Ο ακήρυχτος πόλεμος του ρωσικού πετρελαίου

Ο ακήρυχτος πόλεμος του ρωσικού πετρελαίου

Ο ακήρυχτος πόλεμος του ρωσικού πετρελαίου
09 10 2022 | 11:54

Κάτι περίεργο συνέβη την άνοιξη, ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ετοίμαζαν το έκτο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Η Ουάσινγκτον, που πρωτοστάτησε στη διεθνή αύξηση της πίεσης στη Μόσχα ως τιμωρία για την εισβολή στην Ουκρανία, εξέτασε μέρος του σχεδίου και ανησύχησε για τις πιθανές συνέπειες. Στους μήνες που ακολούθησαν, Αμερικανοί αξιωματούχοι εργάζονταν μανιωδώς για να οικοδομήσουν μια λύση.

Η ανησυχία της κυβέρνησης Μπάιντεν δεν είναι βεβαίως μήπως προκαλέσει υπερβολικό πόνο στο Κρεμλίνο. Είναι ότι οι ευρωπαϊκές κυρώσεις θα μπορούσαν να γυρίσουν μπούμερανγκ, με καταστροφικές συνέπειες για καταναλωτές και επιχειρήσεις σε ΗΠΑ, Ευρώπη και άλλες χώρες, που ήδη αισθάνονται πίεση λόγω υψηλών τιμών ενέργειας. Επινόησε έτσι κάτι που μοιάζει έξυπνη λύση – αν και θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια επικίνδυνη κλιμάκωση με τη Μόσχα.

Οι εν λόγω κυρώσεις στοχεύουν το ρωσικό πετρέλαιο. Εκτός από την απαγόρευση σχεδόν όλων των εισαγωγών του διά θαλάσσης, τα 27 κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησαν τον Ιούνιο να απαγορεύσουν σε εταιρείες του μπλοκ να παρέχουν θαλάσσιες υπηρεσίες σε δεξαμενόπλοια που το μεταφέρουν οπουδήποτε στον κόσμο, από τις 5 Δεκεμβρίου. Βρετανία και Ελβετία έχουν δηλώσει ότι θα πράξουν το ίδιο.

Δεδομένου ότι ευρωπαϊκές και βρετανικές εταιρείες κυριαρχούν στην ασφάλιση και τη χρηματοδότηση μεταφοράς φορτίων πετρελαιοφόρων, το προσωπικό του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ εκτίμησε ότι η απαγόρευση θα μπορούσε να κρατήσει σημαντικό μέρος των εξαγωγών πετρελαίου της Ρωσίας εκτός παγκόσμιας αγοράς. Ως αποτέλεσμα, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να εκτιναχθούν στα 140 δολάρια το βαρέλι. Κάτι τέτοιο θα προκαλούσε οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα σε μεγάλο μέρος ενός κόσμου σε πληθωριστική κρίση.

Να πώς θα λειτουργεί το σχέδιο του αμερικανικού ΥΠΟΙΚ: ένας συνασπισμός κρατών, συνεχίζοντας να μην κάνει χρήση ρωσικού πετρελαίου, θα εγκρίνει μια εξαίρεση στην απαγόρευση των ευρωπαϊκών ναυτιλιακών υπηρεσιών για άλλους αγοραστές που θα διαπραγματεύονται με τη Ρωσία μια τιμή κάτω από ένα συμφωνηθέν πλαφόν. Το ανώτατο όριο θα τεθεί πάνω από το κόστος παραγωγής της Ρωσίας, αρκετά ψηλά ώστε να παρέχει στη Μόσχα κίνητρο να συνεχίσει να εξάγει πετρέλαιο. Κάτι τέτοιο θα απέτρεπε μια τρομακτική άνοδο των τιμών, ενώ θα μείωνε απότομα τα έσοδα της Ρωσίας, περιορίζοντας έτσι την ικανότητα του Κρεμλίνου να στηρίζει τη ρωσική οικονομία και να χρηματοδοτεί τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η ιδέα δημοσιοποιήθηκε τον Μάιο στο πλαίσιο της G7 και εγκρίθηκε τελικά τον Σεπτέμβριο.

Εμπόδια

Υπάρχουν, ωστόσο, πολλά εμπόδια. Τα κράτη της Ε.Ε. πρέπει να συμφωνήσουν ομόφωνα να προσθέσουν το πλαφόν στις ευρω-κυρώσεις, με ορισμένες χώρες-μέλη, ιδίως την Ουγγαρία, να μη φαίνονται πεπεισμένες για το μέτρο. Επιπλέον, πολλοί αναλυτές, traders και στελέχη του κλάδου ενέργειας θεωρούν ξεκάθαρα ότι το σχέδιο θα αποτύχει.

Οι δυτικές εταιρείες, ισχυρίζονται οι επικριτές, από το 2012 ούτε ασφαλίζουν ούτε χρηματοδοτούν αποστολές πετρελαίου από το Ιράν, ωστόσο αυτό δεν εμπόδισε το ιρανικό αργό να φτάνει σε Κινέζους αγοραστές. Έτσι, εάν Κίνα και Ινδία, οι δύο μεγαλύτεροι εναπομείναντες καταναλωτές ρωσικού πετρελαίου, δεν συμφωνήσουν με το πλαφόν, το σχέδιο είναι βέβαιο ότι θα αποτύχει.

Αυτή η άποψη αδυνατεί να κατανοήσει ότι οι ΗΠΑ θέλουν το ρωσικό αργό να φτάνει σε αγοραστές, ακόμα και υπό τους περιορισμούς και το πλαφόν. Ο στόχος είναι να αποτραπεί μια μεγάλη αναστάτωση στην αγορά. Το μέτρο της επιτυχίας θα είναι τα ρωσικά βαρέλια να συνεχίσουν να ρέουν προς την Ασία.

Κάτι τέτοιο μπορεί να μη στερήσει από το Κρεμλίνο τόσα έσοδα όσα θα ήθελε η Ουάσινγκτον, θα απέτρεπε, ωστόσο, μια άνοδο των τιμών. Επιπλέον, με την Ε.Ε. και το μεγαλύτερο μέρος των G7 να αγοράζουν ελάχιστο ρωσικό πετρέλαιο διά θαλάσσης, ουσιαστική ζήτηση μπορεί να προέλθει μόνο από Κίνα, Ινδία και Τουρκία – κατάσταση κάθε άλλο παρά ιδανική για τον Πούτιν. Αν υπάρχουν μόνο τρεις μεγάλοι αγοραστές, αυτό τους δίνει τεράστια διαπραγματευτική ισχύ ως προς τις τιμές. Πρόκειται ακριβώς για το σενάριο που θα καλωσόριζε η αμερικανική κυβέρνηση.

Κίνδυνοι

Ωστόσο, ορισμένοι έμπειροι παρατηρητές του Κρεμλίνου πιστεύουν ότι ένα άλλο, πολύ πιο επικίνδυνο σενάριο υποβόσκει. Τουλάχιστον οι μισές εξαγωγές της Ρωσίας, σήμερα συνολικά 7,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, θα μπορούσαν να "παγιδευτούν" στη Ρωσία λόγω ευρωπαϊκών κυρώσεων, καθώς υποψήφιοι αγοραστές που δεν θα δεχθούν το πλαφόν δεν θα μπορούν να αγοράζουν υπηρεσίες μεταφοράς.

Οι Ρώσοι αξιωματούχοι θα πρέπει τότε να πείσουν δεκάδες Ασιάτες ναυλωτές και ασφαλιστές, καθώς και κυβερνήσεις, να μεταφέρουν κάλυψη αστικής ευθύνης εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων σε κάποια νέα διεθνή ασφαλιστική λέσχη υπό ρωσική ηγεσία – κάτι που μάλλον δεν θα ενθουσιάσει κανέναν.

Έτσι, η Ρωσία θα αντιμετώπιζε ένα σκληρό δίλημμα: να πουλά πετρέλαιο δεχόμενη στην πράξη το πλαφόν στην τιμή ή να μειώσει σημαντικά την παραγωγή αργού, εκτοξεύοντας τις διεθνείς τιμές. Δεν είναι εύκολη επιλογή για τον Πούτιν. Όχι μόνο θα έχανε κι άλλα έσοδα από το πετρέλαιο, αλλά μπορεί επίσης να προκαλούσε σημαντική ζημία στις ρωσικές πετρελαιοπηγές.

Δεν θα αποτελούσε έκπληξη ο Πούτιν να απειλήσει με μείωση εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου πριν από τον Δεκέμβριο, σε μια προσπάθεια να αποδυναμώσει την αποφασιστικότητα της Δύσης. Το μήνυμά του; "Αυτές οι ενέργειες θα βλάψουν τη Δύση, περισσότερο απ’ ό,τι τη Ρωσία. Έχουμε ισχυρότερη βούληση, θα νικήσουμε".

Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ θα έχουν τότε το δικό τους δίλημμα: είτε να υπαναχωρήσουν ταπεινωτικά από τις κυρώσεις και το πλαφόν, είτε να ρισκάρουν μια κρίση την οποία το σχέδιο των ΗΠΑ είχε στόχο εξαρχής να αποφύγει.

(Bloomberg, capital.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM