιοχών Natura 2000 ανέρχεται σε:

Α) για έργα με άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας, ποσοστό 0,1%/12= 0,008%

Β) για έργα με άδεια παραγωγής, ποσοστό 0,21%/12=0,0175%,

ήτοι συνολικά, έκταση που αντιστοιχεί σε ποσοστό ίσο με 0,026%, αντί του αναφερόμενου 0,52%.

Επομένως, προς αποφυγή εντυπώσεων, θα πρέπει στον Πίνακα 3-14 να γίνει η αντίστοιχη διόρθωση των ποσοστών με τα πραγματικά μεγέθη και κυρίως η διόρθωση στον τίτλο του πίνακα ότι τα ποσοστά αναφέρονται όχι μόνο στα ΜΥΗΕ αλλά στο σύνολο των υδροηλεκτρικών έργων της χώρας.

  1. B. Επί του Σχεδίου της Κοινής Υπουργικής Απόφασης

ΑΡΘΡΟ ΠΡΩΤΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ «ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

Άρθρο 2, παρ. 18

Συνοδευτικές εγκαταστάσεις ΑΠΕ: Εγκαταστάσεις που είναι κατά περίπτωση απαραίτητες για τη λειτουργία των έργων ΑΠΕ, όπως είναι ιδίως οι γραμμές μεταφοράς υψηλής τάσεως, οι υποσταθμοί ηλεκτρικής ενέργειας, οι οδικές συνδέσεις κλπ.”

Προς αποφυγή σύγχυσης θα πρέπει να γίνει σαφής ορισμός των εννοιών: α) συνοδευτικές εγκαταστάσεις ΑΠΕ, β) συνοδά έργα, γ) συνοδευτικά έργα. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την παρ. 43, του Άρθρου 3 του Ν. 4951/2022, τα συνοδά έργα ορίζονται ως «Όλα τα έργα που απαιτούνται για την εγκατάσταση και λειτουργία του σταθμού. Στα συνοδά έργα περιλαμβάνονται, ιδίως, η οδοποιία πρόσβασης, η εσωτερική οδοποιία, τα απαιτούμενα έργα και κατασκευές για τη σύνδεση του σταθμού με το Δίκτυο ή το Σύστημα, τα έργα υδροληψίας, ο αγωγός προσαγωγής, οι κτιριακές εγκαταστάσεις». Η παραπάνω αναφορά θα πρέπει να διευκρινιστεί επαρκώς και να επισημανθεί ρητά στην ΚΥΑ του ΕΧΠ.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ «ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ – ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ, ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗ ΑΙΟΛΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΑΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΧΩΡΟΥ»

Άρθρο 5

Δεν πρέπει να περιλάβει εκτεταμένες, οριζόντιες ζώνες αποκλεισμού (π.χ. ΖΕΠ, νησιά, περιοχές πάνω από ένα υψόμετρο κ.λ.π). Κάτι τέτοιο είναι ευθέως αντίθετο προς την ευρωπαϊκή νομοθεσία και ιδίως το άρ. 16 στ’ της Οδηγίας 2023/2413 για τις ΑΠΕ, άλλως  “REDIII” (όπως εξηγείται στη συνέχεια) και δεν συνάδει με τις ορθές πρακτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο που εφαρμόζουν τη λογική των ζωνών ευαισθησίας (και όχι των ζωνών αποκλεισμού).

Για τη χωροθέτηση των συνοδευτικών έργων των αιολικών εγκαταστάσεων προτείνεται η αξιολόγηση κατά περίπτωση κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση και όχι η οριζόντια εφαρμογή των περιοχών αποκλεισμού.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ «ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ – ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ, ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗ ΜΙΚΡΩΝ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ (ΜΥΗΕ)»

Άρθρο 10, παρ. 2

Στην παρ. 2 αναφέρεται: «Περιοχές επιτάχυνσης δύναται να είναι υποσύνολο των περιοχών προτεραιότητας του παρόντος άρθρου».

Με την μέχρι σήμερα νομολογία, δεν ορίζονται περιοχές επιτάχυνσης για τα ΜΥΗΕ, όπως έχουν οριστεί για άλλες τεχνολογίες ΑΠΕ (αιολικά και φωτοβολταϊκά) με τον Ν.5299 (ΦΕΚ Α67_5.5.2026). Να διευκρινιστεί ότι η αναφορά στην παρ. 2 αποτελεί και ορισμό των περιοχών επιτάχυνσης για τα ΜΥΗΕ.

Άρθρο 11 «Περιοχές αποκλεισμού»

Δεν πρέπει να περιλαμβάνονται εκτεταμένες, οριζόντιες ζώνες αποκλεισμού (π.χ. ΖΕΠ, νησιά, περιοχές πάνω από ένα υψόμετρο κ.λ.π). Κάτι τέτοιο είναι ευθέως αντίθετο προς την ευρωπαϊκή νομοθεσία και ιδίως το άρ. 16 στ’ της Οδηγίας 2023/2413 για τις ΑΠΕ, άλλως “REDIII” (όπως εξηγείται στη συνέχεια) και δεν συνάδει με τις ορθές πρακτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο που εφαρμόζουν τη λογική των ζωνών ευαισθησίας (και όχι των ζωνών αποκλεισμού).

Για τη χωροθέτηση των συνοδευτικών έργων προτείνεται η αξιολόγηση κατά περίπτωση κατά την περιβαλλοντική αδειοδότηση και όχι η οριζόντια εφαρμογή των περιοχών αποκλεισμού.

Άρθρο 11, παρ. 1.6

Προτείνεται να αποσαφηνιστεί ρητά το πεδίο εφαρμογής της διάταξης. Ειδικότερα, θα πρέπει να διευκρινιστεί εάν, πέραν των περιοχών που έχουν χαρακτηριστεί ως «Απάτητα Βουνά», υφίστανται και άλλες κατηγορίες περιοχών που εμπίπτουν στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις και περιορισμούς. Η σαφής και εξαντλητική καταγραφή των περιοχών αυτών είναι απαραίτητη για την ορθή εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου και την αποφυγή ερμηνευτικών αμφισβητήσεων. Περαιτέρω, για λόγους ασφάλειας δικαίου, διαφάνειας και αποτελεσματικής εφαρμογής των διατάξεων, προτείνεται να ενσωματωθεί στο θεσμικό πλαίσιο επίσημος συνοδευτικός χάρτης ή γεωχωρικό υπόβαθρο, στο οποίο να αποτυπώνονται με σαφήνεια και ακρίβεια τα όρια των περιοχών που υπάγονται στις εν λόγω ρυθμίσεις. Η πρόβλεψη αυτή θα διευκολύνει τόσο τις αρμόδιες υπηρεσίες όσο και τους επενδυτές κατά τον σχεδιασμό και την αδειοδότηση έργων, διασφαλίζοντας ενιαία και αντικειμενική εφαρμογή των περιορισμών.

Άρθρο 11, παρ. 1.7 & 2

Δεν υφίσταται νομοθετικό πλαίσιο για τον ορισμό και τη διαχείριση των περιοχών που έχουν χαρακτηριστεί ως Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους (ΤΙΦΚ). Από τον κατάλογο «ΦΙΛΟΤΗΣ» του ΕΜΠ προκύπτουν 449 περιοχές ως ΤΙΦΚ που όμως δεν περιλαμβάνονται σε ενιαίο ΦΕΚ ούτε αποτυπώνονται στους αναρτημένους χάρτες της διαβούλευσης. Επίσης, δεν είναι σαφές ποιος φορέας αποφασίζει τον χαρακτηρισμό, με ποια κριτήρια και αν υπάρχουν σαφώς καθορισμένα όρια και χρήσεις γης. Δεν είναι ξεκάθαρο ποιες υπηρεσίες είναι υπεύθυνες για τον έλεγχο και την προστασία τους, ούτε πώς επηρεάζονται οι ιδιοκτησίες και οι δυνατότητες δόμησης μέσα σε αυτές τις περιοχές.

