Αρνητικές τιμές στην αγορά: πρόβλημα ή σήμα για αλλαγές;
Το 2024 στην ελληνική αγορά ηλεκτρισμού εμφανίστηκαν για πρώτη φορά αρνητικές τιμές αν και σε συχνότητα και μεγέθη που δεν τράβηξαν την προσοχή. Το 2025, οι αρνητικές τιμές συνέχισαν με αυξητική τάση, αν και οι συνέπειες τους καλύφθηκαν από τις περικοπές που μονοπωλούν το ενδιαφέρον των επενδυτών. Την ίδια ώρα, σε άλλες χώρες το φαινόμενο λαμβάνει μεγαλύτερες διαστάσεις και απασχολεί επενδυτές, καταναλωτές και ρυθμιστικούς φορείς.
Η ύπαρξη αρνητικών τιμών είναι σημάδι έλλειψης ευελιξίας στο ενεργειακό σύστημα. Συνήθως συμβαίνει σε περιόδους μεγάλης παραγωγής και χαμηλής ζήτησης, αν και οι λόγοι ποικίλλουν και μπορεί να είναι τεχνικοί ή ρυθμιστικοί.
Όπως φαίνεται στο παραπάνω διάγραμμα, η εμφάνιση αρνητικών τιμών δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Εμφανίζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και πρόσφατα και στην Κίνα. Στις Σκανδιναβικές χώρες, που πρωταγωνιστούν σε ποσοστό αρνητικών τιμών, κύρια αιτία είναι η ύπαρξη πολλών υδροηλεκτρικών (run-off) και πυρηνικών, στην Γαλλία η ύπαρξη πυρηνικών, ενώ σε άλλες χώρες η μεγάλη παραγωγή από ΑΠΕ σε συνδυασμό με χαμηλή ζήτηση.
Στο παρακάτω διάγραμμα φαίνεται η συχνότητα εμφάνισης αρνητικών τιμών ανά ημέρα της εβδομάδας, που σε γενικές γραμμές συμπίπτει με το εβδομαδιαίο προφίλ της ζήτησης.
Το παρακάτω διάγραμμα απεικονίζει την εμφάνιση μηδενικών ή αρνητικών τιμών σε σχέση με το ημερήσιο προφίλ των φωτοβολταϊκών στην Ευρώπη.
Πέραν της προφανούς ανισορροπίας προσφοράς και ζήτησης, οι αρνητικές τιμές μπορεί να επηρεάσουν ή μη τους παραγωγούς για καθαρά ρυθμιστικούς λόγους. Ένα σύστημα που αποζημιώνεται με feed-in-tariff, για παράδειγμα, δεν επηρεάζεται από τις αρνητικές τιμές στην αγορά. Αντιθέτως ένα σύστημα με feed-in-premium μπορεί να επηρεαστεί. Στην Ελλάδα π.χ. ο παραγωγός με feed-in-premium δεν αποζημιώνεται όταν η τιμή της αγοράς επόμενης μέρας είναι μηδενική ή αρνητική για πάνω από δύο συνεχόμενες ώρες, στην Ιταλία (παραγωγός με CfD) όταν οι τιμές είναι αρνητικές για πάνω από έξι συνεχόμενες ώρες.
Οι λόγοι, όπως είπαμε, μπορεί να είναι τεχνικοί. Οι συμβατικές μονάδες, για παράδειγμα, έχουν αρκετά υψηλό κόστος σβέσης και επανεκκίνησης, με αποτέλεσμα να συμφέρει περισσότερο να πληρώσουν για την ενέργεια που παράγουν και να παραμείνουν σε λειτουργία. Επίσης μια μονάδα τηλεθέρμανσης δεν έχει την “πολυτέλεια” να μη παράγει συγκεκριμένες ώρες που απαιτείται.
Προφανώς για τους περισσότερους παραγωγούς οι αρνητικές τιμές είναι άσχημα νέα. Για τους καταναλωτές πάλι, όχι. Ειδικά σε όσους έχουν δυναμικά τιμολόγια και έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίσουν τη ζήτηση ενέργειας τις ώρες χαμηλών ή αρνητικών τιμών. Σε κάθε περίπτωση, όπως είπαμε, οι αρνητικές τιμές δίνουν ένα σήμα προς όλους ότι απαιτείται περισσότερη ευελιξία στο σύστημα. Μια ευελιξία π.χ. που παρέχουν οι μπαταρίες που επιτρέπουν τη μετάθεση της έγχυσης της καθαρής ενέργειας από τις ώρες αρνητικής ενέργειας σε ώρες που η παραγόμενη ενέργεια πωλείται ακριβότερα.
Σε επίπεδο συστήματος πάλι, το πρόβλημα των αρνητικών τιμών θα μετριάζεται καθώς θα προχωρά ο εξηλεκτρισμός και η μετατροπή διαφόρων θερμικών χρήσεων σε ηλεκτρικές. Στόχος της Eurelectric, για παράδειγμα, είναι να αυξηθεί ο εξηλεκτρισμός της ευρωπαϊκής οικονομίας από τα σημερινά επίπεδα του 23% στο 35% ως το 2030.