Ο χώρος της ενέργειας από ανανεώσιμα θα πρέπει να αυτορυθμιστεί και στην Ελλάδα στην βάση των διεθνών τάσεων και εξελίξεων
Σήμερα είναι πάρα πολύ δύσκολο για κάποιον να πει με σιγουριά το τι ακριβώς θα συμβεί στην ελληνική ενεργειακή αγορά μέσα στην νέα χρονιά, χωρίς να διακινδυνεύσει να χαρακτηριστεί είτε πολύ αισιόδοξος, είτε πολύ απαισιόδοξος. Η θέση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί περίπου ως «επαρκώς ασφαλής» από την πλευρά του είδους της κριτικής που θα δεχθεί, αφού έτσι και αλλιώς από παντού εκπορεύονται τα ίδια αμφίσημα μηνύματα για το τι περίπου θα συμβεί σε περιφερειακό και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Είναι πράγματι πολύ δύσκολο να πει κανείς το πως ακριβώς και μέχρι πότε θα εξελίσσονται, είτε θετικά είτε αρνητικά, οι πολεμικές συρράξεις σε όλα τα ανοικτά μέτωπα στην γειτονία μας (Ουκρανία, Γάζα, Λίβανος, Συρία ), όταν ο αριθμός των εμπλεκόμενων συνεχώς αυξάνεται, οι τακτικές τους συνεχώς μεταβάλλονται στην βάση βραχυπρόθεσμων γεωπολιτικών επιδιώξεων, ενώ ο νέος πλανητάρχης, που επηρεάζει σημαντικά τις παγκόσμιες εξελίξεις, σήμερα δεν έχει αναλάβει ακόμα ούτε τα ηνία διακυβέρνησης της χώρας του.
Παράλληλα οι εμπορικοί πόλεμοι που έχουν αρχίσει να ανακοινώνονται όλο και συχνότερα μεταξύ των διαφόρων εμπλεκομένων εταίρων σε Δύση και Ανατολή επιδρούν αρνητικά στο επενδυτικό κλίμα. Σαν αποτέλεσμα βλέπουμε μια σχετική ανάσχεση στην άνοδο των δεικτών που καταγράφουν τις τάσεις και δράσεις σε κάποια καίρια επιχειρηματικά πεδία όπως ο ενεργειακός στρατηγικός σχεδιασμός, οι χρηματοδοτήσεις των έργων, η υγεία της εφοδιαστικής αλυσίδας, γεγονός που επιτείνει περαιτέρω την αναδυόμενη αβεβαιότητα.
Οι πιο αρνητική εξέλιξη όμως για την παγκόσμια επιχειρηματική κοινότητα στον χώρο της ενέργειας είναι ο τελευταία διαρκώς αυξανόμενος σκεπτικισμός σε πολλούς ότι η πράσινη ανάπτυξη ίσως ήρθε πολύ γρήγορα, χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία, και αυτό δημιουργεί ήδη αρκετά προβλήματα. Αντίθετα, σε κάποιους άλλους είναι εντονότερη η αίσθηση ότι αυτή η ανάπτυξη έχει ήδη καθυστερήσει σημαντικά και για αυτό ίσως δεν θα πετύχει τους στόχους που τέθηκαν για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.
Αυτό το κλίμα αβεβαιότητας ήδη διαχέεται και στην ελληνική ενεργειακή αγορά, όπου από την μία μεριά υπάρχει μια αυτοσυγκράτηση, κυρίως από κάποιους βασικούς και ώριμους παίκτες, στο να προχωρήσουν σε νέες πράσινες επενδύσεις, ενώ από την άλλη οι Ρυθμιστές και Διαχειριστές των ενεργειακών προϊόντων και υπηρεσιών της χώρας κατακλύζονται μηνιαία από νέες αιτήσεις επενδυτών για εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας πολλών δεκάδων MW, με τους συνολικούς όγκους να αυξάνουν πάνω και πέρα από κάθε προσδοκία.
Η έλλειψη επαρκών διεθνών διασυνδέσεων, η καθυστέρηση στην ένταξη των αναγκαίων συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας στο ηλεκτρικό δίκτυο και η αυξανόμενη ανισοκατανομή μεταξύ της φωτοβολταικής και αιολικής παραγωγής επιτείνουν την ανασφάλεια των παραγωγών και επενδυτών ΑΠΕ, που βλέπουν την διάρκεια των περικοπών και τις απώλειες στους όγκους παραγωγής τους να αυξάνονται ανησυχητικά.
Η Hitachi Energy, σαν παγκόσμια τεχνολογική εταιρεία που είναι και έχει πρόσβαση και γνώση των τοπικών αγορών σε όλες τις ηπείρους, συνεκτιμά τα εκπεμπόμενα μηνύματα και προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες επενδυτικές συνθήκες ζήτησης εξοπλισμού και συστημάτων για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Η εκτίμηση είναι ότι η ζήτηση σε σχέση με το 2024 θα συνεχίσει έντονα αυξητικά για κάποιο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον για περίπου τρία με τέσσερα χρόνια ακόμα, και μετά θα τείνει να ομαλοποιηθεί προς ένα μάλλον κανονικό ρυθμό αύξησης, σύμφωνο με τα κατά τόπους ΑΕΠ κάθε χώρας.
Σε αυτή την βάση η Hitachi Energy επενδύει συστηματικά σε νέες παραγωγικές υποδομές, προσωπικό, αλλά και σε μακροχρόνιες συνεργασίες με επιλεγμένους συνεργάτες και πελάτες, με στόχευση την ικανοποίηση της εκτιμώμενης από τους αναλυτές ρεαλιστικής ενεργειακής ζήτησης έως το 2030 και, με αντίστοιχη προέκταση, έως και αυτή του 2050 (realistic scenario).
Αναφορικά με την Ελλάδα υπάρχει η εκτίμηση ότι αντίστοιχη τάση και προσέγγιση θα ακολουθηθεί σύντομα και από την τοπική ενεργειακή κοινότητα. Τα κριτήρια λήψης των όποιων επενδυτικών αποφάσεων θα αλλάξουν προς μια πιο μακροπρόθεσμη και ολιστική θεώρηση, ώστε να μην βασίζεται σε αυτό που γενικά είναι το βραχυπρόθεσμα επιθυμητό, που σοφά οι αγγλοσάξονες χαρακτηρίζουν και ως «ευσεβή πόθο» (wishful thinking), αλλά σε αυτό που προκύπτει από λεπτομερείς και καλά τεκμηριωμένες αναλύσεις όλων των παραμέτρων που επηρεάζουν τις επενδύσεις στις ΑΠΕ.
Έτσι, αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν όλους αυτούς τους παράγοντες που τελευταία μεταβάλλονται συχνά, διεθνείς και τοπικούς, όπως η διαθεσιμότητα πόρων και υπηρεσιών, η αλλαγή των τεχνολογιών και των μεθόδων εφαρμογής τους, η κυβερνοασφάλεια και η βιωσιμότητα των επιλογών μέσα από ένα ρεαλιστικά μακροπρόθεσμο προγραμματισμό, με αποδεκτά χαμηλό βαθμό κινδύνου, για μια αξιόπιστα διασφαλισμένη απόδοση της επένδυσης.
Αυτή η προσέγγιση εκτιμούμε ότι θα οδηγήσει σε μια αναπροσαρμογή κάποιων επιλογών για την καλύτερη προστασία των επενδύσεων από τις όποιες ξαφνικές, και πολλές φορές καινοφανείς και μη αναμενόμενες, αλλαγές στις επικρατούσες συνθήκες της τοπικής αγοράς ενέργειας. Εφόσον αυτό ακολουθηθεί από την πλειονότητα των τοπικών παικτών θα οδηγήσει σε μια πολύ πιθανή, ίσως επώδυνη για κάποιους αλλά αναγκαία, αυτορρύθμιση του πλαισίου δράσης μέσα σε μία ήδη υπερθερμασμένη επενδυτικά ελληνική ενεργειακή αγορά από ανανεώσιμα.
Βέβαια, σαν αρνητικό αποτέλεσμα θα έχουμε μια σχετική συρρίκνωση του ρυθμού υλοποίησης νέων επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά ταυτόχρονα τις θετικές συνέπειες της μείωσης έκθεσης σε υψηλό επιχειρηματικό ρίσκο, την μείωση της οικονομικής αιμορραγίας από τις συνεχείς περικοπές της υπερβάλλουσας παραγωγής από ανανεώσιμα, αλλά δυνητικά και την αποφυγή περαιτέρω αρνητικών συνέπειών από πιθανές νέες, και ίσως πολύ πιο δυσάρεστες, περιφερειακές ή παγκόσμιες γεωπολιτικές εξελίξεις .
Ο κ. Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της HITACHI ENERGY
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress: Η αγορά των ΑΠΕ μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα – Φόβοι και προσδοκίες από τη νέα χρονιά