Ενεργειακό χάσμα Βορρά – Νότου: Η Eurelectric προειδοποιεί για το κόστος εξισορρόπησης - Απαιτούνται επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση, ευέλικτη παραγωγή και «έξυπνη» κατανάλωση
Η δραστική μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, αποτέλεσμα της εκτίναξης των ΑΠΕ και της πτώσης των τιμών φυσικού αερίου, δεν έγινε αισθητή με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κράτη-μέλη. Το Power Barometer 2025 της Eurelectric αποκαλύπτει μια Ευρώπη «δύο ταχυτήτων»: σε ορισμένες χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης η χονδρική τιμή πάνω από 150 €/MWh εμφανίστηκε μόλις στο 0,6% των ωρών, ενώ σε κράτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης το αντίστοιχο ποσοστό ξεπέρασε το 12%.
Το 2024, ο μέσος όρος τιμών στην ΕΕ υποχώρησε στα 82 €/MWh, από 227 €/MWh στην κορύφωση της κρίσης το 2022. Ωστόσο, οι αριθμοί αυτοί κρύβουν μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών. Οι αγορές που εξαρτώνται ακόμη σε σημαντικό βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα συνέχισαν να βλέπουν επαναλαμβανόμενες αιχμές τιμών, την ώρα που οι χώρες με υψηλή διείσδυση ΑΠΕ και ισχυρές διασυνδέσεις απόλαυσαν τη μεγαλύτερη πτώση.
Η ανισότητα αυτή αναδεικνύει ότι η ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς παραμένει ημιτελής, αφήνοντας ευάλωτες τις χώρες που υστερούν σε υποδομές και διαφοροποίηση.
Η έκρηξη των ΑΠΕ έφερε μεν χαμηλότερες μέσες τιμές, αλλά ανέδειξε μια νέα κατηγορία κόστους: τις δαπάνες για τη εξισορρόπηση του δικτύου. Το 2024 οι Διαχειριστές Δικτύων της Ευρώπης κατέβαλαν περίπου 7 δισ. ευρώ για επικουρικές υπηρεσίες (balancing, frequency control κ.λπ.), από μόλις 2 δισ. το 2020.
Με την παραγωγή από ήλιο και άνεμο να αυξάνεται ραγδαία, τα συστήματα ηλεκτρισμού χρειάζονται πιο συχνές παρεμβάσεις για να διατηρηθεί η ισορροπία. Χωρίς επενδύσεις σε αποθήκευση, ευέλικτη παραγωγή και «έξυπνη» κατανάλωση, το κόστος αυτό θα συνεχίσει να διογκώνεται, επιβαρύνοντας τελικά τους καταναλωτές.
Αρνητικές τιμές: νέο φαινόμενο, νέο πρόβλημα
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της νέας εποχής είναι οι αρνητικές τιμές, που εμφανίστηκαν σε 3,6% των ωρών του 2024. Όταν η παραγωγή ΑΠΕ υπερβαίνει τη ζήτηση και οι δυνατότητες αποθήκευσης ή εξαγωγών είναι περιορισμένες, οι τιμές βυθίζονται κάτω από το μηδέν.
Για τις αγορές με ισχυρή διείσδυση ΑΠΕ, αυτό το φαινόμενο μπορεί να πλήξει την κερδοφορία των επενδύσεων, αποθαρρύνοντας νέες τοποθετήσεις κεφαλαίων.
Παρά την πτώση των τιμών, η κατανάλωση ηλεκτρισμού δεν έχει επανέλθει πλήρως. Το 2024 αυξήθηκε μόλις 1%, παραμένοντας 7% κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα. Το πρώτο εξάμηνο του 2025 δείχνει μια ελαφρά ανάκαμψη (+2%), αλλά η εικόνα απέχει από τους ρυθμούς που απαιτούνται για τον στόχο του 32% ηλεκτροδότησης της τελικής ενέργειας έως το 2030.
Η χαμηλή ζήτηση λειτουργεί ως αντικίνητρο για επενδύσεις σε νέες ΑΠΕ, δίκτυα και αποθήκευση.
Στο πεδίο της αποθήκευσης, η Ευρώπη βρίσκεται στη μέση της διαδρομής. Τα έργα μπαταριών μεγάλης κλίμακας που βρίσκονται σε λειτουργία ή στον σχεδιασμό φτάνουν τα 30,5 GW, ενώ ο στόχος για το 2030 είναι τα 60 GW. Το κενό αυτό υπογραμμίζει την καθυστέρηση στις κρίσιμες επενδύσεις που θα επιτρέψουν την πλήρη αξιοποίηση της δυναμικής των ΑΠΕ.
Το δίλημμα της πολιτικής
Ο γενικός γραμματέας της Eurelectric, Κρίστιαν Ρούμπι, επισημαίνει ότι η Ευρώπη χρειάζεται επειγόντως «επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση και ευελιξία», αλλά και πολιτικές που θα τονώσουν τη ζήτηση μέσα από την ηλεκτροκίνηση, τις αντλίες θερμότητας και την ηλεκτροδότηση της βιομηχανίας.
Χωρίς αυτές τις κινήσεις, ο κίνδυνος είναι διπλός: αφενός οι τιμές να συνεχίσουν να παρουσιάζουν ακραίες διακυμάνσεις, αφετέρου η μετάβαση να μην αποφέρει τα υποσχόμενα οφέλη σε ανταγωνιστικότητα και ασφάλεια εφοδιασμού.