Εσωτερικές διαμάχες στην Κομισιόν για το βιομηχανικό master plan της φον ντερ Λάιεν – Τι αποκαλύπτει η διαφωνία στις Βρυξέλλες
Σοβαρές εσωτερικές ενστάσεις και αντιδράσεις συναντά το εμβληματικό σχέδιο της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για την αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, αποκαλύπτοντας τις βαθιές διαφωνίες στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το πόσο μακριά θα πρέπει να φτάσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην προστασία της εγχώριας παραγωγής.
Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται ο προτεινόμενος Νόμος για την Επιτάχυνση της Βιομηχανίας (Industrial Accelerator Act) — βασικός πυλώνας της ευρύτερης Συμφωνίας για Καθαρή Βιομηχανία — ο οποίος αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε μια περίοδο αυξανόμενων παγκόσμιων πιέσεων. Όπως αποκαλύπτει το Politico, αυτή η ασυνήθιστα ευρεία κριτική κινδυνεύει να καθυστερήσει την παρουσίαση του σχεδίου, η οποία έχει επίσημα προγραμματιστεί για τις 26 Φεβρουαρίου, για τρίτη φορά — αφήνοντας την εκτελεστική εξουσία των Βρυξελλών να αγωνίζεται να παρουσιάσει μια συνεκτική συνολική στρατηγική για την ενίσχυση της οικονομικής ανταγωνιστικότητας της ΕΕ εγκαίρως για τη σύνοδο κορυφής των ηγετών στις 19-20 Μαρτίου. Η Επιτροπή αρνήθηκε να σχολιάσει εάν η ημερομηνία της 26ης Φεβρουαρίου θα τηρηθεί.
Αντιδράσεις
Η αντίδραση αυτή έρχεται σε μια ευαίσθητη στιγμή για την ευρωπαϊκή οικονομία. Οι αξιωματούχοι εκφράζουν μία αυξανόμενη ανησυχία για τις επιθετικές δασμολογικές πολιτικές των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ενώ οι επιδοτούμενες εξαγωγές από την Κίνα συνεχίζουν να ασκούν πίεση στους Ευρωπαίους παραγωγούς σε βασικούς τομείς, από τον χάλυβα έως τις καθαρές τεχνολογίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή επιδιώκει να διαμορφώσει μια ενιαία στρατηγική για την ενίσχυση των αλυσίδων εφοδιασμού, την ανάπτυξη πράσινων βιομηχανιών και τη μείωση στρατηγικών εξαρτήσεων. Αντί αυτού, η τρέχουσα διαμάχη αναδεικνύει πόσο δύσκολο είναι να ευθυγραμμιστούν οι εθνικές προτεραιότητες και οι διαφορετικές οικονομικές και ενεργειακές φιλοσοφίες μέσα στις ίδιες τις Βρυξέλλες.
Μια εμβληματική πρόταση υπό πίεση
Ο Νόμος για την Επιτάχυνση της Βιομηχανίας έχει σχεδιαστεί ώστε να δώσει πλεονέκτημα στα ευρωπαϊκά προϊόντα στις δημόσιες προμήθειες και στα δημόσια χρηματοδοτούμενα βιομηχανικά έργα, ιδιαίτερα σε τομείς που θεωρούνται κρίσιμοι για την ενεργειακή μετάβαση και την οικονομική ασφάλεια. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι ενεργοβόρες βιομηχανίες, οι τεχνολογίες μηδενικών εκπομπών και η αυτοκινητοβιομηχανία.
Πέρα από τους κανόνες προμηθειών, η πράξη αποσκοπεί στον καθορισμό βασικών εννοιών — όπως ο ορισμός του «πράσινου χάλυβα», οι απαιτήσεις τοπικού περιεχομένου και τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό «Made in EU» — ορισμοί που θα επηρεάσουν πολλαπλά μελλοντικά νομοθετήματα.
Οι υποστηρικτές της υποστηρίζουν ότι πρόκειται για αναγκαία απάντηση σε μια μεταβαλλόμενη παγκόσμια αγορά, όπου οι μεγάλες οικονομίες επιδοτούν ολοένα και περισσότερο τη δική τους βιομηχανία. Οι επικριτές, ωστόσο, φοβούνται ότι η προσέγγιση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε προστατευτισμό, κάτι που θα έρχεται σε σύγκρουση με τη διαχρονική δέσμευση της Ευρώπης στο ανοικτό εμπόριο.
Η μεγάλη πρόκληση
Η αντίδραση αποτελεί επίσης πολιτική πρόκληση για τον Stéphane Séjourné, επίτροπο Βιομηχανίας και βασικό υπεύθυνο για την προώθηση της πρότασης. Παρά την αισιοδοξία του ότι μπορεί να επιτευχθεί συμβιβασμός, το εύρος των αντιρρήσεων έχει εγείρει ερωτήματα για το αν και κατά πόσον η πρόταση θα μπορέσει να διατηρήσει την αρχική της φιλοδοξία.
Η μάχη για τους «αξιόπιστους εταίρους»
Στον πυρήνα της διαφωνίας βρίσκεται ένα φαινομενικά απλό ερώτημα: ποιος θεωρείται αξιόπιστος εταίρος στο ευρωπαϊκό βιομηχανικό οικοσύστημα;
Σύμφωνα με προσχέδια που κυκλοφόρησαν μεταξύ αξιωματούχων, ο χαρακτηρισμός «Made in EU» θα αφορά κυρίως προϊόντα που παράγονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, συμπεριλαμβανομένων της Νορβηγίας, της Ισλανδίας και το Λιχτενστάιν. Ωστόσο, η πρόταση αφήνει περιθώριο ώστε η παραγωγή από «αξιόπιστους εταίρους» να θεωρείται ισοδύναμη με περιεχόμενο ευρωπαϊκής προέλευσης.
Ο ορισμός αυτός έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση. Η εμπορική υπηρεσία της Επιτροπής φέρεται να προτιμά μια ευρύτερη ερμηνεία που θα περιλαμβάνει όλες τις χώρες με τις οποίες η ΕΕ έχει συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου. Αντίθετα, το περιβάλλον του Séjourné υποστηρίζει πιο περιορισμένη προσέγγιση, δίνοντας προτεραιότητα στην παραγωγή εντός Ευρώπης.
Οι θεσμικές αυτές διαφορές αντανακλούν και τις εντάσεις μεταξύ κρατών-μελών.
Η Γαλλία τάσσεται υπέρ μίας πιο ισχυρής ευρωπαϊκής προτίμησης με στόχο την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, ενώ η Γερμανία και η Ιταλία έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι τέτοια μέτρα μπορεί να περιπλέξουν τις εμπορικές σχέσεις ή να αυξήσουν το ρυθμιστικό βάρος για τις επιχειρήσεις.
Η συζήτηση επεκτείνεται και εκτός ΕΕ. Το Ηνωμένο Βασίλειο, αν και εκτός της Ένωσης, παραμένει στενά συνδεδεμένο με τις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού και φέρεται να έχει ξεκινήσει διπλωματική εκστρατεία ώστε οι βρετανικές επιχειρήσεις να παραμείνουν επιλέξιμες σε ευρωπαϊκά έργα. Η Ιαπωνία πιέζει επίσης για πιο ευρεία ερμηνεία του όρου «αξιόπιστος εταίρος».
Οι στρατηγικές προτεραιότητες και η ευελιξία
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει μια ευρύτερη ιδεολογική διαφωνία στις Βρυξέλλες: πώς μπορεί να συνδυαστεί η βιομηχανική στρατηγική με την εμπορική ευλεξία.
Από τη μία πλευρά, οι υποστηρικτές του νόμου υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη πρέπει να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο όπου η οικονομική ασφάλεια και η βιομηχανική πολιτική συνδέονται ολοένα και περισσότερο. Οι ευρείες βιομηχανικές επιδοτήσεις στις ΗΠΑ και το κρατικά υποστηριζόμενο μοντέλο παραγωγής της Κίνας έχουν ενισχύσει τις φωνές που ζητούν ισχυρότερη προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης.
Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές φοβούνται ότι ένας περιορισμός στην πρόσβαση στις δημόσιες προμήθειες θα μπορούσε να υπονομεύσει τις προσπάθειες ολοκλήρωσης εμπορικών συμφωνιών με εταίρους όπως το μπλοκ της Mercosur, η Ινδία και η Αυστραλία. Μια πιο εσωστρεφής βιομηχανική πολιτική θα μπορούσε να δυσκολέψει τις διαπραγματεύσεις και να αποδυναμώσει την εικόνα της Ευρώπης ως υπέρμαχου του ελεύθερου εμπορίου.
Ορισμένοι αξιωματούχοι εκφράζουν επίσης ανησυχία ότι οι σύνθετοι κανόνες προέλευσης μπορεί να αυξήσουν το κόστος για ευρωπαϊκές εταιρείες που βασίζονται σε παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Πολιτικό διακύβευμα για τις Βρυξέλλες
Αν και η αρνητική κριτική από υπηρεσίες της Επιτροπής δεν μπλοκάρει νομικά την πρόταση, περιπλέκει την πολιτική διαδικασία. Παραδοσιακά, σημαντικά νομοθετήματα προωθούνται μέσω συναίνεσης στο Κολέγιο των Επιτρόπων, υπό την προεδρία της φον ντερ Λάιεν. ΄Ένα αποτέλεσμα χωρίς ευρεία στήριξη είναι δυνατό αλλά σπάνιο και θα ανέδειχνε εσωτερικές ρωγμές.
Τυχόν καθυστερήσεις θα ήταν ιδιαίτερα άβολες ενόψει της συνόδου κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών τον Μάρτιο, όπου η Επιτροπή επιδιώκει να παρουσιάσει ένα συνεκτικό σχέδιο ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Μια νέα αναβολή θα ενίσχυε την εικόνα ότι οι Βρυξέλλες δυσκολεύονται να αντιδράσουν γρήγορα στις οικονομικές προκλήσεις.
Για τη φον ντερ Λάιεν, το διακύβευμα ξεπερνά ένα μεμονωμένο νομοθέτημα. Η Συμφωνία για Καθαρή Βιομηχανία σχεδιάστηκε ως εμβληματική πρωτοβουλία που θα συνδύαζε την κλιματική φιλοδοξία με την οικονομική αναζωογόνηση. Αν ο βασικός της πυλώνας παγιδευτεί σε εσωτερικές διαμάχες, θα ενισχυθούν τα ερωτήματα για την ικανότητα της ΕΕ να υλοποιεί μεγάλες βιομηχανικές μεταρρυθμίσεις.
Τι ακολουθεί
Παρά τις τριβές, αξιωματούχοι που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις εκτιμούν ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο συμβιβασμού. Η Επιτροπή ενδέχεται να αναζητήσει μια μέση λύση, διατηρώντας την ευρωπαϊκή προτίμηση αλλά επιτρέποντας τη συμμετοχή στενά συνδεδεμένων εμπορικών εταίρων.
Ωστόσο, η συζήτηση αποκαλύπτει πόσο περίπλοκη θα είναι η αναβίωση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Η ήπειρος αντιμετωπίζει ταυτόχρονα παγκόσμιο ανταγωνισμό, τεχνολογικό μετασχηματισμό και την ανάγκη απανθρακοποίησης της βαριάς βιομηχανίας — ενώ παράλληλα πρέπει να διατηρήσει τη συνοχή μεταξύ 27 κρατών-μελών με διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα.