Skip to main content
Menu
English edition

Που θα φτάσουν οι τιμές του πετρελαίου και ποιοί παράγοντες θα αποβούν καθοριστικοί

Δημήτρης Κοιλάκος

Σε μια περίοδο που η συζήτηση μεταξύ των πετρελαιοπαραγωγών κρατών με στόχο την επίτευξη μιας βιώσιμης συμφωνίας που θα ανακόψει την πτώση των τιμών του πετρελαίου εντείνεται, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον οι εκτιμήσεις για τη μελλοντική διακύμανσή τους.

Τι επιδρά σε αυτή; Πέραν της επιδιωκόμενης - αλλά και, λογικά, αναμενόμενης - ομαλοποίησης της αγοράς το προσεχές διάστημα, θα πρέπει κανείς να λάβει υπόψη την πορεία της ζήτησης, τη συντελούμενη αναμόρφωση του παγκόσμιου ενεργειακού χάρτη, όπου ήδη σημειώνονται σημαντικές ανακατατάξεις σε σχέση π.χ. με τα καύσιμα σε βιομηχανία, ναυτιλία και λοιπές μεταφορές ή και την πορεία υλοποίησης των διακρατικών αποφάσεων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Το πως αποτιμάται το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης όλων των σχετικών παραγόντων και τάσεων έχει ιδιαίτερη σημασία, λόγω του ότι οι σχετικές μελέτες αξιοποιούνται από τα διάφορα οικονομικά και πολιτικά επιτελεία για τη χάραξη της στρατηγικής τους.

Από την άποψη αυτή, έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε τις συγκλίσεις που αποτυπώνονται σε δυο πρόσφατες μελέτες, οι οποίες υλοποιήθηκαν από φορείς που δεν έχουν απαραιτήτως συγκλίνοντα συμφέροντα.

Πρόκειται για το «World Oil Outlook» του ΟΠΕΚ για το 2016, το οποίο δόθηκε στη δημοσιότητα την Τρίτη 8 Νοεμβρίου, στο οποίο αποτυπώνονται οι εκτιμήσεις του καρτέλ σε σχέση με την πορεία της ζήτησης, και για μια μελέτη του Ινστιτούτου Ενεργειακών Ερευνών της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών για τις τιμές.

Αντιπαραβάλλοντας, δε, τα ευρημάτων αυτών των μελετών με άλλες που εκπονήθηκαν από φορείς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ και η ΕΙΑ, μπορούμε να διαμορφώσουμε μια καλή εικόνα της κατάστασης, καθώς και των παραγόντων και των τάσεων που θα καθορίσουν την πορεία των τιμών του πετρελαίου. 

Οι ρώσικες προβλέψεις για τις τιμές

Ας δούμε, λοιπόν, πως εκτιμά ότι θα κινηθούν οι τιμές του πετρελαίου στο μέλλον το κορυφαίο επιστημονικό ίδρυμα της Ρωσίας. Η ανάλυση της ρωσικής πλευράς για το συγκεκριμένο θέμα μας τράβηξε την προσοχή για τρεις λόγους, μεταξύ άλλων:

α) πρόκειται για μια πολύ σημαντική πετρελαιοπαραγωγό χώρα, η οποία δεν είναι ενταγμένη στον ΟΠΕΚ, αλλά διατηρεί προνομιακή θέση συνομιλητή με το καρτέλ, χωρίς να δεσμεύεται υποχρεωτικά από τις αποφάσεις του

β) η ρωσική οικονομία διέρχεται σημαντική κρίση, με βαρύνουσα επίδραση της πτώσης της τιμής του πετρελαίου

γ) πέραν του πετρελαίου, η Ρωσία είναι ένας εκ των σημαντικότερων παικτών στη διεθνή σκακιέρα του φυσικού αερίου.

Έχοντας αυτά κατά νου, ας δούμε τις ρωσικές εκτιμήσεις.

Το Ινστιτούτο Ενεργειακών Ερευνών της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών εκτιμά ότι η τιμή του πετρελαίου το 2020 θα κυμαίνεται γύρω στα 60 δολάρια το βαρέλι, ενώ ενδέχεται να φτάσει και το 99 δολάρια μέχρι το 2040.

Οι τιμές αυτές ουσιαστικά αφορούν τους μέσους όρους των διαφόρων σεναρίων που προκύπτουν από τα διάφορα μοντέλα και τιμές παραμέτρων που χρησιμοποιήθηκαν από τους ερευνητές.

Συγκεκριμένα, η κλιμάκωση της τιμής σε αυτό το σενάριο διαβλέπεται ως εξής: 81 δολάρια το 2025, μέχρι τα 88 δολάρια έως το 2030 και στα 94 δολάρια το 2035.

Το ρώσικο ινστιτούτο έχει επεξεργαστεί, όπως είπαμε, διάφορα σενάρια, ώστε να «πιάσει» τις διαφορετικές εξελίξεις που ενδέχεται να προκύψουν.

Έτσι λοιπόν, το «ακραίο» σενάριο προβλέπει τιμή 55 δολαρίων το βαρέλι για το 2020. Τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με αυτό το σενάριο, η τιμή θα συνεχίσει να αυξάνεται ως εξής: 75 δολάρια το βαρέλι για το 2025, 83 δολάρια το 2030 και 90 δολάρια το 2040.

Από την άλλη, το «θετικό», όπως αποτιμάται από το Ινστιτούτο, σενάριο προβλέπει τιμή περί τα 65 δολάρια το βαρέλι για το 2020, και από εκεί και πέρα 82 δολάρια για το 2025, 90 δολάρια το 2030, 103 δολάρια το 2035 και 107 δολάρια το βαρέλι για το 2040.

Άλλοι είναι πιο αισιόδοξοι κι άλλοι πιο συγκρατημένοι

Ας δούμε τώρα και κάποιες άλλες εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών για την πορεία των τιμών του πετρελαίου, σε μια προσπάθεια να συμπεράνουμε αν και κατά πόσο τα παραπάνω πατάνε σε στέρεη (ή, τουλάχιστον, κοινά αποδεκτή) βάση.

Έτσι, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμούσε τον Ιούλιο ότι η μέση τιμή του αργού το 2016 θα διαμορφωθεί στα 43 δολάρια το βαρέλι, έχοντας αναθεωρήσει ελαφρώς προς τα πάνω την προηγούμενη σχετική εκτίμησή της που προέβλεπε τιμή 41 δολαρίων. Πρόσφατα, αναθεώρησε για μια ακόμα φορά προς τα πάνω τις εκτιμήσεις της για το 2017, που πλέον βλέπουν την τιμή να διαμορφώνεται στα 55 δολάρια το βαρέλι. Σε σχέση με τις μακροπρόθεσμες προβλέψεις της, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμούσε τον Ιούλιο μέση τιμή στα 59,9 δολάρια το βαρέλι για το 2018, στα 62,7 για το 2019, στα 65,6 για το 2020 και με περίπου σταθερή ετήσια αύξηση στα 82,6 δολάρια το βαρέλι για το 2025.

Το ΔΝΤ, από μεριάς του, τον Ιούνιο έκανε λόγο για μέση τιμή του αργού στα 43,6 δολάρια για το 2016. Οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις του είναι αρκετά πιο μετριασμένες σε σχέση με αυτές τις Παγκόσμιας Τράπεζας. Συγκεκριμένα, για το 2017 το ΔΝΤ προβλέπει αύξηση στα 50,6 δολάρια το βαρέλι, με τις τιμές να συνεχίζουν αυξητικά και τα επόμενα χρόνια, φτάνοντας τα 56,3 δολάρια το 2020.

Τέλος, η Economist Intelligence Unit (EIU) διέβλεπε ήδη από τον Απρίλη σημαντική αύξηση για το 2017, με την μέση τιμή για το αργό να φτάνει στα 55,5 δολάρια το βαρέλι, έναντι πρόβλεψης για διαμόρφωση της τιμής στα 40,3 δολάρια για το 2016. Το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη εκτίμηση βρίσκεται στο ότι η αύξηση δεν αναμένεται να συνεχιστεί μετά την προβλεπόμενη απότομη κορύφωση το 2018, έτος για το οποίο η εκτίμηση θέτει την τιμή στα 67,5 δολάρια το βαρέλι. Για τα επόμενα τρία χρόνια μέχρι το 2020, η EIU προβλέπει σταδιακή μείωση της μέσης ημερήσιας τιμής βαρελιού, εκτιμώντας την στα 67,5, 62,8 και 61,8 δολάρια αντίστοιχα.

Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά ότι μόνο σύμπνοια δεν υπάρχει μεταξύ των αναλυτών, πέραν της αναμενόμενης αύξησης το αμέσως επόμενο διάστημα και της σταδιακής αύξησης (αν και με διαφορετικές εκτιμήσεις ως προς το ρυθμό της) μέχρι το 2018.

Οι διαφοροποιήσεις αυτές, εκτός του ότι απορρέουν από τα διαφορετικά μοντέλα που χρησιμοποιούνται, προφανώς αντανακλούν και διαφορετικές εκτιμήσεις για το γενικότερο οικονομικό κλίμα διεθνώς, αλλά ενδεχομένως και διαφορετικά κίνητρα των φορέων, οι οποίοι επιλέγουν να υπερτονίσουν τον τάδε ή το δείνα παράγοντα που συντελεί στη διαμόρφωση της τιμής ως βαρύνουσας σημασίας. Είναι ανηλεής ο ανταγωνισμός…

Οι εκτιμήσεις του ΟΠΕΚ για τη ζήτηση

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που καταγράφονται στο «World Outlook» του ΟΠΕΚ για το 2016, το οποίο δόθηκε στη δημοσιότητα την Τρίτη 8 Νοεμβρίου, η ζήτηση πετρελαίου από τα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ αναμένεται να εμφανίσει μείωση από 500 χιλ. έως ακόμα και σχεδόν 46 εκατ. βαρέλια την ημέρα μέχρι το 2021. Αντίθετα, η ζήτηση για πετρέλαιο στις αναπτυσσόμενες χώρες αναμένεται να αυξηθεί κατά 6,4 εκατ. βαρέλια την ημέρα μεταξύ του 2015 και του 2020, προσεγγίζοντας έτσι τα 48 εκατ. βαρέλια την ημέρα έως το 2021.

Αν και η αύξηση της ζήτησης πετρελαίου από τις χώρες εκτός ΟΟΣΑ ενδέχεται να μην ισοσκελίσει μεσοπρόθεσμα την προβλεπόμενη πτώση της ζήτησης στις πιο αναπτυγμένες χώρες, ο ΟΠΕΚ εκτιμά ότι μακροπρόθεσμα η κατάσταση θα αλλάξει, προς όφελος της ζήτησης (άρα και της αγοράς) πετρελαίου.

‘Ετσι, ο ΟΠΕΚ προβλέπει μέση αύξηση της τάξης των 16,5 εκατ. βαρελιών την ημέρα για τα έτη μέχρι το 2040, όταν και η ζήτηση προβλέπεται να αγγίζει τα 110 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Καταλαβαίνει κανείς, βέβαια, ότι η πρόβλεψη αυτή σημαίνει «έκρηξη» της ζήτησης για το διάστημα 2020-2040.

Βέβαια, χρειάζεται κανείς να καταγράψει ότι παραμένει η διαφοροποίηση: στα μεν κράτη του ΟΟΣΑ η ζήτηση αναμένεται να μειωθεί κατά 8,9 μέχρι 37,3 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες αναμένεται μεγάλη αύξηση της ζήτησης, έως και κατά 24,6 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα.

Και από ποιες προμήθειες θα καλύπτεται αυτή η ζήτηση; Σύμφωνα και πάλι με την ίδια έκθεση του ΟΠΕΚ, αναμένεται να αυξηθούν μέχρι τα 41 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα οι προμήθειες από τα κράτη-μέλη του έως το 2040, με το συνολικό μερίδιο του καρτέλ στην προμήθεια να διαμορφώνεται στο 37%.

Σημειωτέον ότι το 2015 το μερίδιο αυτό ήταν περίπου 34%. Αύξηση του μεριδίου σε αυξημένη προσφορά σημαίνει προφανώς και αυξημένη παραγωγή ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες τις αυξημένης ζήτησης. Τόσο απλό μοιάζει να είναι το σχήμα.

Βέβαια, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Κι αυτό για διάφορους λόγους, των εξής συμπεριλαμβανομένων:

- υπάρχουν ήδη οι προϋποθέσεις να αυξηθεί άμεσα η παραγωγή (κι αυτό, μάλιστα, ανεξάρτητα από την όποια συμφωνία για όψιμο «πάγωμα» ή και μείωση), είτε μέσω των επενδύσεων που ήδη γίνονται από διάφορους πετρελαϊκούς ομίλους, είτε με επαναλειτουργία εγκαταστάσεων που προσωρινά είχαν τεθεί εκτός

- η αύξηση της παραγωγής θα γίνει, όπως είναι λογικό, ανισόμετρα, με αποτέλεσμα ο ανταγωνισμός να οξυνθεί και αυτό να έχει ενδεχομένως αντίκτυπο στις τιμές με τις οποίες θα προσπαθήσουν οι διάφοροι «παίκτες» να κερδίσουν μερίδια των αγορών, ιδίως των αναπτυσσόμενων

- δεν είναι δεδομένα βάσιμη η εκτίμηση ότι ο ρυθμός αύξησης της ζήτησης θα παρακολουθεί το ρυθμό αύξησης των διαθέσιμων ποσοτήτων της αυξημένης παραγωγής, λόγω και της προαναφερθείσας ανισομετρίας. Εάν υπάρξει διαφοροποίηση μεταξύ αυτών, δεν είναι δεδομένο το πώς θα αντιδράσουν οι αγορές

- ο πιο σημαντικός παράγοντας, όμως, είναι ότι οι παραπάνω εκτιμήσεις εστιάζονται στην υπόρρητη υπόθεση ότι η οικονομία θα αναπτύσσεται ομαλά μέχρι το 2040, μια υπόθεση στην οποία δεν είναι πολλοί αυτοί που θα πόνταραν τα λεφτά τους…

Από εκεί και πέρα, ο ΟΠΕΚ εκτιμά ότι το πετρέλαιο θα έχει το δεύτερο μεγαλύτερο μερίδιο στην πίτα της παγκόσμιας ζήτησης ενέργειας, με μερίδιο 26%, ακολουθώντας το φυσικό αέριο, το μερίδιο του οποίου εκτιμάται ότι θα φτάσει στο 27% και προηγούμενου του άνθρακα, που καταγράφεται με πρόβλεψη για 24%. Πέραν αυτών, το συνολικό μερίδιο των ΑΠΕ καταγράφεται στο 17% και της πυρηνικής ενέργειας στο 6%.

Είναι προφανές, ιδίως από την πρόβλεψη για το μερίδιο των ΑΠΕ, ότι τα νούμερα αυτά απηχούν τις (προ)βλέψεις των πετρελαιοπαραγωγών, καθώς άλλες μελέτες προβλέπουν σημαντικά μεγαλύτερο μερίδιο για τις ΑΠΕ. Μεγάλες αγορές, μεγάλα και τα (εκατέρωθεν) μαχαίρια, βλέπετε…

Στους ανταγωνισμούς εντός κι εκτός ΟΠΕΚ εστιάζουν οι Αμερικάνοι

Ας περάσουμε τώρα να δούμε και τις αμερικανικές εκτιμήσεις. Σύμφωνα με έκθεση της αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας (ΕΙΑ), τα χαμηλά επίπεδα των τιμών οφείλονται κυρίως στην αύξηση της προσφοράς πετρελαίου από χώρες εκτός ΟΠΕΚ.

Η ΕΙΑ  προβλέπει ότι οι χώρες αυτές θα συνεχίσουν να αυξάνουν την παραγωγή τους και το 2017, με το μεγαλύτερο μερίδιο της αύξησης να προβλέπεται ότι θα προέλθει από τη Ρωσία, τον Καναδά και το Καζακστάν.

Συγκεκριμένα, η ΕΙΑ υπολογίζει ότι η συνολική παραγωγή των κρατών εκτός ΟΠΕΚ θα φθάσει φέτος τα 56,9 εκατ. βαρέλια ημερησίως κατά μέσο όρο, ενώ για το 2017 προβλέπεται μέση ημερήσια παραγωγή 57,2 εκατ. βαρελιών.

 Την ίδια ώρα, η μέση ημερήσια πετρελαιοπαραγωγή των κρατών-μελών του ΟΠΕΚ εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 32,5 εκατ. βαρέλια για το 2016 και τα 33,3 εκατ. βαρέλια την ημέρα το 2017. 

Η αμερικανική υπηρεσία εκφράζει τις ανησυχίες της για το ότι οι αυξημένοι όγκοι παραγωγής που θα μπουν στην αγορά από τη Νιγηρία, τη Λιβύη, το Ιράν και το Ιράκ (κράτη ενταγμένα στον ΟΠΕΚ) ενδέχεται να περιπλέξουν τις προσπάθειες για συμφωνία επί των ποσοστώσεων παραγωγής στην επικείμενη συνάντηση του ΟΠΕΚ στα τέλη του Νοεμβρίου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχές και των τεσσάρων αυτών κρατών έχουν  ζητήσει να εξαιρεθούν από ενδεχόμενο «πάγωμα» ή μείωση της, με τη Λιβύη και τη Νιγηρία να επικαλούνται τις εμφύλιες συρράξεις, το Ιράν να επιδιώκει να φτάσει την παραγωγή του στα προ κυρώσεων επίπεδο και το Ιράκ να επικαλείται τον πόλεμο με το Ισλαμικό Κράτος στο βόρειο τμήμα του.

Ως προς τις τιμές, η ΕΙΑ εκτιμά ότι η τιμή του αμερικανικού αργού πετρελαίου (WTI) θα κυμανθεί φέτος κατά μέσο όρο στα 42,84 δολάρια το βαρέλι, ενώ το 2017 θα φτάσει στα 49,91 δολάρια. 

Το μόνο σίγουρο είναι η ρευστότητα της κατάστασης

Το σίγουρο είναι ότι οι σχετικές εκτιμήσεις «φιλτράρονται» κατάλληλα, όταν είναι να αξιοποιηθούν πολιτικά. Έτσι, για παράδειγμα, Ρώσοι κυβερνητικοί παράγοντες εμφανίζονται κάπως πιο επιφυλακτικοί σε επίσημες τοποθετήσεις τους, αν και παραμένουν αισιόδοξοι.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ρώσος υπουργός Οικονομικής Ανάπτυξης, Αλεξέι Ουλιουκάγιεφ, ανέφερε σε πρόσφατες δηλώσεις του ότι αναμένει πως οι τιμές του ρωσικού πετρελαίου θα σταθεροποιηθούν στα 50 δολάρια το βαρέλι ή λίγο παραπάνω το 2017-2019.

Διαβάζοντας κάποιος προσεκτικά αυτές τις δηλώσεις, θα δει ότι, αν και μετριασμένες, δεν αποκλίνουν σημαντικά από το γενικό πνεύμα των προαναφερθεισών μελετών, ενώ ταυτόχρονα συμβαδίζουν και με τις εκτιμήσεις των αισιόδοξων ως προς τα αποτελέσματα των διεργασιών που συντελούνται αυτή την περίοδο στον ΟΠΕΚ παραγόντων.

Ουσιαστικά, σε ποιο «σενάριο» εδράζονται αυτές οι εκτιμήσεις; Ότι θα επιτευχθεί τελικά, μετά την εφαρμογή των απαιτούμενων, και ίσως πολυδιάστατων, μέτρων, ανακοπή της πτωτικής πορείας των τιμών του προηγούμενου διαστήματος και αυτές τελικά θα σταθεροποιηθούν, με προοπτική σχετικά γρήγορα να φτάσουν τα 50 δολάρια.

Αυτό μοιάζει πράγματι εφικτό. Όμως, η μελλοντική ανοδική τάση των τιμών, τουλάχιστον με τους ρυθμούς που προβλέπονται από κάποιες από τις προαναφερθείσες μελέτες, είναι δύσκολο να επιτευχθεί, ακόμα και σε συνθήκες αύξησης της ζήτησης κι επέκτασης των επενδύσεων.

Αυτό το τελευταίο το σημειώνουμε γιατί αυτή η, αντίρροπη με την επιδίωξη για «πάγωμα» ή μείωση της παραγωγής, τάση, εμφανίζεται ήδη τόσο στη Ρωσία, όσο και στο Ιράν, αλλά και αλλού.

Επίσης, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι εμφανίζονται σημάδια περαιτέρω ανάκαμψης και στην πετρελαιοπαραγωγή των ΗΠΑ. Τι επίδραση, όμως, θα έχει η ενεργειακή πολιτική που θα προωθηθεί στις ΗΠΑ μετά τις προεδρικές εκλογές; Δεν είναι εύκολο να το πει κανείς από τώρα.

Άρα, το πώς αυτοί οι παράγοντες, καθώς και πλήθος άλλων, θα επιδράσουν τελικά στη διαμόρφωση των τιμών, είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί, πολύ δε περισσότερο με δεδομένες τις τροχιοδεικτικές ενδείξεις ύφεσης που δε λείπουν από την παγκόσμια οικονομία.

Πάντως, όλοι φαίνεται να συγκλίνουν στην εκτίμηση του ΟΠΕΚ ότι το 2016 θα αποτελέσει σημείο καμπής προς την εξισορρόπηση της αγοράς πετρελαίου.

Το κρίσιμο, όμως, είναι το τι γίνεται από εδώ και πέρα. Από την άποψη αυτή, έχει βάση η εκτίμηση του ΟΠΕΚ ότι το περιβάλλον χαμηλότερων τιμών, η αστάθεια της αγοράς και οι αβεβαιότητες γύρω από τις περιβαλλοντικές πολιτικές, θα συνεχίσουν να προκαλούν σύγχυση γύρω από τις μακροπρόθεσμες προοπτικές.

Το μόνο σίγουρο, λοιπόν, είναι ότι η κατάσταση παραμένει ρευστή κι ευμετάβλητη, με τις προκλήσεις και τα ανοικτά μέτωπα να είναι πολλά.

 



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα