Το μπαλάκι της μείωσης του ενεργειακού κόστους στις κυβερνήσεις πετά η Κομισιόν - Γιατί τα πακέτα δεν «ενθουσίασαν» τους stakeholders της βιομηχανίας - Δύο ταχύτητες στους φόρους, αντιφάσεις με τις χρεώσεις

Το μπαλάκι της μείωσης του ενεργειακού κόστους στις κυβερνήσεις πετά η Κομισιόν - Γιατί τα πακέτα δεν «ενθουσίασαν» τους stakeholders της βιομηχανίας - Δύο ταχύτητες στους φόρους, αντιφάσεις με τις χρεώσεις

Το μπαλάκι της μείωσης του ενεργειακού κόστους στις κυβερνήσεις πετά η Κομισιόν - Γιατί τα πακέτα δεν «ενθουσίασαν» τους stakeholders της βιομηχανίας - Δύο ταχύτητες στους φόρους, αντιφάσεις με τις χρεώσεις

Στις κυβερνήσεις πετά την «καυτή πατάτα» της άμεσης αντιμετώπισης του τεράστιου προβλήματος του ενεργειακού κόστους για νοικοκυριά και ενεργοβόρες επιχειρήσεις η Κομισιόν.

Και τούτο γιατί το μοναδικό μέτρο αμέσου δράσεως που προτείνει το πολυσυζητημένο «Σχέδιο Δράσης για Προσιτές Τιμές Ενέργειας» που παρουσιάστηκε χθες πανηγυρικά στις Βρυξέλλες μαζί με τη νέα βιομηχανική ευρωπαϊκή συμφωνία (Clean Industrial Deal) και το πακέτο για λιγότερη γραφειοκρατία (Simplification Omnibus), είναι η μείωση των φόρων και των μη ανταγωνιστικών χρεώσεων στο ρεύμα.

Η εφαρμογή του πρώτου σκέλους συναρτάται με τις δημοσιονομικές αντοχές και τα περιθώρια κάθε χώρας, με την Ελλάδα να συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των κρατών με τη μικρότερη ευελιξία στο θέμα αυτό. Σαν κατεύθυνση οδηγεί ξανά σε μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον ίδιο τον ανταγωνισμό, καθώς λίγοι μεταξύ των «27» έχουν παρόμοια οικονομική δυνατότητα.

Αλλωστε, σύμφωνα με τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες που ισχύουν από φέτος, δεν υπάρχει τρόπος μια χώρα να αφαιρέσει ένα φόρο, αν δεν βάλει στη θέση του έναν άλλο, ισοδύναμο.

Το δε, θέμα των χρεώσεων εμπεριέχει μια εγγενή αντίφαση. Και τούτο διότι τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες της ΕΕ, οι χρεώσεις δικτύου - μια από τις βασικότερες συνιστώσες-  κινούνται ανοδικά, ακριβώς για να χρηματοδοτούνται οι επενδύσεις για τις διεθνείς διασυνδέσεις που είναι προαπαιτούμενο για την ενιαία αγορά ηλεκτρισμού, αλλά και την αναβάθμιση των δικτύων. Αυτά με τη σειρά τους αποτελούν μονόδρομο για την υποδοχή περισσότερων ΑΠΕ.

Η αντίφαση έγκειται στο γεγονός ότι αυτός που πληρώνει την επέκταση των δικτύων, μέσω των σχετικών χρεώσεων, είναι ο καταναλωτής.

Από τη μια λοιπόν η Κομισιόν κάνει λόγο για την ανάγκη ισχυρότερων διασυνδέσεων και νέων πράσινων ηλεκτρικών λεωφόρων, ώστε να ενισχυθεί και να επιταχυνθεί η διείσδυση των ΑΠΕ. Αλλά από την άλλη καλεί τις κυβερνήσεις να βάλουν «μαχαίρι» στα τέλη δικτύου για συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών, όπως βιομηχανίες που επενδύουν στον εξηλεκτρισμό τους ή όσες μεταφέρουν τη κατανάλωση τους σε ώρες όπου δεν υπάρχει αιχμή στη ζήτηση.

Στο ερώτημα, ποιος θα καλύψει το κενό που θα δημιουργηθεί στα κεφάλαια για την ανάπτυξη των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, η Κομισιόν απαντά ότι θα πρέπει να βάλουν το χέρι στη τσέπη οι κυβερνήσεις μέσω των εθνικών προϋπολογισμών.

