Ben Oudman (DNV): Κοιτούν προς Ελλάδα παγκόσμιοι developers για υπεράκτια αιολικά – Προϋπόθεση για οποιαδήποτε «κίνηση» ένα ξεκάθαρο θεσμικό πλαίσιο

Ben Oudman (DNV): Κοιτούν προς Ελλάδα παγκόσμιοι developers για υπεράκτια αιολικά – Προϋπόθεση για οποιαδήποτε «κίνηση» ένα ξεκάθαρο θεσμικό πλαίσιο

Ben Oudman (DNV): Κοιτούν προς Ελλάδα παγκόσμιοι developers για υπεράκτια αιολικά – Προϋπόθεση για οποιαδήποτε «κίνηση» ένα ξεκάθαρο θεσμικό πλαίσιο

Αν και δεν πρόκειται για μια μικρή αγορά στο «κάδρο» της παγκόσμιας αγοράς, η ελληνική περίπτωση των υπεράκτιων αιολικών διατηρεί την προσοχή διεθνών παικτών οι οποίοι φέρονται να έχουν σοβαρές αλλά και μετρημένες προσδοκίες, αναμένοντας το ρυθμιστικό πλαίσιο από την μεριά της ελληνικής Πολιτείας προκειμένου να ορίσουν τις επόμενες επενδυτικές κινήσεις τους.

Τα παραπάνω υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ο Ben Oudman, Senior Director and Head of Offshore Wind Southern Europe, Middle East, Africa and Latin America Energy Systems της DNV, μιλώντας στο energypress στα πλαίσια επίσκεψής του στην Ελλάδα. «Η Ελλάδα βρίσκεται στα πλάνα επενδυτών σε ότι αφορά τα υπεράκτια αιολικά και ιδιαίτερα τα πλωτά, επεξεργαζόμαστε επενδυτικές κινήσεις και ενέργειες, ωστόσο, αναμένουμε να δούμε το θεσμικό πλαίσιο της κυβέρνησης για να παρθούν τελικές αποφάσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ξεχωρίζοντας δύο βασικά προβλήματα προκλήσεις για τον κλάδο σε παγκόσμια κλίμακα, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, το υψηλόβαθμο στέλεχος του νορβηγικού νηογνώμονα ανέφερε το αδειοδοτικό και την απουσία υψηλής ειδίκευσης εργαζομένων.

Οι καθυστερήσεις που παρατηρούνται κατά την διαδικασία της αδειοδότησης καταλήγουν να δημιουργούν μια στρεβλή εικόνα, επιφέροντας ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης και καταλήγοντας σε αύξηση των τιμών.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η μεγάλη χρονική υστέρηση που παρατηρείται στην αδειοδότηση ενός πάρκου έως ότου φτάσει στο σημείο έναρξης κατασκευής καταλήγει να δημιουργεί ταυτόχρονη μεγάλη ζήτηση για πρώτες ύλες και εξοπλισμό, γεγονός που καταλήγει σε αύξηση των τιμών λόγω υπολειπόμενης προσφοράς. Ωστόσο, η εν λόγω εικόνα περισσότερο «τεχνική» είναι παρά πραγματική, καθώς, εν τέλει η πραγματική ζήτηση δεν είναι τόσο μεγάλη όσο «καταλήγει» να εμφανίζεται ανά περιόδους και αυτό γιατί τυγχάνει να «συσσωρεύεται» με αποτέλεσμα να υπερκαλύπτει την προσφορά.

Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι η απουσία εργαζομένων υψηλής ειδίκευσης σε επιμέρους δραστηριότητες του κλάδου, γεγονός που οριακά συνιστά «απειλή» ως προς τις προοπτικές του κλάδου και στην Ελλάδα. «Καλές οι επενδυτικές αποφάσεις και οι προθέσεις, ωστόσο κάποιοι πρέπει να κατασκευάσουν τα πάρκα και κάποιοι να μπορούν να τα λειτουργήσουν», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά.

Επιπρόσθετα, επισήμανε πως σίγουρα τα 2 GW εγκατεστημένης ισχύος μέχρι το 2030 που αποτελούν τον στόχο της κυβέρνησης δεν συγκρίνονται μπροστά στα 80 GW παγκόσμιας ισχύος όταν μιλάμε για έναν «global supplier», ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική περίπτωση περνάει αδιάφορη στις επενδυτικές κινήσεις παικτών διεθνούς εμβέλειας.

Μάλιστα, σύμφωνα με το υψηλόβαθμο στέλεχος του νορβηγικού νηογνώμονα, τέτοιοι «παίκτες» αναμένεται να δραστηριοποιηθούν κατά κύριο λόγο στον κλάδο των υπεράκτιων αιολικών, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, με δεδομένο ότι διαθέτουν την ανάλογη τεχνογνωσία και εμπειρία, πράγμα που δεν υπάρχει σε ανάλογο βαθμό σε εγχώριους «παίκτες».

Υπό το πρίσμα αυτό, εκτιμάται ως εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα η διαμόρφωση ενός συμπαγούς και σταθερού θεσμικού και κανονιστικού πλαισίου που στο «τέλος της ημέρας θα διαμορφώνει ένα ανταγωνιστικό και ελκυστικό επενδυτικό περιβάλλον» όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε.

Αυτό προϋποθέτει σαφείς συνθήκες, διαφάνεια, κανονιστικό πλαίσιο, χωροταξικό σχεδιασμό, εξισορρόπηση και αρμονική συνύπαρξη των διαφορετικών συμφερόντων όπως αυτά μπορεί να εκφράζονται σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Επιπρόσθετα, εξίσου σημαντικά κρίνονται τα ζητήματα της κεφαλαιακής επάρκειας αλλά και των δικτύων, ώστε να μπορούν να «φιλοξενήσουν» την νέα πράσινη ενέργεια που θα παράγεται και να την μεταφέρουν προς το ηπειρωτικό σύστημα και τα σημεία κατανάλωσης.

Τέλος, αναγκαία προϋπόθεση συνιστά η επίλυση του ζητήματος του κόστους, δηλαδή ποιο μοντέλο αποζημίωσης θα προκριθεί για τέτοια έργα, καθώς πρόκειται για επενδύσεις εντάσεως κεφαλαίου και επομένως, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια, απαιτείται ένα μοντέλο αποζημίωσης για την βιωσιμότητα των έργων.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM