Επιφυλακτικοί οι παραγωγοί για την προσθήκη μπαταριών σε εν λειτουργία φωτοβολταϊκά, με αδειοδοτικά κίνητρα – Καμία αίτηση μέχρι στιγμής
Προβληματισμός εξακολουθεί να επικρατεί στις τάξεις των παραγωγών ΑΠΕ, σχετικά με το κατά πόσο είναι βιώσιμη οικονομικά η προσθήκη μπαταρίας σε υφιστάμενα φωτοβολταϊκά, αξιοποιώντας την αδειοδοτική πριμοδότηση που παρέχει η πολιτεία. Έτσι, παρά το γεγονός ότι το μέτρο έχει «ενεργοποιηθεί» από τις αρχές Νοεμβρίου, με την ψήφιση του νομοσχεδίου του ΥΠΕΝ όπου περιλαμβανόταν η αντίστοιχη ρύθμιση, σύμφωνα με πληροφορίες του energypress, μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει υποβληθεί καμία αίτηση στους αρμόδιους φορείς, για τροποποίηση των αδειοδοτήσεων φωτοβολταϊκών πάρκων, ώστε να προστεθούν σε αυτά μονάδες αποθήκευσης.
Υπενθυμίζεται ότι το αδειοδοτικό πριμ μπορούν να αξιοποιήσουν φωτοβολταϊκά συνολικής ισχύος 600 Μεγαβάτ – 300 Μεγαβάτ στο ΕΣΜΗΕ και 300 Μεγαβάτ στο δίκτυο διανομής. Επιλέξιμα είναι έργα που είτε έχουν τεθεί σε λειτουργία μετά τις 4η Ιουλίου 2019, είτε έχουν λάβει ΟΠΣ μέχρι τις 31 Οκτωβρίου και τα οποία βρίσκονται σε καθεστώς λειτουργικής ενίσχυσης ή συμμετέχουν απευθείας στην αγορά.
Με την προσθήκη μπαταρίας, τα πάρκα αυτά θα μετατραπούν σε έργα της κατηγορίας 11Α του άρθρου 10 του ν. 4685/2020, κάτι που σημαίνει πως η μονάδα αποθήκευσης θα μπορεί να απορροφά ενέργεια αποκλειστικά από το φωτοβολταϊκό και να την εγχέει σε μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα στο σύστημα. Με αυτό τον τρόπο, μία τέτοια μονάδα θα μπορεί να αξιοποιεί ηλεκτρική ενέργεια που ειδάλλως θα περικοπτόταν, αλλά και να «μεταθέτει» την πώληση μέρους της παραγωγής του φωτοβολταϊκού από τις ώρες ηλιοφάνειας, όταν οι χονδρεμπορικές τιμές κινούνται σε χαμηλά επίπεδα.
Ωστόσο, παράγοντες της αγοράς εκφράζουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο το παραπάνω κίνητρο είναι επαρκές ώστε «να βγαίνει οικονομικά» το κόστος προμήθειας της μπαταρίας. Όπως επισημαίνουν, το πρώτο σημαντικό μειονέκτημα αφορά τις ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που θα μπορούν να αποθηκευτούν στην μπαταρία, με δεδομένο ότι αυτή θα «δέχεται» ενέργεια μόνο από το φωτοβολταϊκό.
Επομένως, με αυτό τον περιορισμό, δεν μπορούν να εξασφαλιστούν επαρκείς ημερήσιοι κύκλοι φόρτισης – εκφόρτισης, δηλαδή έσοδα από την μπαταρία. Αντίθετα, μία standalone μονάδα αποθήκευσης, που απορροφά ενέργεια απευθείας από το σύστημα, μπορεί να πουλά στο σύστημα σημαντικά μεγαλύτερες ποσότητες.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η δεύτερη και εξίσου βασική επιφύλαξη έχει να κάνει με το γεγονός ότι στη ρύθμιση δεν είναι ξεκάθαρο αν η μπαταρία του φωτοβολταϊκού θα μπορεί να συμμετέχει και στην αγορά εξισορρόπησης – όπως και πάλι συμβαίνει με τις standalone μονάδες αποθήκευσης. Όπως συμπληρώνουν τα στελέχη του κλάδου, η αποσαφήνιση αυτής της παραμέτρου είναι καθοριστική για την οικονομική βιωσιμότητα της επένδυσης, καθώς μόνο με το arbitrage η προσθήκη μπαταρίας είναι οικονομικά ασύμφορη.