Μ. Ασημακοπούλου (Ήρων): Εργαλεία για τον υγιή ανταγωνισμό στη λιανική αγορά ρεύματος
Για την ανάγκη ενός σταθερού και μόνιμου πλαισίου σε ό,τι αφορά τα παρεχόμενα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος, που θα βοηθήσει στην ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης που δημιούργησαν οι ειδικές συνθήκες της ενεργειακής κρίσης, έκανε λόγο η Μελίζα Ασημακοπούλου, Διευθύντρια Ρυθμιστικών Θεμάτων ΗΡΩΝ στο 5o Power & Gas Forum που διοργανώνει το energypress χθες 28, και σήμερα 29 Μαρτίου 2024 στην Αθήνα στο ξενοδοχείο Wyndham Grand Athens.
Ανέφερε μάλιστα χαρακτηριστικά ότι το προϊόν της ηλεκτρικής ενέργειας επιλέγεται από τον τελικό καταναλωτή με στόχο την κάλυψη των ετήσιων ενεργειακών του αναγκών και δεν αφορά σε ένα εποχιακό προϊόν η επιλογή του οποίου κρίνεται σε μηνιαίο επίπεδο. Η μηνιαία ανακοίνωση των τιμών θεσπίστηκε για λόγους διαφάνειας και ευελιξίας κατά την περίοδο της κρίσης και δεν ανήκει στα μόνιμα χαρακτηριστικά του προϊόντος της ενέργειας, εντείνει την ανασφάλεια των καταναλωτών και λειτουργεί ανασταλτικά στη δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ Προμηθευτή και τελικού καταναλωτή.
Το στέλεχος της ΗΡΩΝ ανέφερε ότι ενώ η λήξη των έκτακτων μέτρων ήταν άμεση στη χονδρεμπορική αγορά καθώς αφορούσαν σε μέτρα που επιβλήθηκαν στις αγορές και επηρέασαν έμπειρους Συμμετέχοντες. Αντίθετα, στη λιανική η λήξη των έκτακτων μέτρων απαίτησε τη λήψη μεταβατικών μέτρων, καθώς αφορούν στον τελικό καταναλωτή, ο οποίος αφενός δεν μπορεί να προσαρμοστεί τόσο γρήγορα στις αλλαγές και αφετέρου πρέπει να προστατευτεί σε πιθανή αύξηση του ενεργειακού κόστους.
Συνεπώς η αναγκαιότητα της λήψης μεταβατικών μέτρων δεν αμφισβητήθηκε από την αγορά, παρόλα αυτά η θέσπιση ενός εντελώς νέου τύπου τιμολογίου (του πράσινου) αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό από τους Προμηθευτές. Ο λόγος ήταν ότι το πράσινο τιμολόγιο προσέθεσε πολυπλοκότητα και ενίσχυσε την ανασφάλεια του τελικού καταναλωτή ο οποίος ήταν αδύνατο να επεξεργαστεί -παρά την προσπάθεια του Ρυθμιστή με τη θέσπιση της χρωματικής σήμανσης- όλη τη σύνθετη αυτή πληροφορία και να οδηγηθεί τελικά στην δήλωση της εναντίωσής του ως προς την αυτόματη υπαγωγή του από την 1.1.2024 στο πράσινο τιμολόγιο.
Αυτή ακριβώς η πολυπλοκότητα της θέσπισης ενός νέου τιμολογίου σε συνδυασμό με την υποχρέωση της αυτόματης υπαγωγής σε αυτό σε περίπτωση μη υποβολής εναντίωσης από τον τελικό καταναλωτή ενίσχυσε την ανασφάλεια των καταναλωτών και λειτούργησε εις βάρος της δημιουργίας συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού, με τη θέση της δεσπόζουσας επιχείρησης να ενισχύεται ακόμα περισσότερο.
Για την κ. Ασημακοπούλου, ο ρόλος των προμηθευτών είναι πολύ κρίσιμος και πρέπει να αναγνωριστεί από την Πολιτεία καθώς η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να υλοποιηθεί αν δεν συμμετάσχει ενεργά σε αυτήν -όπως άλλωστε ορίζει και το Ευρωπαϊκό πλαίσιο- ο τελικός καταναλωτής. Για τη διασφάλιση όμως της συμμετοχής του τελικού καταναλωτή καθοριστικό ρόλο παίζει η σχέση εμπιστοσύνης αυτού με τον Προμηθευτή του, ο οποίος θα τον εκπαιδεύσει στην υιοθέτηση λύσεων αυτοκατανάλωσης, στη σύναψη διμερών συμβολαίων αγοράς (PPAs) και στην επιλογή δυναμικών τιμολογίων. Τέλος, ο ρόλος του Προμηθευτή είναι καθοριστικός και στην εισπραξιμότητα των ρυθμιζόμενων χρεώσεων από τις οποίες διασφαλίζεται τμήμα του εσόδου της παραγόμενης ενέργειας των ΑΠΕ αλλά και η υλοποίηση των απαιτούμενων έργων ανάπτυξης του Συστήματος και του Δικτύου για την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ. Συνεπώς χωρίς τους Προμηθευτές η υλοποίηση της πράσινης μετάβασης δεν είναι εφικτή.
Εδώ εντοπίζεται βέβαια το εξής παράδοξο, η Πολιτεία να αναγνωρίζει την σημασία της εμπρόθεσμης καταβολής των ρυθμιζόμενων χρεώσεων από τους Προμηθευτές στους Διαχειριστές, χωρίς όμως να λαμβάνει κανένα μέτρο προκειμένου οι Προμηθευτές να μπορέσουν στη συνέχεια να εισπράξουν αντίστοιχα τις εν λόγω χρεώσεις από τους πελάτες τους και αυτό αποτυπώνεται δυστυχώς με σαφήνεια στο κείμενο της Δημόσιας Διαβούλευσης για το άρθρο 42 που δημοσίευσε πριν από λίγες ημέρες η ΡΑΑΕΥ. Εδώ το πάγιο αίτημα των Προμηθευτών μετά την εφαρμογή της Απόφασης του ΣτΕ 1888/2020 είναι η διαχείριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχει διογκώσει η ενεργειακή κρίση μέσω της εισαγωγής της ακόλουθης ρύθμισης: Ο προηγούμενος Προμηθευτής να υποχρεούται να προσφέρει έναν ευνοϊκό τυποποιημένο διακανονισμό στον πρώην πελάτη του και σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού ή μη τήρησης αυτού από τον πελάτη, ο προηγούμενος Προμηθευτής να έχει το δικαίωμα υποβολής εντολής αποκοπής.
Η ρύθμιση αυτή βρίσκει έρεισμα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο και διασφαλίζει την αναλογικότητα που απαιτεί η Απόφαση του ΣτΕ. Παράλληλα, η εισήγησή των Προμηθευτών -όπως ανέφερε η κα Ασημακοπούλου- είναι η εν λόγω ρύθμιση να έχει μεταβατικό χαρακτήρα μέχρι να δημιουργηθούν συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού στην αγορά και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές να μπορούν να αντιμετωπιστούν με τις προσθήκη κατάλληλων εμπορικών όρων στην Σύμβαση Προμήθειας.
Τέλος, σε σχέση με τη νέα νομοθετική ρύθμιση που ετοιμάζει το ΥΠΕΝ για τις ρευματοκλοπές και την καθολική υπηρεσία, η κ. Ασημακοπούλου ανέφερε είναι ότι εδώ έχει ένα σπουδαίο ρόλο να υλοποιήσει στην αγορά ο Διαχειριστής του Δικτύου με την ανάληψη της εκπροσώπησης των απωλειών στην αγορά όπως άλλωστε κάνει η πλειοψηφία των Διαχειριστών του Δικτύου στην Ευρώπη και κάνει και ο Διαχειριστής του Συστήματος στην εγχώρια αγορά. Η ανάληψη του κόστους των απωλειών από τους Προμηθευτές είναι μία καθολικά στρεβλή ρύθμιση, καθώς ο Προμηθευτής δεν μπορεί ούτε να τις ποσοτικοποιήσει, ούτε να τις προβλέψει, ούτε να τις διαχειριστεί. Η μείωση των απωλειών αποτελεί μία από τις βασικές αρμοδιότητες του Διαχειριστή τόσο στην Υψηλή όσο και στη Μέση και Χαμηλή Τάση. Συνεπώς ο Διαχειριστής θα πρέπει να οριστεί και υπεύθυνος για το κόστος που προκαλεί η μη ορθή διαχείριση αυτών.
Είναι παράδοξο οι Προμηθευτές βασιζόμενοι σε μια μελέτη απωλειών να δραστηριοποιούνται στην αγορά αγοράζοντας από την χονδρεμπορική αγορά την ενέργεια των Πελατών που εκπροσωπούν λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό απωλειών που έχει εισηγηθεί ο Διαχειριστής και εγκρίνει η ΡΑΑΕΥ και μετά από μία περίοδο δύο ετών να επιβαρύνονται με το κόστος μιας επιπλέον ενέργειας η οποία έχει προκύψει είτε γιατί έχουν αυξηθεί η απώλειες, είτε γιατί ο Διαχειριστής δεν έχει προλάβει να συλλέξει τα απαιτούμενα μετρητικά δεδομένα, είτε γιατί ο Προμηθευτής Καθολικής Υπηρεσίας έχει παύσει την εκπροσώπηση του Πελάτη του και η ενέργειά του δεν εκπροσωπείται πλέον στην αγορά. Συνεπώς, η ορθή διαχείριση των απωλειών είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την ορθή λειτουργία της αγοράς με το ρόλο του ΔΕΔΔΗΕ κομβικό. Η πρόταση του Υπουργείου είναι ελλιπής αν δεν συμπληρωθεί με ρυθμίσεις για τη διαχείριση της ενέργειας και του κόστους αυτής όταν ο Προμηθευτής Καθολικής Υπηρεσίας σταματήσει να εκπροσωπεί τον καταναλωτή λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών του τελευταίου.