Τα κτίρια, τεράστιο ανεκμετάλλευτο «κοίτασμα» ενέργειας της Ελλάδας
Η ενεργειακή μετάβαση δεν κρίνεται μόνο από το πόσα φωτοβολταϊκά, αιολικά πάρκα και συστήματα αποθήκευσης εγκαθίστανται. Ένα από τα μεγαλύτερα ενεργειακά αποθέματα βρίσκεται ήδη μέσα στις πόλεις και στα χωριά μας: η ενέργεια που καταναλώνουμε στα κτίρια κάθε είδους και που μπορούμε να περιορίσουμε και ταυτόχρονα να εξηλεκτρίσουμε.
Η νέα Έκθεση Κτιρίων 2026 της dena, της Γερμανικής Υπηρεσίας Ενέργειας, δείχνει με σαφήνεια τόσο την πρόοδο όσο και τις δυσκολίες αυτής της μετάβασης.
Στη Γερμανία υπάρχουν περίπου 19,8 εκατομμύρια κτίρια κατοικιών και περίπου το 60% έχει κατασκευαστεί πριν από το 1977. Πρόκειται επομένως για ένα μεγάλο και γηρασμένο κτιριακό απόθεμα, στο οποίο η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω των νέων κατασκευών.
Η εικόνα της Ελλάδας είναι αντίστοιχα χαρακτηριστική. Σύμφωνα με την Απογραφή Κτιρίων 2021 της ΕΛΣΤΑΤ, η χώρα διαθέτει περίπου 4,3 εκατομμύρια κτίρια, από τα οποία περίπου 2,4 εκατομμύρια, δηλαδή 56,5%, έχουν κατασκευαστεί έως το 1980, πριν από την εφαρμογή του πρώτου Κανονισμού Θερμομόνωσης.
Το μέγεθος της ενεργειακής πρόκλησης είναι συνεπώς τεράστιο. Σύμφωνα με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τα κτίρια αντιστοιχούν περίπου στο 43% της ενεργειακής κατανάλωσης της χώρας και αποτελούν έναν από τους τομείς με το μεγαλύτερο δυναμικό εξοικονόμησης.
Η αντλία θερμότητας γίνεται ο νέος κανόνας
Η μεγάλη αλλαγή φαίνεται πρώτα στις νέες οικοδομές.
Το 74% των νέων κατοικιών που ολοκληρώθηκαν στη Γερμανία το 2025 θερμαίνεται ήδη με αντλίες θερμότητας, ενώ στις νέες οικοδομικές άδειες το ποσοστό έχει φθάσει το 83%. Μέχρι τον Αύγουστο του 2026 είχαν πωληθεί 194.500 αντλίες θερμότητας, 40% περισσότερες από την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Στα παλιά κτίρια όμως η εικόνα είναι διαφορετική. Περίπου το 56% εξακολουθεί να θερμαίνεται με φυσικό αέριο και το 17% με πετρέλαιο, ενώ οι αντλίες θερμότητας μαζί με ηλιακά και γεωθερμικά συστήματα περιορίζονται ακόμη περίπου στο 4,5%.
Το βασικό συμπέρασμα της dena είναι επομένως σαφές: η τεχνολογική αλλαγή στις νέες κατασκευές προχωρεί γρήγορα, αλλά το πραγματικό στοίχημα βρίσκεται στην αναβάθμιση των υφιστάμενων κτιρίων.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη αντιστοιχία με την Ελλάδα.
Το 2024 το 36,6% των ελληνικών νοικοκυριών χρησιμοποιούσε ως κύριο μέσο θέρμανσης πετρέλαιο και το 18,4% φυσικό αέριο. Παράλληλα, όμως, το 15,7% χρησιμοποιούσε κλιματιστικό ως κύριο μέσο θέρμανσης. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ένα σύγχρονο κλιματιστικό inverter είναι ουσιαστικά αντλία θερμότητας αέρα-αέρα.
Ο εξηλεκτρισμός της θέρμανσης στην Ελλάδα έχει επομένως ήδη αρχίσει, αλλά παραμένει σε μεγάλο βαθμό αποσπασματικός.
Φωτοβολταϊκά: Η Ελλάδα επενδύει στα πάρκα περισσότερο από ό,τι στα κτίρια της
Εξίσου σημαντική είναι η διαφορά στον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται τα φωτοβολταϊκά στις δύο χώρες.
Στη Γερμανία από την 120 GW συνολική εγκατεστημένη φωτοβολταϊκή ισχύ, το 65% βρίσκονται πάνω ή κοντά σε κτίρια περίπου τα 80 GW, ενώ παράλληλα λειτουργούν περίπου 2,6 εκατομμύρια συστήματα αποθήκευσης, συνολικής χωρητικότητας σχεδόν 30 GWh. Το 97% αυτών των συστημάτων αποθήκευσης εγκαταστάθηκε μετά το 2020.
Στην Ελλάδα η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών είναι επίσης εντυπωσιακή, αλλά ακολουθεί διαφορετική κατεύθυνση.
Στο τέλος του 2025 η συνολική εγκατεστημένη φωτοβολταϊκή ισχύς είχε φθάσει περίπου τα 12,2 GW.
Όμως από αυτή τη νέα ισχύ του 2025, περίπου το 90% αφορούσε μεγάλα φωτοβολταϊκά επί εδάφους και μόλις το 10 % την κατηγορία επί στεγών, η κοντά στα κτίρια, στην οποία περιλαμβάνονται οικιακές αλλά και εμπορικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις μαζί με αυτοκατανάλωση .
Αυτό αποτυπώνει μια βασική ελληνική αντίφαση:
η Ελλάδα είναι πλέον μία από τις ευρωπαϊκές χώρες με τη μεγάλη διείσδυση φωτοβολταϊκών στην ηλεκτροπαραγωγή, αλλά ένα σχετικά ελάχιστο μέρος της ισχύος συνδέεται άμεσα με με τα κτίρια. Αναπτύσσουμε δηλαδή με μεγάλη ταχύτητα φωτοβολταϊκά επί εδάφους, αλλά πολύ βραδύτερα μετατρέπουμε τις εκατομμύρια στέγες κατοικιών, επιχειρήσεων και δημόσιων κτιρίων σε αποκεντρωμένες μονάδες παραγωγής αποθήκευσης και αυτοκατανάλωσης ενέργειας.
Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αναπόφευκτη. Ήδη από το 2022 ο Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών επισήμαινε το χαμηλό ποσοστό εγκατεστημένης φωτοβολταϊκής ισχύος σε κτίρια, ενώ κυριαρχούσαν τα συστήματα επί εδάφους.
ΤΟ κέντρο βάρους των επενδύσεων βρίσκεται στα μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα επί εδάφους .
Το ελληνικό πλεονέκτημα
Η σύγκριση με τη Γερμανία αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία.
Η Ελλάδα διαθέτει σαφώς μεγαλύτερη ηλιακή ακτινοβολία και, λόγω της μεγάλης κατανάλωσης για κλιματισμό, ένα σημαντικό μέρος της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας εμφανίζεται ακριβώς τις ώρες που παράγουν τα φωτοβολταϊκά.
Παρά τα πλεονεκτήματα αυτά, η στέγη του ελληνικού κτιρίου εξακολουθεί να αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητη ενεργειακή επιφάνεια.
Δεν υπάρχει λόγος το φωτοβολταϊκό να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ένας ανεξάρτητος σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εγκατεστημένος μακριά από την κατανάλωση.
Μπορεί να αποτελεί οργανικό μέρος του ίδιου του κτιρίου.
Το κτίριο έτσι παύει να είναι απλώς ένας καταναλωτής ενέργειας και μπορεί ταυτόχρονα να εξοικονομεί, να παράγει, να αποθηκεύει και να διαχειρίζεται ενέργεια.
Από την αποσπασματική παρέμβαση στο ενεργειακό κτίριο
Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι κατά την τελευταία πενταετία μόλις 0,9% των νοικοκυριών πραγματοποίησε τρεις ή περισσότερες παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης στην κύρια κατοικία του. Αντίθετα, 36,9% δηλώνει ότι το σπίτι του χρειαζόταν ενεργειακές παρεμβάσεις αλλά αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν, ενώ για το 82,9% αυτών βασικό εμπόδιο ήταν το κόστος.
Η ενεργειακή αναβάθμιση μιας κατοικίας δεν πρέπει επομένως να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά — μόνο ως αλλαγή κουφωμάτων, αντικατάσταση ενός λέβητα ή εγκατάσταση ενός φωτοβολταϊκού.
Το σύγχρονο κτίριο, κατοικία η επαγγελματική στέγη, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενιαίο ενεργειακό σύστημα:
μείωση των ενεργειακών αναγκών → εξηλεκτρισμός της θέρμανσης και της ψύξης → φωτοβολταϊκή παραγωγή στο ίδιο το κτίριο → έξυπνη κατανάλωση → αποθήκευση όπου είναι οικονομικά αποδοτική.
Η σημαντικότερη κιλοβατώρα δεν είναι πάντοτε αυτή που παράγουμε φθηνότερα.
Είναι συχνά εκείνη που δεν χρειάζεται πλέον να καταναλώσουμε.
Γι’ αυτό, δίπλα στα μεγάλα έργα ΑΠΕ, δικτύων και αποθήκευσης, η Ελλάδα έχει μπροστά της ένα ακόμη τεράστιο ενεργειακό έργο: την αναβάθμιση των 4,3 εκατομμυρίων κτιρίων της και ιδιαίτερα των περίπου 2,4 εκατομμυρίων που κατασκευάστηκαν πριν από το 1981.
Ένα έργο διάσπαρτο σε ολόκληρη τη χώρα, που δεν απαιτεί ούτε ένα νέο στρέμμα γης και μπορεί να μειώσει ταυτόχρονα την κατανάλωση, το ενεργειακό κόστος, τις ανάγκες ανάπτυξης νέων δικτύων και την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα.
Το μεγαλύτερο ανεκμετάλλευτο ενεργειακό «κοίτασμα» της Ελλάδας βρίσκεται ίσως ήδη κάτω από τη στέγη μας.
* Ο Βασίλης Τσολακίδης είναι βοαρχιτέκτονας και σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού για την ενέργεια, το περιβάλλον, το κλίμα
(Το Ποντίκι)