Σύμφωνα με όσα λένε στελέχη της αγοράς, η φιλοσοφία του μέτρου κινείται περισσότερο στη λογική μιας ανακατανομής των υπαρχουσών επιβαρύνσεων, παρά απαντά στο πώς η ΕΕ θα ρίξει άμεσα τα κόστη στην ενέργεια. Κάτι που θα έφερνε π.χ. μια γενναία παρέμβαση στο χρηματιστήριο των ρύπων (ETS).

Τόσο δηλαδή στο θέμα των φόρων και των χρεώσεων, όσο και σε άλλα μέτρα, η εικόνα είναι πως τα «βέλη» της Κομισιόν δεν στοχεύουν στη καρδιά του προβλήματος, παρά σημαδεύουν γύρω - γύρω από το πυρήνα, σε περιφερειακά ζητήματα. Στην ίδια λογική κινείται και η συζήτηση να αφαιρεθούν χρεώσεις υπερ τρίτων από τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος (τέτοια στην Ελλάδα είναι τα δημοτικά τέλη και η ΕΡΤ), μέτρο που δεν αλλάζει την ουσία. Η δαπάνη για τον καταναλωτή θα παρέμενε η ίδια, απλώς αντί να τα πληρώνει όλα μαζί σε ένα λογαριασμό, θα τα πλήρωνε σε δύο ή τρεις διαφορετικούς.

Η βιομηχανία περιμένει να δει πολλά περισσότερα

Κρίνοντας από τα όσα λένε οι άνθρωποι της αγοράς από το χώρο της βιομηχανίας για την οποία άλλωστε και σχεδιάστηκαν τα μέτρα (Eurometaux, Ευρωπαϊκή Ένωσης Χάλυβα), μπορεί η επιχειρηματικότητα να μπαίνει για πρώτη φορά στο επίκεντρο της προσοχής της Κομισιόν, ωστόσο κανένα από τα τρία πακέτα δεν απαντά στο βασικό ερώτημα για το πώς θα μειωθεί άμεσα το κόστος ενέργειας στην Ευρώπη.

«Η Eurometaux θα ήθελε να δει πολλά περισσότερα να γίνουν για να διασφαλιστεί μια ουσιαστική υποστήριξη στο λειτουργικό κόστος της βιομηχανίας έως ότου οι τιμές της ενέργειας επανέλθουν στα προ του 2022 επίπεδα», γράφει ο Γενικός Διευθυντής του φορέα που εκπροσωπεί την ευρωπαική βιομηχανία μη σιδηρούχων μετάλλων, James Watson.

Κάνει λογο για ένα μικρό μόνο βήμα μιας διαδρομής όπου θα απαιτηθεί πολύ περισσότερη προσπάθεια για να μειωθούν οι τιμές της ενέργειας, θυμίζει ότι το κόστος στην Ευρώπη είναι έως και 4 φορές υψηλότερο από εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών και δύο φορές υψηλότερο από της Κίνας, ενώ τονίζει ότι το σχέδιο για τη προσιτή ενέργεια (Affordable Energy Action Plan) «δεν αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος».

«Χωρίς άμεσες, δομικές αλλαγές, συμπεριλαμβανομένων μέτρων ανάκαμψης βραχυπρόθεσμα, κινδυνεύουμε να χάσουμε τη βιομηχανική ραχοκοκαλιά της Ευρώπης», αναφέρει από πλευράς της η ανακοίνωση της Ευρωπαικής Ενωσης Χάλυβα, Eurofer.

Στους ικανοποιημένους συγκαταλέγονται η Wind Europe, που επιχαίρει για τη ταχύτερη αδειοδότηση, την επέκταση των δικτύων και την οικονομική στήριξη για επενδύσεις στη βιομηχανική απανθρακοποίηση, η SolarPower Europe, που στέκεται στις αναφορές του σχεδίου για τον εξηλεκτρισμό της βιομηχανίας και την απαλλαγή από τις εκπομπές άνθρακα, η Hydrogen Europe που χαιρετίζει τις αναφορές στη χρηματοδότηση του υδρογόνου, καθώς επίσης η Carbon Capture and Storage Association. 

Αναπάντητο το βασικό ερώτημα

Το θέμα ωστόσο είναι ότι πέρα από τα αντικρουόμενα συμφέροντα στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, το ζητούμενο παραμένει χωρίς απάντηση: Ο τρόπος άμεσης μείωσης του κόστους ενέργειας για την Ευρώπη δεν απαντιέται από τις χθεσινές ανακοινώσεις.

