Τι σημαίνει για την Ελλάδα η συμφωνία ΗΠΑ - Ευρώπης για το φυσικό αέριο - Τα 5 ερωτήματα για την εφικτότητα του σχεδίου και τι συνεπάγεται για τις τιμές
Τις ανατροπές που φέρνει στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας η αποκαλούμενη ως «η μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία που υπέγραψαν ποτέ Ευρώπη και ΗΠΑ» επιχειρούν από χθες να αποκρυπτογραφήσουν αναλυτές και κυβερνήσεις, με τα ερωτήματα για την εφικτότητα του σχεδίου πολλά, όπως και τα στοιχεία που μένει να διευκρινιστούν.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η πλημμυρίδα του αμερικανικού LNG που θα μπει τα επόμενα χρόνια στην ΕΕ, διαφορετικά θα επηρεάσει τις ισορροπίες στον ευρωπαικό Βορρά, όπου είναι ήδη κυρίαρχο (86% πέρυσι στη Γερμανία) και διαφορετικά το ενεργειακό μείγμα στη ΝΑ Ευρώπη, όπου το ρωσικό αέριο συνεχίζει να έχει ισχυρή παρουσία.
Στην πράξη, η δέσμευση της Κομισιόν για υποχρεωτική αγορά αμερικανικών ενεργειακών προϊόντων αξίας 250 δισ. δολαρίων ετησίως (750 δισ. στη τριετία), δηλαδή τρεις φορές πάνω από τα σημερινά επίπεδα, ανοίγει το δρόμο για τη μονοπώληση της ευρωπαϊκής αγοράς από το αμερικανικό LNG, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τις τιμές.
Το θέμα καίει ιδιαίτερα χώρες, όπως η Ελλάδα, όπου τα τελευταία στοιχεία του ΔΕΣΦΑ, δείχνουν ότι στο εξάμηνο του 2025, το μερίδιο του ρωσικού αερίου κάλυψε το 43,7% των συνολικών εισαγωγών (https://energypress.gr/index.php/news/tria-proapaitoymena-synehizei-na-bazei-i-ellada-gia-tin-apexartisi-apo-rosiko-aerio-ti).
Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, στο ελληνικό εικονικό σημείο συναλλαγών (Virtual Trading Point), το αμερικανικό αέριο πωλείται σήμερα σε τιμή TTF+1 €/ΜWh, δηλαδή προς 34 ευρώ η Μεγαβατώρα, έναντι τιμής TTF -3 €/ MWh του ρωσικού (30 ευρώ η Μεγαβατώρα).
Στην πράξη, η Ελλάδα πρέπει να καταφέρει μέσα στα επόμενα δυόμισι χρόνια (έως τα τέλη του 2027) όχι μόνο να κάνει σταδιακά μια μεγάλης κλίμακας μετάβαση και να αντικαταστήσει με φυσικό αέριο άλλης πηγής προέλευσης το 40% και πλέον της συνολικής της κατανάλωσης, αλλά και διατρέχει το κίνδυνο να βρεθεί αντιμέτωπη με υψηλότερες τιμές, ανησυχία που έχει εκφράσει και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου…
Στην ουσία, η υποχρεώση και μόνο μιας ολόκληρης ηπείρου να αγοράζει μια συγκεκριμένη ποσότητα από ένα προμηθευτή, σημαίνει ότι δημιουργείται μια seller’s market, (αγορά πωλητή), όπου το πλεονέκτημα στις διαπραγματεύσεις το έχει ο πωλητής, με ότι αυτό συνεπάγεται για το ενεργειακό κόστος της Ευρώπης, που είναι 2-3 φορές υψηλότερο απ΄ότι στις ΗΠΑ ή την Κίνα, όπως γράφει η Έκθεση Ντράγκι.
Αυτό δηλαδή που αφορά τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, τη βιομηχανία και τις κυβερνήσεις είναι το τι θα σημαίνει σε επίπεδο τιμών η ενεργειακή υπερεξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ, προς την οποία ανοίγει το δρόμο η συμφωνία, ακριβώς όπως συνέβαινε με τη Ρωσία μέχρι πριν την εισβολή στην Ουκρανία.
Τα ερωτήματα είναι πολλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και παρ’ ότι πρόκειται για μια συμφωνία - πλαίσιο, με πολλές λεπτομέρειες να είναι ακόμη ασαφείς και την ΕΕ να μην έχει δώσει ακόμη αναλυτικά στοιχεία, συνοψίζοντας όσα ξέρουμε μέχρι τώρα, προκύπτουν τα παρακάτω.
1ο. Πόσο εφικτό είναι το σχέδιο. Τα ποσά τα οποία δεσμεύεται η Ευρώπη να απορροφήσει με ετήσιες αγορές 250 δισ δολαρίων φυσικού αερίου, πετρελαίου και πυρηνικής τεχνολογίας από τις ΗΠΑ (750 δισ στη τριετία), θεωρούνται εξωπραγματικά, όπως σχολιάζει το Bloomberg (https://www.bloomberg.com/news/articles/2025-07-28/the-eu-s-monster-energy-deal-with-trump-looks-hard-to-achieve), αλλά και η συντριπτική πλειοψηφία των αναλυτών. Τόσο επειδή η ζήτηση στην ΕΕ δεν μπορεί να αυξηθεί τόσο πολύ, όσο και επειδή ούτε οι ίδιοι οι Αμερικανοί εξαγωγείς δεν μπορούν να προμηθεύσουν τόση πολύ ενέργεια. Το 2024, μια από τις χρονιές ρεκόρ για τις εισαγωγές αμερικανικής ενέργειας στην Ευρώπη, αυτές έφτασαν κοντά στα 80 δισεκατομμύρια δολάρια, πολύ χαμηλότερα από τη δέσμευση της φον ντερ Λάιεν στον Τραμπ. Οι δε, συνολικές εξαγωγές ενέργειας των ΗΠΑ προς κάθε κατεύθυνση ξεπέρασαν ελαφρώς τα 330 δισ. δολάρια.
2ο. Το σκεπτικό της Κομισιόν. Δίχως να έχουν γίνει γνωστές λεπτομέρειες, αυτό που φαίνεται να ζύγισε η ευρωπαική ηγεσία στη Σκωτία είναι ότι η «ταρίφα» του 15% στους δασμούς για τα περισσότερα προιόντα της ΕΕ αξίζει τη μετατροπή των ΗΠΑ σε προνομιακό ενεργειακό της προμηθευτή, μαζί με τις αγορές δισεκατομμυρίων σε οπλικά συστήματα και τα 600 δισ ευρωπαικών επενδύσεων στις ΗΠΑ. Στο ερώτημα ωστόσο για ποιο λόγο η ευρωπαική ηγεσία να συμφωνήσει σε μια ενεργειακή συμφωνία που γνωρίζει ότι είναι μη ρεαλιστική, απάντηση δεν υπάρχει. Το Reuters (EU's pledge for $250 billion of US energy imports is delusional) δεν αποκλείει η ηγεσία της ΕΕ να ελπίζει ότι η συμφωνία θα αποτύχει, όπως ακριβώς είχε συμβεί με εκείνη που είχε συνάψει ο Ντ. Τραμπ με τη Κίνα κατά τη πρώτη του θητεία το 2019. Το θέμα θα διευκρινιστεί προφανώς από την ευρωπαική ηγεσία τις επόμενες ημέρες.
3ο. Υποχρεωτικότητα εφαρμογής από τις ευρωπαϊκές εταιρείες. Είναι εντελώς ασαφές πώς θα υποχρεωθούν οι ευρωπαϊκές εταιρείες να αγοράσουν ή να πωλούν αμερικανικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, παρακάμπτοντας άλλους προμηθευτές. Ένα εύλογο ερώτημα είναι τι θα συμβεί στο βαθμό που οι ευρωπαικές εταιρείες δεν αγοράσουν τις όποιες συμφωνημένες ποσότητες, δεν επιτευχθούν οι στόχοι και η συμφωνία αποτύχει. Άραγε η αμερικανική πλευρά θα αναθεωρήσει προς τα πάνω τη «ταρίφα» του 15% στους δασμούς που συμφωνήθηκε για τα περισσότερα προιόντα της ΕΕ;
4ο. Επιπλέον πετρέλαιο. Έτερο ερώτημα αφορά τις ροές πετρελαίου από τον Κόλπο των ΗΠΑ προς την ΕΕ, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν φτάσει σε περισσότερα από 2 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, περίπου το ήμισυ του συνολικού όγκου εξαγωγών αμερικανικού αργού πετρελαίου. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, περαιτέρω αύξηση των αγορών θα μπορούσε να αποδειχθεί προβληματική για τα διυλιστήρια της περιοχής, τα οποία χρειάζονται ένα συγκεκριμένο μείγμα προμηθειών για να παράγουν βενζίνη και ντίζελ.
5ο. Εξοπλισμός πυρηνικής ενέργειας. Σε ό,τι αφορά την αγορά αμερικανικού εξοπλισμού στην πυρηνική ενέργεια, δηλαδή συμφωνίες γύρω από τους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (SMRs), αναλυτές σχολιάζουν ότι δεν αναμένεται να είναι εμπορικά βιώσιμοι πριν από το 2030. Επίσης, η ενθάρρυνση τέτοιων επενδύσεων δεν συνάδει με την προσπάθεια προώθησης της ευρωπαικής πυρηνικής βιομηχανίας.
«Ακόμα κι αν αυτή η συμφωνία οδηγήσει σε περισσότερες δαπάνες της ΕΕ προς αμερικανικά έργα LNG, οι καινούργιες αυτές ροές δύσκολα θα υλοποιηθούν πριν από το τέλος της θητείας Τραμπ», σχολίασε στο Bloomberg η Florence Schmit, υπεύθυνη στρατηγικής ενέργειας της Rabobank.
«Στη πράξη αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η κυβέρνηση Τραμπ νοιάζεται να κλείσει νέες συμφωνίες με ευρωπαίους αγοραστές για προμήθεια από νέα έργα LNG, προκειμένου αυτά, έχοντας διασφαλισμένη πελατεία, να εξασφαλίσουν ευκολότερα χρηματοδότηση», εκτιμά από τη πλευρά του ο Χαν Γουέι, αναλυτής στο BloombergNEF.