Απαιτείται να διευκρινιστεί:

α) ποιες είναι οι περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί ως ΤΙΦΚ,

β) ότι στις περιοχές αποκλεισμού δεν εμπίπτουν όλα τα Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους (ΤΙΦΚ), αλλά μόνο αυτές οι περιοχές που έχουν χαρακτηρισθεί ως ΤΙΦΚ με αποφάσεις του αρμόδιου Υπουργείου, κατόπιν αποκλειστικής εφαρμογής επίσημων ψηφιακών οριοθετήσεων, όπως αυτές τηρούνται σε δημόσιες γεωχωρικές βάσεις δεδομένων.

γ) Για τα συνοδευτικά έργα ΜΥΗΕ να διευκρινιστεί τι απαιτείται για την περιβαλλοντική τεκμηρίωση πιθανής παρέκκλισης.

Άρθρο 12, Κανόνες και κριτήρια χωροθέτησης ΜΥΗΕ, παρ. 2  

Παρ. 2. Η χωροθέτηση των εγκαταστάσεων ΜΥΗΕ εντός προστατευόμενων περιοχών ….., επιτρέπονται σύμφωνα ….. με τις προβλέψεις της οικείας εγκεκριμένης Ειδικής περιβαλλοντικής Μελέτης εκάστης προστατευόμενης περιοχής.

Με το παρόν άρθρο της ΚΥΑ που τέθηκε σε διαβούλευση, επιχειρείται τεχνητά η «αναβάθμιση» των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (ΕΠΜ) και η εξομοίωσή τους με το θεσπισμένο κανονιστικό πλαίσιο προστασίας της φύσης της οικείας προστατευόμενης περιοχής. Κάτι τέτοιο υπερβαίνει σαφώς τα όρια που θέτει στους Υπουργούς η εξουσιοδότηση του νόμου και πρόκειται να δημιουργήσει νέα νομική σύγχυση.

Συγκεκριμένα, ο ν. 1650/1986 όπως ισχύει, καθορίζει στο Κεφάλαιο Δ με δεσμευτικό τρόπο τα εργαλεία για τη προστασία των περιοχών και τη διαδικασία θέσπισής τους. Από την παρ. 1 του άρθρου 21 προκύπτει με σαφήνεια ότι η προστασία και διατήρηση των περιοχών προστασίας της βιοποικιλότητας και των Εθνικών Πάρκων επιτυγχάνεται με την κατάρτιση των Σχεδίων Διαχείρισης της παρ. 3 και των ΠΔ της παρ. 4, και όχι μέσω των ΕΠΜ της παρ. 2. Η εκπόνηση της ΕΠΜ αποτελεί προϋπόθεση για το Σχέδιο Διαχείρισης και το ΠΔ, και απαγορεύεται να αποτελέσει διακριτό θεσμικό κείμενο, ούτε να παράγει από μόνο του έννομα αποτελέσματα.

Από το περιεχόμενο της ΕΠΜ όπως καθορίζεται με την παρ. 2 αλλά και από την κοινή πείρα, προκύπτει ότι η ΕΠΜ δεν περιλαμβάνει κανονιστικές πρόνοιες και όρους, στο βαθμό σαφήνειας και εξειδίκευσης που απαιτείται, ώστε να θεωρηθεί ότι συνιστούν θεσμικό κείμενο που να μπορεί να ερμηνευθεί μονοσήμαντα και να δεσμεύει από μόνο του τη Διοίκηση, όπως λανθασμένα υποθέτει το ΕΧΠ αναφερόμενο σε «προβλέψεις της εγκεκριμένης ΕΠΜ». Αντιθέτως, τέτοιες προβλέψεις, πρόνοιες και όροι περιέχονται στα Σχέδια Διαχείρισης και τα ΠΔ σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4.

Ακόμα σπουδαιότερα, η παρ. 4 ορίζει ότι με το ΠΔ (και όχι βεβαίως με την εγκεκριμένη ΕΠΜ), γίνεται «ο χαρακτηρισμός των περιοχών προστασίας της βιοποικιλότητας και των εθνικών πάρκων, η οριοθέτησή τους και ο καθορισμός γειτονικών εκτάσεων της παραγράφου 4 του άρθρου 18, όπου αυτό είναι αναγκαίο, καθώς και ο καθορισμός χρήσεων γης και δραστηριοτήτων μέσα στις ανωτέρω προστατευόμενες περιοχές, ανά ζώνη, και στις γειτονικές εκτάσεις». Αποκλείεται δηλαδή όλα αυτά (ο χαρακτηρισμός, η οριοθέτηση, ο καθορισμός χρήσεων κ.λπ.) να γίνει με την εγκεκριμένη ΕΠΜ, όπως επιχειρείται μέσω του ΕΧΠ.

Μάλιστα, η παρ. 4 ορίζει ότι όταν στην προστατευόμενη περιοχή περιλαμβάνονται και αγροτικές περιοχές (χερσαίες και υδάτινες) υψηλής φυσικής αξίας, το ΠΔ εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος & Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων. Δηλαδή, η επιχειρούμενη τεχνητή αναβάθμιση των εγκεκριμένων ΕΠΜ παρακάμπτει προφανώς την αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλά επιπλέον παρακάμπτει σε ορισμένες περιπτώσεις και την αρμοδιότητα του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.

Εν κατακλείδι, τα ΤΧΣ, οι ΕΠΜ και γενικά όλα τα σχέδια ή μελέτες ρύθμισης χώρου ή προστασίας δεν πρέπει να επιτρέπεται να εισάγουν περιορισμούς και αποκλεισμούς κατά παρέκκλιση του ΕΧΠ. Επίσης δεν πρέπει να λαμβάνονται ως δεσμευτικές οι πρόνοιες των εγκεκριμένων ΕΠΜ παρά μόνο τα οικεία ΠΔ μετά την έκδοσή τους. Μια ΕΠΜ αποτελεί την επιστημονική μελέτη τεκμηρίωσης του ΠΔ και του Σχεδίου Διαχείρισης κάθε περιοχής και ΔΕΝ είναι αυτόνομο θεσμικό κείμενο.

Κατά συνέπεια προτείνεται να αντικατασταθεί η σχετική αναφορά «στις εγκεκριμένες ΕΠΜ» από την αναφορά «στα εγκεκριμένα ΠΔ».

Άρθρο 12, Κανόνες και κριτήρια χωροθέτησης ΜΥΗΕ, παρ. 3

«Στις ανωτέρω περιοχές, η ανάπτυξη ΜΥΗΕ με υδραυλική πτώση Η>20 μ. κρίνεται σκόπιμο να ενσωματώνει την κατασκευή σηράγγων ή εγκιβωτισμένων αγωγών εντός του εδάφους και εκτός της συνήθους κοίτης ροής στο υδραυλικό σύστημα προσαγωγής και απαγωγής της παροχής. Επιβάλλεται η αξιοποίησή των υφιστάμενων υποδομών (δρόμοι, δίκτυα κ.λπ.). Στις περιοχές αυτές για όλα τα έργα ανεξαρτήτως υδραυλικής πτώσης, απαιτείται η εξέταση τεχνικών λύσεων διασφάλισης της κινητικότητας της ιχθυοπανίδας, σύμφωνα με τα πορίσματα της μελέτης ΕΟΑ κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης.»

Η συγκεκριμένη διατύπωση δημιουργεί την εντύπωση ότι, για έργα που χωροθετούνται εντός προστατευόμενων περιοχών, η εκπόνηση ιχθυολογικής μελέτης αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την αξιολόγηση και αδειοδότησή τους. Ωστόσο, η απαίτηση αυτή δεν διατυπώνεται με σαφήνεια, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες και πρακτικές εφαρμογής από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Για λόγους ασφάλειας δικαίου και ομοιόμορφης εφαρμογής του θεσμικού πλαισίου, προτείνεται να διευκρινιστεί ρητά εάν η εκπόνηση ιχθυολογικής μελέτης αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, καθώς και να καθοριστούν με σαφήνεια οι κατηγορίες έργων και οι περιοχές στις οποίες η υποχρέωση αυτή εφαρμόζεται.

Η σαφής πρόβλεψη της σχετικής απαίτησης στο κείμενο της διάταξης θα αποτρέψει ερμηνευτικές αμφιβολίες, θα διασφαλίσει την ίση μεταχείριση των έργων και θα συμβάλει στην αποτελεσματικότερη εφαρμογή των περιβαλλοντικών διατάξεων.