Κανένα από τα τρία πακέτα, αυτά για τη προσιτή ενέργεια (Affordable Energy Action Plan), για μια νέα βιομηχανική ευρωπαϊκή συμφωνία (Clean Industrial Deal) και εκείνο για λιγότερη γραφειοκρατία, για τα οποία έγινε τόσος ντόρος και δαπανήθηκαν χρήματα και εργατοώρες, δεν περιλαμβάνει μέτρα άμεσης μείωσης του ενεργειακού κόστους στην Ευρώπη.

Η προτροπή μάλιστα της Κομισιόν στις κυβερνήσεις να βάλουν «μαχαίρι» σε χρεώσεις δικτύων και τέλη υπερ τρίτων, ακόμη και να μηδενίσουν τους φόρους των λογαριασμών ρεύματος για νοικοκυριά και ενεργοβόρες επιχειρήσεις, παραγνωρίζει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις που θα σήμαινε κάτι τέτοιο.

Μακροπρόθεσμα μέτρα

Στον αντίποδα, σε μεσομακροπρόθεσμο επίπεδο οι προτεινόμενες παρεμβάσεις είναι σωστές. Στο φυσικό αέριο για παράδειγμα, η Κομισιόν μιλά για κίνητρα σε ευρωπαίους εισαγωγείς ώστε να επενδύουν απευθείας σε υποδομές LNG στο εξωτερικό και ειδικά στις ΗΠΑ, κατά το «ιαπωνικό μοντέλο», καθώς και για τη δημιουργία μιας Task Force για την αγορά αερίου, προκειμένου να εξετάσει ενδελεχώς το πώς λειτουργεί και, όπου χρειάζεται, να λάβει μέτρα για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της, αντλώντας από τα διδάγματα της ενεργειακής κρίσης. 

Κάνει επίσης λόγο για το πώς θα πολλαπλασιαστούν οι μακροχρόνιες διμερείς συμβάσεις αγοραπωλησίας ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, προκειμένου να ενισχυθεί η ορατότητα των επιχειρήσεων απέναντι στο volatility των αγορών ηλεκτρισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαική Τράπεζα Επενδύσεων, θα «τρέξει» ένα πιλοτικό πρόγραμμα εγγυοδοσίας, ύψους 500 εκατ. ευρώ, για τη σύναψη PPAs από επιχειρήσεις. Επίσης, στόχος είναι να μειωθούν τα εμπόδια εταιρειών, ιδιαίτερα των ενεργοβόρων βιομηχανιών, στη σύναψη μακροχρόνιων συμβάσεων.

Στην ίδια θετική λογική, για να ενισχυθεί η απρόσκοπτη ροή «καθαρής» ενέργειας ανάμεσα στη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη εντάσσεται η κατεύθυνση ενίσχυσης των υποδομών για διασυνοριακό εμπόριο.

Στην περίπτωση πάλι των βιομηχανιών, βασικό στοιχείο είναι η κινητοποίηση κεφαλαίων άνω των 100 δισ. ευρώ, για το «πρασίνισμα» της παραγωγής τους. Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνεται η δημιουργία ενός χρηματοδοτικού εργαλείου («Τράπεζα Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης»), που θα προικοδοτηθεί με ένα μπατζετ 100 δισ ευρώ για να στηρίξει το «Clean Industrial Deal» με κονδύλια από το Ταμείο Καινοτομίας, από το Χρηματιστήριο Ρύπων, καθώς και από την αναθεώρηση του InvestEU. Επίσης, η Κομισιόν εισηγείται τη μετάθεση κατά ένα έτος της έναρξης εφαρμογής του μηχανισμού συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM). Αλλά η Τράπεζα Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης, δεν είναι μέτρο άμεσης εφαρμογής.

Στον αντίποδα η συμφωνία δεν κάνει καμία αναφορά στην ανάγκη για μόνιμη αποσύνδεση των τιμών των ορυκτών καυσίμων και ιδίως του φυσικού αερίου από τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας. Ένα μέτρο που θέτει καιρό τώρα η ελληνική κυβέρνηση και επαναλαμβάνει ως αναγκαίο στη χθεσινή του ανακοίνωση και ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ και Αντιπρόεδρος των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, Γιάννης Μανιάτης, στη λογική ότι «μόνο μια τέτοια  μεταρρύθμιση των ενεργειακών αγορών θα προστατέψει τους καταναλωτές από «εισαγόμενες» αυξήσεις τιμών».

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM