Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

ΤτΕ: Τα τρία συγκριτικά πλεονεκτήματα του ελληνικού ενεργειακού τομέα

Ο τομέας της ενέργειας μπορεί να αναδειχθεί ως ένας από τους πλέον σημαντικούς τομείς για τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδος, καθώς διαθέτει τρία σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως τονίζει η Τράπεζα της Ελλάδος στο νεώτερο οικονομικό της δελτίο.

Αναλυτικότερα, η τράπεζα εντοπίζει ως πλεονεκτήματα (1) τις αξιόλογες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας – ηλιακό και αιολικό δυναμικό), (2) τη γεωγραφική θέση, η οποία είναι κομβικής σημασίας για την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών δικτύων διασύνδεσης και μεταφοράς ενέργειας, και (3) ένα αρκετά σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο ―που ουσιαστικά οφείλεται στην ενσωμάτωση ευρωπαϊκών κανονισμών στην εθνική νομοθεσία― το οποίο καθορίζει ένα σχετικά σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον.

Σχετικά με τα παραπάνω, η ΤτΕ σημειώνει ότι το πλούσιο δυναμικό της χώρας σε ΑΠΕ (ιδιαίτερα σε ηλιακή και αιολική ενέργεια) την καθιστά προνομιακό τόπο για τη συστηματική του αξιοποίηση και πόλο έλξης για επιχειρηματικά κεφάλαια που δραστηριοποιούνται στο συγκεκριμένο τομέα. Γι’ αυτόν το λόγο άλλωστε, οι επενδύσεις σε ΑΠΕ κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν μειώθηκαν όσο σε άλλους τομείς, ενώ και η χρηματοδότηση του τομέα της ενέργειας δεν υπέστη την καθίζηση που παρατηρήθηκε σε άλλους τομείς. Επιπρόσθετα, η χώρα διαθέτει ανεκμετάλλευτο υδροδυναμικό και γεωθερμικό δυναμικό. Παράλληλα, έρευνες για την ύπαρξη υδρογονανθράκων δίνουν πιθανότητες για εύρεση κοιτασμάτων πετρελαίου και πιθανή εκμετάλλευσή τους στο απώτερο μέλλον. Η δυνατότητα εκμετάλλευσης διαφορετικών ενεργειακών πηγών προσδίδει στην Ελλάδα σημαντικό ρόλο όσον αφορά την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού στην ΕΕ.

Ως προς το δεύτερο σκέλος, δηλαδή τη γεωγραφική θέση της χώρας, η ΤτΕ αναφέρει ότι παίζει στρατηγικό ρόλο στο σχεδιασμό νέων ενεργειακών διαδρόμων διασύνδεσης της ΕΕ με χώρες παραγωγής φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, στο πλαίσιο του στόχου της ενεργειακής ασφάλειας της ΕΕ. Η θετική έκβαση ως προς την επιλογή του αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου από το Αζερμπαϊτζάν προς τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης μέσω Ελλάδος, Αλβανίας, Αδριατικής και Ιταλίας, του Διαδριατικού Αγωγού φυσικού αερίου (Trans Adriatic Pipeline – ΤΑΡ), αναμένεται να έχει σημαντικές αναπτυξιακές επιδράσεις. Επίσης, σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει η σχεδιαζόμενη μεταφορά του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας της Κύπρου και του Ισραήλ που θα διέρχεται από την Ελλάδα, μέσω Κρήτης, και θα συνεχίζει προς την Ευρώπη (βλ. και Karavias and Anastasatos 2018). Η ένταξη στα διεθνή δίκτυα των εγχώριων συστημάτων διανομής και διασύνδεσης (π.χ. των νησιών) θα έχει επιπλέον οφέλη για την ενεργειακή ασφάλεια και τη μείωση της ενεργειακής έντασης και του κόστους ενέργειας στη χώρα.

Τέλος, όσον αφορά το ρυθμιστικό περιβάλλον η ΤτΕ παρατηρεί τα εξής: (1) Στο πλαίσιο της εξοικονόμησης ενέργειας και της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής υπάρχουν δεσμευτικοί στόχοι για μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ και μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. (2) Η Ελλάδα υποχρεούται να εναρμονίσει το ρυθμιστικό πλαίσιο και να αυξήσει τις διασυνδέσεις των ενεργειακών της αγορών προκειμένου να διασφαλιστεί η ενεργειακή ασφάλεια. (3) Στο πλαίσιο της μείωσης του κόστους παραγωγής περιλαμβάνονται και τα μέτρα για την απελευθέρωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου.

Από την άλλη, η ΤτΕ εντοπίζει και ορισμένες αδυναμίες, όπως υψηλή κατανάλωση ενέργειας ανά παραγόμενη μονάδα προϊόντος, υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας, χαμηλή χρήση ΑΠΕ και υψηλές τιμές ενέργειας. Κατά συνέπεια, εκτιμά ότι κάθε μέτρο πολιτικής προς την κατεύθυνση βελτίωσης αυτών των αδυναμιών αναμένεται να έχει θετικές πολλαπλασιαστικές συνέπειες στην οικονομική δραστηριότητα.

Από εκεί και πέρα, η ΤτΕ θεωρεί ότι η ανάπτυξη του τομέα της ενέργειας θα συντελέσει σε βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου, καθώς: (1) Η αξιοποίηση των εγχώριων πόρων στην παραγωγή ενέργειας (κυρίως ηλεκτρικής) και η ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας θα έχουν ως άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση των εισαγωγών ενέργειας. Παράλληλα, μακροπρόθεσμα, η αξιοποίηση των εγχώριων πόρων θα συμβάλει θετικά και στις εξαγωγές ενέργειας. (2) Πολύ σημαντική δευτερογενής επίδραση από την αξιοποίηση των εγχώριων πόρων και την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας είναι η πτώση των τιμών της ενέργειας. Επιπλέον, καθώς η ενέργεια αποτελεί βασική εισροή σε κάθε παραγωγική δραστηριότητα, η μείωση των τιμών της ενέργειας σημαίνει μείωση του κόστους παραγωγής. Αυτή συνεπάγεται βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των εμπορεύσιμων ελληνικών προϊόντων, που με τη σειρά της θα οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση των εξαγωγών και μείωση των εισαγωγών, θα ασκήσει δηλαδή επιπλέον θετική επίδραση στο εμπορικό ισοζύγιο. Η μείωση του κόστους ενέργειας θα έχει επίσης θετικές επιδράσεις στο κόστος διαβίωσης των νοικοκυριών.



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα