Φωτοβολταϊκά στο μπαλκόνι: Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία
Η κυβέρνηση, με την υπουργική απόφαση που ετοιμάζει για τα φωτοβολταϊκά στα μπαλκόνια, φαίνεται έτοιμη να επαναλάβει ένα γνώριμο λάθος της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής: να επενδύσει στην επικοινωνία αντί στην ουσία.
Οι πολίτες θα ακούσουν για «μείωση των λογαριασμών κατά 25%» και για «δικαίωμα στην παραγωγή ενέργειας». Πρόκειται για συνθήματα που ακούγονται ευχάριστα, όμως το πραγματικό ερώτημα είναι απλό:
Θα μειωθούν πραγματικά οι λογαριασμοί των νοικοκυριών;
Κατά τη γνώμη μου, όχι. Τουλάχιστον όχι στον βαθμό που υπόσχονται όσοι σχεδιάζουν το μέτρο. Θα εξηγήσω γιατί.
Δεν γνωρίζω ακόμη με ποιο ακριβώς καθεστώς θα λειτουργήσουν τα φωτοβολταϊκά μπαλκονιού. Δύο είναι τα πιθανότερα σενάρια.
Το πρώτο είναι να λειτουργήσουν με καθεστώς Zero Feed, δηλαδή μηδενικής έγχυσης στο δίκτυο. Αυτό θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, το τεχνικά ορθότερο μοντέλο, καθώς θα απέτρεπε ανεξέλεγκτες εγχύσεις ενέργειας. Ωστόσο απαιτεί εξειδικευμένη εγκατάσταση και πρόσθετο εξοπλισμό, γι’ αυτό και θεωρώ ότι δύσκολα θα επιλεγεί.
Το δεύτερο και πιθανότερο σενάριο είναι η έγχυση της πλεονάζουσας ενέργειας στο δίκτυο.
Ο κοινός παρονομαστής όμως και στις δύο περιπτώσεις είναι ένας:
Ο καταναλωτής δεν αμείβεται για το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας που παράγει.
Αν η παραγωγή δεν συμπίπτει χρονικά με την κατανάλωση, το οικονομικό όφελος σχεδόν εξαφανίζεται.
Με απλά λόγια, ο καταναλωτής θα αξιοποιεί μόνο την ενέργεια που καταναλώνει τη στιγμή που την παράγει. Την υπόλοιπη είτε δεν θα την παράγει καθόλου, επειδή το inverter θα περιορίζει την παραγωγή του, είτε θα την εγχέει στο δίκτυο χωρίς ουσιαστικό αντάλλαγμα.
Είτε υπέρ του παρόχου, είτε υπέρ του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης, είτε υπέρ οποιουδήποτε άλλου. Πάντως όχι υπέρ του ίδιου.
Και εδώ βρίσκεται η βασική αδυναμία του μέτρου.
Τα περισσότερα νοικοκυριά απουσιάζουν από το σπίτι κατά τις ώρες της μέγιστης ηλιοφάνειας. Το φωτοβολταϊκό θα παράγει όταν δεν υπάρχει κατανάλωση και όταν ο ιδιοκτήτης επιστρέφει στο σπίτι, η παραγωγή θα έχει ήδη μειωθεί ή μηδενιστεί.
Με απλά λόγια, το φωτοβολταϊκό θα παράγει «στον γάμο του Καραγκιόζη».
Με βάση γενικούς υπολογισμούς που έχω πραγματοποιήσει, ένα φωτοβολταϊκό μπαλκονιού θα χρειαστεί περισσότερα από 13 χρόνια για να αποσβέσει το κόστος εγκατάστασής του.
Και εδώ προκύπτει το εύλογο ερώτημα:
Υπάρχει καλύτερη λύση; Κατά τη γνώμη μου, ναι.
Αντί να επιδοτείται μια λύση περιορισμένης αποτελεσματικότητας, θα μπορούσε να δοθεί προτεραιότητα στην εγκατάσταση οικιακών συστημάτων αποθήκευσης.
Η εγκατάσταση μιας μπαταρίας σε κάθε σπίτι, ακόμη και χωρίς φωτοβολταϊκό, θα είχε μεν υψηλότερο αρχικό κόστος, αλλά θα μπορούσε να αξιοποιεί τις πολύ χαμηλές ή ακόμη και μηδενικές χονδρεμπορικές τιμές που παρατηρούνται πλέον συστηματικά κατά τις μεσημβρινές ώρες.
Με βάση τους ίδιους υπολογισμούς, η επένδυση αυτή θα μπορούσε να αποσβεστεί σε περίπου 3,5 χρόνια.
Αν μάλιστα η πολιτεία επιδοτούσε το κόστος εγκατάστασης κατά 50%, ιδιαίτερα για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, τότε ο χρόνος απόσβεσης θα μπορούσε να μειωθεί σε λιγότερο από 2 χρόνια.
Με άλλα λόγια, η πολιτεία φαίνεται να προωθεί μια λύση με χρόνο απόσβεσης άνω της δεκαετίας, ενώ αγνοεί μια εναλλακτική που θα μπορούσε να επιστρέψει το κόστος της επένδυσης στον πολίτη μέσα σε λίγα μόλις χρόνια.
Απαραίτητη προϋπόθεση, βέβαια, είναι να υποχρεωθούν οι πάροχοι να προσφέρουν πραγματικά κυμαινόμενα τιμολόγια, τα οποία να ακολουθούν τη χονδρεμπορική τιμή της αγοράς.
Όπως φαίνεται και στο διάγραμμα ημερήσιας παραγωγής, το οποίο επαναλαμβάνεται σε μεγάλο μέρος του έτους και αναμένεται να συνεχίσει να επαναλαμβάνεται για πολλά χρόνια ακόμη, η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει για αρκετές ώρες της ημέρας μηδενική.
Μηδενική όμως για τους παρόχους. Όχι για τους καταναλωτές.
Αν λοιπόν οι πάροχοι υποχρεωθούν να μεταφέρουν αυτή την πραγματικότητα στα τιμολόγια λιανικής, τότε το πραγματικό όφελος των φωτοβολταϊκών και των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας θα περάσει επιτέλους στους καταναλωτές — οικιακούς, επαγγελματικούς και βιομηχανικούς.
Σε αυτούς δηλαδή που εδώ και χρόνια χρηματοδοτούν την ανάπτυξη των ΑΠΕ μέσω του ΕΤΜΕΑΡ που πληρώνουν σε κάθε λογαριασμό ρεύματος.
Η εξοικονόμηση σε έναν μηνιαίο λογαριασμό, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να φτάσει το 30%, ίσως και περισσότερο.
Πόσο πιο ισχυρή θα ήταν η θέση οποιασδήποτε κυβέρνησης εάν έδινε πραγματικά τη δυνατότητα στους πολίτες να μειώσουν κατά ένα τρίτο ή ακόμη και κατά το ήμισυ το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας;
Δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί επιλέγεται να προωθηθεί μια επένδυση με χρόνο απόσβεσης που ξεπερνά τα 13 χρόνια, όταν υπάρχουν λύσεις αποθήκευσης που μπορούν να αποσβεστούν σε λιγότερο από 4 χρόνια και να προσφέρουν ταυτόχρονα οφέλη τόσο στον καταναλωτή όσο και στο ηλεκτρικό σύστημα.
Η τοποθέτηση μπαταριών θα δημιουργούσε και μια σειρά από πρόσθετα οφέλη. Τα νοικοκυριά θα αποκτούσαν δυνατότητα εφεδρικής λειτουργίας (backup) σε περιπτώσεις διακοπής ρεύματος, ενώ παράλληλα θα βελτιωνόταν η ποιότητα τροφοδοσίας.
Η μπαταρία θα λειτουργούσε ουσιαστικά ως UPS μεγάλης κλίμακας, προστατεύοντας τις ηλεκτρικές συσκευές από διακυμάνσεις και βυθίσεις τάσης.
Ταυτόχρονα, η ευρεία εγκατάσταση μπαταριών θα ενίσχυε σημαντικά τη σταθερότητα του ηλεκτρικού συστήματος.
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα σήμερα δεν είναι η παραγωγή ενέργειας.
Είναι η ευστάθεια του συστήματος και η έλλειψη αποθήκευσης.
Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον πρόβλημα επάρκειας παραγωγής.
Αντιμετωπίζει πρόβλημα αξιοποίησης της ενέργειας που ήδη παράγει.
Γι’ αυτό και θεωρώ ότι η άκριτη μεταφορά ευρωπαϊκών κατευθύνσεων χωρίς προσαρμογή στις ελληνικές συνθήκες δεν αποτελεί πάντοτε την καλύτερη επιλογή.
Οι πολιτικές πρέπει να προσαρμόζονται στις ανάγκες κάθε χώρας, Και οι ανάγκες της Ελλάδας σήμερα δείχνουν ξεκάθαρα προς την αποθήκευση.
Σε όσους φίλους με αποπαίρνουν επειδή επιμένω να γράφω τέτοια, ίσως κουραστικά, άρθρα, απαντώ ότι συνεχίζω να το κάνω γιατί διατηρώ μια μικρή ελπίδα.Την ελπίδα ότι κάποιος από αυτούς που συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων θα πέσει κάποτε πάνω σε αυτές τις σκέψεις και θα μπει στον κόπο να εξετάσει αν έχουν βάση.
Ίσως τελικά κάπου να έχω δίκιο.
Η ελπίδα, άλλωστε, πεθαίνει τελευταία.
Ο Πέτρος Τσικούρας είναι Οικονομολόγος και Οργανωτικός Γραμματέας της ΠΟΣΠΗΕΦ.
Το άρθρο εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του γράφοντος.