Η εξέταση τεχνικών λύσεων διασφάλισης της κινητικότητας της ιχθυοπανίδας να απαιτείται εφόσον στην περιοχή εξέτασης εκπονηθεί κατάλληλη ιχθυολογική μελέτη που θα τεκμηριώσει την ύπαρξη ιχθυοπανίδας στην περιοχή ενδιαφέροντος. Οι προδιαγραφές μιας ΕΟΑ δεν περιλαμβάνουν απαραίτητα την ύπαρξη και καταγραφή του ιχθυοπληθυσμού.

Παρ.5. Θα πρέπει να εξετάζεται η δυνατότητα υπογειοποίησης του δικτύου διασύνδεσης μέσης τάσης (συνοδό έργο) σύμφωνα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας περιβαλλοντικής αδειοδότησης.

Για προφανείς λόγους θα πρέπει να προστεθεί στην παραπάνω διάταξη ο όρος «εφόσον τεχνικώς είναι εφικτό».

Άρθρο 13, παρ. 2.1

¨Εφόσον στη ζώνη κατάληψης του έργου (μήκος από υδροληψία έως σταθμό παραγωγής) υφίσταται και άλλη χρήση νερού, πρέπει να εξασφαλίζεται κατά προτεραιότητα η ικανοποίηση των υφιστάμενων υδρευτικών, αρδευτικών, οικολογικών και άλλων αναγκών

Θα πρέπει να διευκρινιστεί σαφώς ότι ο όρος «άλλες χρήσεις νερού» που λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμογή της διάταξης θα πρέπει να αφορά χρήσεις που είναι νομίμως υφιστάμενες, οι οποίες διαθέτουν τις απαιτούμενες άδειες και εγκρίσεις, όπου αυτές προβλέπονται, και οι οποίες συμμορφώνονται με το σύνολο των τεχνικών, περιβαλλοντικών και διαχειριστικών απαιτήσεων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία.

Η διευκρίνηση αυτή κρίνεται αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν δημιουργούνται δικαιώματα ή περιορισμοί υπέρ χρήσεων που λειτουργούν χωρίς την απαιτούμενη αδειοδότηση ή κατά παράβαση των ισχυουσών διατάξεων, καθώς και για να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση όλων των χρηστών των υδατικών πόρων και η ορθή εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας.

Για το λόγο αυτό προτείνεται η διαμορφωθεί η παραπάνω αναφορά από το «υφίσταται και άλλη χρήση νερού» στο «υφίσταται άλλη αδειοδοτημένη/ νομίμως υφιστάμενη χρήση νερού».

Άρθρο 13, παρ. 2.7

¨Στην περίπτωση επάλληλων ΜΥΗΕ με δημιουργία ταμιευτήρα το συνολικό μήκος κατάκλυσης του υδατορέματος δεν πρέπει να ξεπερνά το 30% του συνολικού μήκους του υδατορέματος.¨

Σημειώνεται ότι δεν είναι πάντα γνωστό το συνολικό μήκος του υπό μελέτη υδατορέματος, ειδικά εάν αυτό δεν είναι καταγεγραμμένο στο αντίστοιχο ΣΔΛΑΠ, γεγονός που συμβαίνει πολύ συχνά όταν πρόκειται για ΜΥΗΕ τα οποία χωροθετούνται σε μικρότερα ρέματα. Για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου θα έπρεπε να υπάρχουν επίσημα καταγεγραμμένα δεδομένα όλων των ρεμάτων, τα οποία να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους φορείς των έργων. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ο τρόπος εκτίμησης του συνολικού μήκους του κάθε υδατορέματος. Επίσης, με το κριτήριο αυτό, ο σχεδιασμός εκάστου ΜΥΗΕ εξαρτάται και από τα υπόλοιπα ΜΥΗΕ στο ίδιο υδατόρεμα και καθίσταται ασαφής όταν τα άλλα ΜΥΗΕ βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο αδειοδότησης και δεν υπάρχουν επίσημα τεχνικά στοιχεία για αυτά (πχ από ΑΕΠΟ ή Άδεια Εγκατάστασης/Λειτουργίας). Τέλος, πρέπει να προβλεφθεί τι θα ισχύει σε περίπτωση που ο σχεδιασμός κάποιου από τα επάλληλα ΜΥΗΕ υποστεί τροποποίηση (πχ αλλαγή μήκους κατάκλυσης).

Άρθρο 13, παρ. 2.9

¨ Για τα επάλληλα ΜΥΗΕ, και στην περίπτωση που όλα ή ορισμένα μόνο έχουν μήκος εκτροπής που δεν ξεπερνά τα 250μ. το μέγιστο επιτρεπόμενο μήκος εκτροπής της φυσικής κοίτης του υδατορέματος υπολογίζεται σε συνάρτηση με το άθροισμα της εγκατεστημένης ισχύος των επάλληλων ΜΥΗΕ. Για τα επάλληλα ΜΥΗΕ αυτής της περίπτωσης, το μέγιστο μήκος εκτροπής αφορά στο τμήμα του υδατορέματος από το σημείο υδροληψίας του πλέον ανάντη ΜΥΗΕ μέχρι το σημείο επαναφοράς του πλέον κατάντη ΜΥΗΕ.¨

Προκύπτουν πάλι τα προβλήματα της παρ. 7 περί μη ύπαρξης επίσημων στοιχείων για το μήκος κάθε ρέματος και της εξάρτησης σχεδιασμού των επάλληλων ΜΥΗΕ. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να δοθεί σαφής τύπος υπολογισμού του επιτρεπόμενου μήκους εκτροπής (όπως στο Άρθρο 3, παρ. β της υπ’ αριθμ. οικ. 196978/2011 ΥΑ) και να προβλεφθεί τι θα ισχύει σε περίπτωση τροποποίησης ισχύος κάποιου έργου εκ των επαλλήλων ΜΥΗΕ. Η παράγραφος αυτή χρειάζεται τροποποίηση.

Άρθρο 13, παρ 2.13

¨Στην περίπτωση εγκατάστασης ΜΥΗΕ με δημιουργία ταμιευτήρα σε υδατόρεμα της υπολεκάνης απορροής ποτάμιων υδατικών σωμάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί από τα ΣΔΛΑΠ ως κακής ή ελλιπούς οικολογικής κατάστασης/δυναμικού, το συνολικό μήκος κατάκλισης ανά υδατόρεμα εγκατάστασης δεν πρέπει να ξεπερνά το 15% του μήκους του υδατορέματος.¨

Ομοίως με παραπάνω, σημειώνεται πως ο καθορισμός των μηκών των υδατορεμάτων δεν είναι σαφής.

Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνεται η θέσπιση σαφούς μεθοδολογίας και αντικειμενικών κριτηρίων υπολογισμού των ανωτέρω μεγεθών, καθώς και η παροχή σχετικών γεωχωρικών δεδομένων ή χαρτογραφικών υποβάθρων που θα διασφαλίζουν την ενιαία εφαρμογή του πλαισίου.
 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’

ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΜΕ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΕΧΠ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ

Άρθρο 28

Παρ.5.2. Κατά την σύνταξη των ανωτέρω σχεδίων πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για την αναδιατύπωση ρυθμίσεων τυχόν προηγούμενων σχεδίων (ΤΠΣ, ΕΠΣ, ΓΠΣ, ΣΧΟΟΑΠ, ΖΟΕ) που ενδέχεται να δημιουργούν αντιθέσεις ή αντιφάσεις προς τις κατευθύνσεις της παρούσας απόφασης.

Προς αποφυγή αυθαίρετων και ανεξέλεγκτων ζωνών αποκλεισμού, κατά την σύνταξη νέων  πολεοδομικών σχεδίων (ΤΠΣ, ΕΠΣ, ΓΠΣ, ΣΧΟΟΑΠ, ΖΟΕ) ή και κατά την αναδιατύπωση ρυθμίσεων προηγούμενων σχεδίων, θα πρέπει να λαμβάνεται ειδική μέριμνα έτσι ώστε αυτά να μην δημιουργούν αντιθέσεις ή αντιφάσεις προς τις κατευθύνσεις της παρούσας απόφασης και να μην αποκλείουν την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ στην έκταση του ΟΤΑ.

Προτείνεται η αναδιατύπωση της παρ. 5.2. ως εξής:

«Κατά την σύνταξη νέων  πολεοδομικών σχεδίων (ΤΠΣ, ΕΠΣ, ΓΠΣ, ΣΧΟΟΑΠ, ΖΟΕ) ή και κατά την αναδιατύπωση ρυθμίσεων προηγούμενων σχεδίων, θα πρέπει να λαμβάνεται ειδική μέριμνα έτσι ώστε αυτά να μην δημιουργούν αντιθέσεις ή αντιφάσεις προς τις κατευθύνσεις της παρούσας απόφασης και να μην αποκλείουν την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ στην έκταση του ΟΤΑ.

Ιδιαίτερα για τα ΜΥΗΕ τα παραπάνω σχέδια θα πρέπει να μην εισάγουν περιοριστικές ρυθμίσεις, πέραν των όσων προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος και να μην απαγορεύουν την εγκατάσταση έργων μηδενικής όχλησης στην έκταση του ΟΤΑ και φυσικά εκτός αυτής».

ΑΡΘΡΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: «ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

Παρ.7

Τροποποιήσεις περιβαλλοντικών αδειών για ήδη εκδοθείσες ΑΕΠΟ και ΠΠΔ, ενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας και βάσει των οποίων αξιολογήθηκαν κατά την έκδοση αρχικής ΑΕΠΟ ή ΠΠΔ, πλην περιπτώσεων μεταφοράς θέσης εγκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 4951/2022 καθώς και επέκτασης των αρχικών γηπέδων εγκατάστασης σε ποσοστό μεταβολής της επιφάνειας που υπερβαίνει το 50%.

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ρητά ότι εδώ συμπεριλαμβάνονται και τα παλιά έργα, για τα οποία έχει εκδοθεί βεβαίωση παραγωγού για ριζική ανανέωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του ν.5291/2020 με δεδομένο ότι οι φορείς αδειοδότησης εκδίδουν τις ΑΕΠΟ/ ΠΠΔ για αυτά τα έργα ως τροποποίηση των υφιστάμενων περιβαλλοντικών αδειών.

Παρ. 9

Φάκελοι ΜΠΕ έργων που έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες και έχουν λάβει έγκριση τυπικής πληρότητας έως 20 Μαΐου 2026, συνεχίζουν να αξιολογούνται κατά τη διαδικασία έγκρισης ή μη της ΜΠΕ και έκδοσης ΑΕΠΟ, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας.

Δεν είναι σαφές τι καθεστώς προβλέπεται για τα έργα κατηγορίας Β καθώς μέχρι σήμερα δεν υπάρχει υποχρέωση από την αδειοδοτούσα αρχή να εκδίδει βεβαίωση πληρότητας για το φάκελο υπαγωγής σε ΠΠΔ. Επομένως, προτείνεται να διαμορφωθεί ως εξής: «Φάκελοι ΜΠΕ έργων που έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες και έχουν λάβει έγκριση τυπικής πληρότητας και φάκελοι υπαγωγής σε ΠΠΔ που έχουν υποβληθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες».

Επίσης προτείνεται η αλλαγή της καταληκτικής ημερομηνίας «έως 20 Μαΐου 2026» σε «έως την ημερομηνία δημοσίευσης σε ΦΕΚ της παρούσας».

Παρ. 10

 «Άδειες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ ή Βεβαιώσεις Παραγωγού ή Βεβαιώσεις Ειδικών Έργων και άδειες αποθήκευσης που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας και δεν εμπίπτουν σε καμία από τις ως άνω περιπτώσεις επανελέγχονται, ως προς τη συμβατότητά τους με τις διατάξεις της παρούσας».

Για έργα των οποίων η θέση εγκατάστασης εμπίπτει σε περιοχές αποκλεισμού ή σε ζώνες όπου η ανάπτυξη του έργου καθίσταται μη επιτρεπτή λόγω των ρυθμίσεων του νέου χωροταξικού, προτείνεται να παρέχεται η δυνατότητα μετεγκατάστασης εντός της ίδιας Περιφερειακής Ενότητας, με κατάλληλη τροποποίηση της ισχύουσας Βεβαίωσης και με παράλληλη παράταση της προθεσμίας υποβολής αιτήματος για έκδοση Οριστικής Προσφοράς Σύνδεσης κατά επιπλέον τριάντα έξι (36) μήνες των προθεσμιών που ορίζονται στο αρ. 12 του ν. 4685/2020, εφόσον αποδεικνύεται ότι επηρεάζονται άμεσα από τις προβλέψεις του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ.

Επίσης προτείνεται να προβλεφθεί η αναβίωση βεβαιώσεων παραγωγού ΑΠΕ για έργα που δεν έλαβαν περιβαλλοντική αδειοδότηση, λόγω διοικητικών καθυστερήσεων.

Συγκεκριμένα προτείνεται η θέσπιση ειδικής μεταβατικής ρύθμισης, η οποία θα επιτρέπει την αναβίωση των Βεβαιώσεων Παραγωγού που ανακλήθηκαν για έργα που είχαν ήδη εισέλθει σε προχωρημένο στάδιο αδειοδότησης και για τα οποία είχαν υποβληθεί όλα τα τέλη δέσμευσης ηλεκτρικού χώρου, αξιοποιώντας πλήρως τις δυνατότητες παράτασης του ν.4685/2020 στο μέγιστό τους.

Η προτεινόμενη μεταβατική Διάταξη έχει ως εξής:

«Για σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ για τους οποίους:

α) είχε χορηγηθεί Βεβαίωση Παραγωγού ή Βεβαίωση Ειδικών Έργων πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος,

β) είχε υποβληθεί πλήρης Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών του ν.4685/2020,

γ) είχαν καταβληθεί τα προβλεπόμενα τέλη της παραγράφου 3 του Άρθρου 12 του ν.4685/2020 για την παράταση των προθεσμιών της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου,

δ) Δεν είχε εκδοθεί απορριπτική απόφαση περιβαλλοντική απόφαση έως και την λήξη των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 12 του ν. 4685/2020.

ε) η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης εκκρεμούσε κατά τη λήξη των προθεσμιών των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 12 του ν. 4685/2020.

Οι ανακληθείσες Βεβαιώσεις Παραγωγού δύνανται να αναβιώνουν κατόπιν αίτησης του φορέα του έργου στην ΡΑΕΕΥ και διαπίστωσης της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων.

Τα έργα της παρούσας διάταξης εξακολουθούν να εξετάζονται ως προς τη χωροθέτησή τους και την περιβαλλοντική τους αδειοδότηση σύμφωνα με το καθεστώς του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου ΑΠΕ που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της αρχικής Βεβαίωσης Παραγωγού, αποκλειστικά για την ολοκλήρωση της ήδη εκκινήσασας αδειοδοτικής διαδικασίας.»

Οι παραπάνω προβλέψεις είναι αναγκαίες για την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επενδυτών και τη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι οι επηρεαζόμενες επενδύσεις σχεδιάστηκαν και αδειοδοτήθηκαν σύμφωνα με το ισχύον κατά τον χρόνο έκδοσης της Βεβαίωσης Παραγωγού θεσμικό και χωροταξικό πλαίσιο.

Η έλλειψη μεταβατικών διατάξεων για τα έργα αυτά ενδέχεται να οδηγήσει σε απώλεια δικαιωμάτων, ματαίωση ώριμων επενδύσεων και απαξίωση σημαντικών οικονομικών πόρων που έχουν ήδη δαπανηθεί για μελέτες, αδειοδοτήσεις και λοιπές ενέργειες ωρίμανσης. Αντίθετα, η παροχή εύλογης παράτασης και η δυνατότητα μετεγκατάστασης εντός της ίδιας Περιφερειακής Ενότητας επιτρέπουν την προσαρμογή των έργων στις νέες χωροταξικές απαιτήσεις, χωρίς να υπονομεύεται ο σκοπός του νέου σχεδιασμού και χωρίς να θίγεται η αναπτυξιακή δυναμική του κλάδου των ΑΠΕ.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM