Δύσκολη άσκηση με εμπόδια και ρίσκα η βιωσιμότητα των μπαταριών στο νέο τοπίο – Οι 3 κρίσιμες μεταβλητές και οι βασικές διαπιστώσεις της αγοράς στο Renewable & Storage Forum
Η διακύμανση των τιμών φυσικού αερίου και διοξειδίου του άνθρακα σε συνδυασμό με τον ρυθμό διείσδυσης των μπαταριών στην αγορά αναμένεται να καθορίσουν τα έσοδα των μπαταριών με τους συμμετέχοντες να συγκλίνουν στην εκτίμηση περί «αβεβαιότητας» και «πολυπλοκότητας» στην υπόθεση «μπαταρίες» με την «βεβαιότητα» ότι σε τίποτα δεν μοιάζει με τα «revenue streams» των «κλασικών τεχνολογιών ΑΠΕ όπως τα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.
«Χιλιάδες μεταβλητές. Αποφάσεις σε κλάσματα δευτερολέπτου. Πως θα πάρουμε από τις διακυμάνσεις της αγοράς και το control των assets μας το μεγαλύτερο κέρδος» ήταν ο τίτλος παρουσίασης της Διευθύνουσας Συμβούλου της Optimus Energy Στέλλας Ζαχαρία στα πλαίσια του πρόσφατου Renewable & Storage Forum, αποτυπώνοντας την ουσία της συζήτησης γύρω από το θέμα της βιωσιμότητας των μπαταριών οι οποίες συνιστούν κάτι «καινούργιο» κι «αχαρτογράφητο» προς ώρας για την ελληνική αγορά με μόνο βέβαιο στοιχείο ότι θα «βηματίσουν» σε ένα εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον με σοβαρούς κινδύνους για την βιωσιμότητα των έργων μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Αν εξαιρέσουμε τις υφιστάμενες συνθήκες της αγοράς και την εξέλιξη που προβλέπεται να έχουν τα επόμενα χρόνια, η βασική ποιοτική διαφορά των μπαταριών σε σχέση με τις «παραδοσιακές» ΑΠΕ και δη σε σχέση με τα μέχρι τώρα γνωστά μοντέλα είναι οι πολλαπλές πηγές εσόδων που με την σειρά τους εγκυμονούν και πολλαπλάσιους κινδύνους. Σε αυτή την βάση, η αξιολόγηση του κινδύνου ή καλύτερα των κινδύνων παίρνει θέση στην πρώτη γραμμή των business plan είτε αυτό αφορά τον επενδυτή είτε πολύ περισσότερο την τράπεζα που καλείται να χρηματοδοτήσει το έργο.
Οι τράπεζες προσαρμόζονται
Η τελευταία, όπως επισήμανε μεταξύ άλλων, ο Διαμαντής Λίπαρος, Associate Director του τμήματος Energy Project Finance - Structural Financing της Εθνικής Τράπεζας, λαμβάνει κάποιες παραδοχές επιλέγοντας σε κάθε περίπτωση να κινηθεί στις εκτιμήσεις της στα δεδομένα που προκύπτουν από το πλέον συντηρητικό σενάριο.
Η εν λόγω προσέγγιση αποτυπώνεται και στα χρηματοδοτικά εργαλεία που έχουν αναπτύξει και αξιοποιούν πλέον οι τράπεζες με την βασική λογική να θέλει αυτά να διαρθρώνονται με τρόπο ώστε να ελαχιστοποιείται το ρίσκο της χασούρας σε περίπτωση που τα νούμερα δεν βγουν όπως έχουν προϋπολογιστεί.
Το ρίσκο διαμοιράζεται
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση περί βιωσιμότητας και χρηματοδότησης των έργων αποθήκευσης παραπέμπει ως δεδομένο πλέον σε ένα νέο τοπίο σε συνέχεια των συνολικότερων γνωρισμάτων που χαρακτηρίζουν την αγορά με «σταθερά» να αποτελεί η επαύξηση του ρίσκου που «βαραίνει» στην πλευρά του επενδυτή.
Υπό αυτό το πρίσμα, το προφίλ του εκάστοτε επενδυτή αναδεικνύεται σε κρίσιμη παράμετρο της συζήτησης που δεν περιορίζεται μονάχα στο «πράσινο φως» της τράπεζας αλλά και στο κατά πόσο ο εκάστοτε επενδυτής δύναται να προσαρμοστεί και να σταθεί επαρκώς στους όρους που θέτει η τράπεζα, καθώς, όπως αναφέρθηκε, υπάρχουν «φόρμουλες» χρηματοδότησης που σίγουρα δεν απευθύνονται άνευ όρων και προϋποθέσεων.
«All-in» στο arbitrage κι όποιος προλάβει τα υπόλοιπα
Η αισιόδοξη νότα στη συζήτηση παραμένει το «arbitrage» με τις βασικές εκτιμήσεις να θέλουν να αποτελεί την βασική πηγή εσόδων σε βάθος χρόνου εν αντιθέσει με τα έσοδα από την αγορά εξισορρόπησης και τις υπόλοιπες επικουρικές υπηρεσίες που θα περιοριστούν προοδευτικά σε συνέχεια του «πληθωρισμού» της αγοράς με την είσοδο πολλαπλάσιων σταθμών αποθήκευσης συν τω χρόνω.
«Το βασικό έσοδο θα είναι το energy arbitrage» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Ευάγγελος Γαζής, Επικεφαλής Νοτιοανατολικής Ευρώπης της Aurora Energy Research για να συμπληρώσει σε άλλο μέρος της ομιλίας του ότι «ο χρόνος που μπαίνει μια μπαταρία στο σύστημα είναι πολύ σημαντικός». Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ροές των εσόδων τελούν υπό την «δαμόκλειο σπάθη» του κανιβαλισμού της αγοράς με τα μοντέλα μάλιστα να «φωτογραφίζουν» τέτοιες συνθήκες στην αγορά στον άμεσο ορίζοντα.
Ενδεικτικά, ο καθηγητής του ΑΠΘ Παντελής Μπίσκας ανέφερε μεταξύ άλλων ότι τα έσοδα από την αγορά εξισορρόπησης και λοιπές επικουρικές υπηρεσίες μειώνονται δραστικά μετά τον 2ο και 3ο χρόνο δραστηριότητας της μπαταρίας ως αποτέλεσμα του πληθωρισμού στην αγορά και της μεγαλύτερης κατάτμησης της «πίτας» ανάμεσα σε περισσότερους σταθμούς αποθήκευσης σε σχέση με την αρχική περίοδο λειτουργίας της αγοράς, επιβεβαιώνοντας με την σειρά του ότι «ο πρώτος τα παίρνει όλα».
Η απαισιόδοξη οπτική
Σε κάθε περίπτωση, η άσκηση, όπως προαναφέρθηκε, παραμένει σύνθετη και δύσκολη προς επίλυση, ιδίως όταν η συζήτηση επεκτείνεται σε funds που εν δυνάμει «κατεβαίνουν» στην αγορά για να χρηματοδοτήσουν υποψήφιες επενδύσεις. «Όλα είναι στο αέρα προς το παρόν ως προς το τι πρόκειται να συμβεί. Ενδεχομένως να ανταμειφθούν οι πολύ γενναίοι. Ενδεχομένως να μην ανταμειφθεί και κανείς. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το canibalisation, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι IRR θα βγει. Άρα πρόκειται για μια αγορά υπό διαμόρφωση (wild west). Τουλάχιστον για μας αυτή την στιγμή δεν υπάρχει ορατότητα, ό,τι έχουμε δει μέχρι σήμερα είναι δύσκολα χρηματοδοτήσιμο» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Θεόδωρος Κιακίδης, Founding Partner της New Energy Partners (NEP), «αποκαλύπτοντας» μια άλλη οπτική της αγοράς που προκύπτει κύρια από την αξιολόγηση των αβεβαιοτήτων που εντοπίζονται τόσο τα έργα ΑΠΕ όσο και στα έργα αποθήκευσης.
Ο κανιβαλισμός καραδοκεί
Σε ανάλογο μήκος κύματος ως προς την γενική θεώρηση των πραγμάτων, όντας λίγους μήνες πριν μετρήσουμε τις πρώτες συμμετοχές μπαταριών στις αγορές ενέργειας, ο Δρ. Αλεξ Παπαλεξόπουλος, Διευθύνων Σύμβουλος και Ιδρυτής της ECCO International αναγνωρίζει τις δυσκολίες της «επόμενης μέρας» στη μεγάλη μεταβλητότητα και την έλλειψη προβλεψιμότητας.
Επιπρόσθετα σημειώνει, συνεκτιμώντας την εμπειρία από την Καλιφόρνια και γενικότερα την αμερικανική αγορά, ότι «έχουμε πολλούς καινούργιους παίκτες και δεν ξέρουμε πως θα επηρεάσουν αυτοί τις αγορές». Σε συνέχεια της ίδιας εμπειρίας, ο κ. Παπαλεξόπουλος τόνισε ότι η προοπτική των μπαταριών να ηγηθούν στην παροχή εφεδρειών είναι σημαντική ωστόσο συνοδεύεται, όπως ανέφεραν και άλλοι ομιλητές, με τον κίνδυνο του κανιβαλισμού, του κορεσμού της αγοράς, γεγονός που αναμένεται να επιδράσει αρνητικά τόσο στις τιμές όσο και στα revenues των έργων.
Σε κάθε περίπτωση, η «χρυσή εποχή» για τις μπαταρίες κατά τον κ. Παπαλεξόπουλο ξετυλίγεται μέσα την επόμενη πενταετία με τα προβλήματα να εμφανίζονται στη συνέχεια, επαναφέροντας τον προβληματισμό της αγοράς και πολύ περισσότερο των φορέων χάραξης πολιτικής στην μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της αγοράς. Οι απαντήσεις μέχρι στιγμής παραμένουν «κοντόφθαλμες», υπογραμμίζοντας ωστόσο την ανάγκη να ανοίξουν «ορίζοντα στο χρόνο» προς αποφυγήν μιας επανάληψης καταστάσεων που σήμερα συμβαίνουν στον χώρο των ΑΠΕ και δη των φωτοβολταϊκών.