Το μάθημα του 1937
Οι πολιτικές αυστηρής λιτότητας, που εφαρμόζονται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, και οι περικοπές που κάνει ο Μπαράκ Ομπάμα στις δημόσιες δαπάνες οδηγούν άραγε σε ένα νέο 1937; Δύο νομπελίστες οικονομολόγοι, ο Πολ Κρούγκμαν και ο Τζόζεφ Στίγκλιτς, καθώς και ένας πρώην υπουργός της πρώτης κυβέρνησης Κλίντον, ο Ρόμπερτ Ράιχ, αλλά και η πρώην σύμβουλος του Ομπάμα Κριστίνα Ρόμερ κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου: οι δυτικές κυβερνήσεις, υιοθετώντας τη γραμμή της αυστηρής λιτότητας, επιταχύνουν την πτώση στην ύφεση.
Η περικοπή των δημόσιων δαπανών και η αύξηση των φόρων σε μια ήδη εξασθενημένη οικονομία είναι μια συνταγή που οδηγεί με βεβαιότητα στην καταστροφή. Αυτό ακριβώς ήταν το πιο σοβαρό λάθος του Φράνκλιν Ρούζβελτ και αυτό έχει μείνει στην Ιστορία ως το μεγάλο μάθημα του 1937. Εκείνη τη χρονιά, ο Αμερικανός πρόεδρος που εφάρμοσε το New Deal πίστεψε ότι είχε νικήσει οριστικά τη Μεγάλη Υφεση και άλλαξε την κατεύθυνση της οικονομικής του πολιτικής, περικόπτοντας τις δημόσιες δαπάνες και αυξάνοντας τη φορολογία. Το 1937 σηματοδότησε τη νέα πτώση σε μια βαριά ύφεση. Το μάθημα του 1937 έχει λησμονηθεί. Ολοι γνωρίζουν το 1929, τη χρονιά του κραχ της Γουόλ Στριτ που ήταν η αρχή της μεγάλης κρίσης, ενώ το 1937 το θυμούνται μόνο λίγοι ειδικοί.
Διδακτική παραβολή
Ο κίνδυνος ενός νέου 1937 προκάλεσε μια ενδιαφέρουσα δημόσια συζήτηση στην Αμερική. Μιλώντας στους «New York Times», ο ιστορικός της Μεγάλης Υφεσης Ρόμπερτ Μακελβέιν σημείωσε: «Οι αναλογίες με όσα συμβαίνουν σήμερα είναι ισχυρές, επειδή και τότε όπως και σήμερα οι κυβερνήσεις έπρεπε να αποφασίσουν αν και πότε θα ανακόψουν τις πολιτικές δημόσιας δαπάνης και εκτύπωσης χρήματος που χρησιμοποιήθηκαν για να καταπολεμηθεί η αρχική κρίση». Ακόμη και η αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα αποφάσισε να δημοσιεύσει μια μελέτη με τίτλο «Η ύφεση του 1937: μια διδακτική παραβολή».
Ο οικονομολόγος Φρανσουά Βελντ, που συνέταξε αυτή τη μελέτη, αρχίζει με τη φράση: «Η ύφεση του 1937 είναι ένα μάθημα για το οποίο πρέπει να στοχαστούμε. Διέκοψε βίαια την ανάκαμψη μετά τη Μεγάλη Υφεση του 1929-1933». Οι αναλογίες τού σήμερα με το 1937 είναι πολλές. Τότε ο δείκτης Dow Jones του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης έπεσε κατά 49% μέσα σε ένα χρόνο. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 37%. Η ανεργία αυξήθηκε από το 14% στο 19%. Η εξασθένηση της ζήτησης οδήγησε σε μια γενικευμένη πτώση των τιμών, δηλαδή στο φαινόμενο του αποπληθωρισμού. Η κύρια ομοιότητα με το 1937 έγκειται στον προσανατολισμό της οικονομικής πολιτικής των κυβερνήσεων.
Το New Deal
Μέχρι εκείνη τη χρονιά, ο Ρούζβελτ είχε υιοθετήσει έντονα επεκτατική οικονομική πολιτική, το σύμβολο της οποίας ήταν τα μεγάλα δημόσια έργα. Η στρατηγική του New Deal εμπνεόταν από τη θεωρία του Βρετανού οικονομολόγου Τζον Μέιναρντ Κέινς: όταν η ανάπτυξη παραλύει εξαιτίας της μείωσης της ζήτησης (κατανάλωση, επενδύσεις), τότε το κράτος πρέπει να παρέμβει με τις δικές του δαπάνες, χωρίς να ανησυχεί για το έλλειμμα. Ο Ρούζβελτ είχε εγκαινιάσει την οικοδόμηση του πρώτου συστήματος κοινωνικής πρόνοιας για όλους τους Αμερικανούς. Με την πολιτική της αύξησης των δημόσιων δαπανών, το ομοσπονδιακό χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών αυξήθηκε από το 16% του ΑΕΠ το 1929 στο 40% του ΑΕΠ το 1936. Η κεϊνσιανή συνταγή που εφάρμοσε ο Ρούζβελτ λειτούργησε αποτελεσματικά: μεταξύ του 1933 και του 1936 η αμερικανική οικονομία ξαναμπήκε στο δρόμο της ανάπτυξης, με ετήσια ποσοστά αύξησης του ΑΕΠ της τάξης του 9% (ποσοστά που σήμερα θα τα χαρακτηρίζαμε «κινεζικά»). Το 1937, όμως, μεγάλο μέρος της αμερικανικής πολιτικής τάξης -Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί- παρότρυνε τον πρόεδρο να ανακόψει ταχύτητα. Υποστήριζαν ότι, τώρα που επανήλθε η ανάπτυξη, η κυβέρνηση έπρεπε να ασχοληθεί με τη μείωση των ελλειμμάτων και να βάλει τάξη στο δημόσιο προϋπολογισμό.
Ο Ρούζβελτ υποχώρησε σ' αυτές τις πιέσεις (περίπου όπως ο Ομπάμα συμβιβάστηκε με τη ρεπουμπλικανική πλειοψηφία στη Βουλή). Ετσι ο Λευκός Οίκος άλλαξε δραστικά τις προτεραιότητές του. Το 1937 αποφάσισε να περικόψει τις δημόσιες δαπάνες, διακόπτοντας πολλά από τα προγράμματα του New Deal. Ταυτόχρονα αύξησε τη φορολογία, καθιερώνοντας και έναν πρόσθετο φόρο για την κοινωνική ασφάλιση. Τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν θεαματικά (66% μέσα σε ένα χρόνο). Εγινε μια φορολογική επιδρομή χωρίς προηγούμενο, η οποία ωστόσο χαρακτηριζόταν από ένα ισχυρό πνεύμα κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο φορολογικός συντελεστής για τα εισοδήματα πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια ανέβηκε από το 59% στο 75% (ενώ στη σημερινή Αμερική, χάρη στον Τζορτζ Μπους, βρίσκεται στο 35%). Οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία υπήρξαν άμεσες και οδυνηρές. Η Αμερική βυθίστηκε ξανά στα βάσανα της Μεγάλης Υφεσης. Από αυτήν τη δύσκολη κατάσταση θα έβγαινε μόνο από δύο χρόνια μετά και ίσως χάρη στην καθοριστική συμβολή που έδωσε η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το 1937 διχάζει
Το 1937 διαιρεί τους μελετητές. Δεν δίνουν όλοι την ίδια ερμηνεία σε εκείνη τη μοιραία χρονιά. Και σε αυτή την περίπτωση υπάρχει μια αριστερή ερμηνεία και μια δεξιά ερμηνεία. Οι Ρεπουμπλικάνοι, ξεσκονίζοντας τα έργα του προφήτη τους Μίλτον Φρίντμαν, υποστηρίζουν ότι ο αληθινός ένοχος για τη νέα πτώση στην ύφεση ήταν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (η Fed). Η αμερικανική κεντρική τράπεζα εγκαινίασε μια περιοριστική νομισματική πολιτική φοβούμενη τον πληθωρισμό και οι τράπεζες μείωσαν τις πιστώσεις. Ακόμη και αν αυτό είναι αληθινό, η σημερινή Fed δεν θα μπορούσε να κατηγορηθεί ότι εφαρμόζει παρόμοια πολιτική, καθώς διατηρεί πολύ χαμηλά τα επιτόκια.
Οι πιο έγκυροι μελετητές της Μεγάλης Υφεσης είναι ωστόσο πεπεισμένοι ότι άλλη ήταν η αιτία για το μοιραίο 1937. «Είναι σαφές -λέει ο Μακελβέιν- ότι η αιτία της νέας πτώσης στην ύφεση ήταν οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες που αποφάσισε πρόωρα ο Ρούζβελτ». Μια άλλη ειδική γι' αυτή την ιστορική περίοδο, η Κριστίνα Ρόμερ, σημειώνει: «Επειτα από μια οικονομική κρίση είναι ισχυρή η επιθυμία να πούμε ότι νικήσαμε και να επιστρέψουμε στην κανονικότητα. Χρειάζεται όμως να αντισταθούμε σε αυτό τον πειρασμό». Η Ρόμερ άφησε το Λευκό Οίκο, όπου ήταν επικεφαλής των οικονομικών συμβούλων του Ομπάμα, για να επιστρέψει στη διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ, επειδή η γραμμή που εισηγούνταν ηττήθηκε από τους οπαδούς της «λιτότητας».
Σχεδόν κανείς από την κυρίαρχη αμερικανική πολιτική τάξη δεν θέλει να ακούσει τις προειδοποιήσεις για το μάθημα του 1937. Από τότε που στην κοινή γνώμη άρχισε να φυσάει ο άνεμος του Tea Party, το σύνθημα που κυριαρχεί και πάλι είναι η μείωση του κράτους. Η δημοκρατική Αριστερά κατηγορεί τον Ομπάμα ότι είναι ένας αδύναμος ηγέτης, που τείνει υπερβολικά προς το συμβιβασμό με τον αντίπαλο. Η ρεπουμπλικανική Δεξιά επικρίνει τον Ομπάμα με το επιχείρημα ότι το δικό του New Deal, δηλαδή οι δημόσιες δαπάνες πάνω από 700 δισεκατομμύρια δολάρια, που εγκρίθηκαν τον Ιανουάριο του 2009 για να υποστηρίξουν την ανάπτυξη, δεν απέτρεψαν ένα ποσοστό ανεργίας της τάξης του 9%.
Από τα αριστερά, οι Κρούγκμαν, Στίγκλιτς και Ράιχ υποστηρίζουν το ακριβώς αντίθετο: τα κίνητρα για την ανάπτυξη που εγκρίθηκαν το 2009 ήταν ανεπαρκή και σήμερα χρειάζονται επιπρόσθετα μέτρα και πολιτικές για την ενίσχυση της απασχόλησης.*
(Πηγή: Ελευθεροτυπία, 19/12/2011)