Ο Δεκάλογος της Αγοράς Ενέργειας - Τα διλήμματα και οι προκλήσεις για τη διαμόρφωση και λειτουργία μιας υγιούς αγοράς
Η χονδρική αγορά ενέργειας, η οποία αποτυπώνει την εξέλιξη του ενεργειακού μίγματος προς καθαρότερες μορφές ενέργειας, ενσωματώνει πολιτικές και στρατηγικές με κοινωνικό, επενδυτικό και ανταγωνιστικό αντίκτυπο. Οι μειωμένες τιμές στη χονδρική αγορά, που αποτελούν το βασικό ζητούμενο για όλες τις δυνάμεις της αγοράς, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα τεχνολογικών ή θεσμικών επιλογών αλλά συνδέονται με ένα πολύπλοκο πλέγμα παραγόντων που δύσκολα μπορεί να αποκωδικοποιηθεί.
Στη συνέχεια παρουσιάζονται ορισμένες βασικές παράμετροι προκειμένου να αναδειχθούν τα διλήμματα, οι προκλήσεις και οι δυσκολίες που συνδέονται με την διαμόρφωση και τη λειτουργία μιας υγιούς αγοράς ενέργειας. Σε καμία περίπτωση όμως, δεν θα πρέπει να αγνοούμε ότι οι απόψεις αυτές οφείλουν να προσεγγίζονται ολιστικά, ενώ μπορούν να προστεθούν και άλλες εξίσου σημαντικές οι οποίες συμβάλλουν επίσης στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στην προαγωγή της κοινωνικής ευημερίας.
- Η εύρυθμη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς προϋποθέτει την εφαρμογή αυστηρών κανόνων εποπτείας και ελέγχου ώστε να ενισχύεται η εμπιστοσύνη τόσο των καταναλωτών όσο και των συμμετεχόντων στην αγορά.
- Οι κανόνες ανταγωνισμού δεν πρέπει να υποχωρούν έναντι της επιδίωξης μιας αποτελεσματικής αγοράς ενέργειας.
- Οι τιμές των διμερών συμβάσεων ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs) διαμορφώνονται σε επίπεδα που συγκλίνουν με την τιμή εκκαθάρισης της χονδρικής αγοράς ενέργειας (MCP).
- Οι εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, με εξαίρεση εκείνες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των διμερών συμβάσεων (PPAs), αυξάνουν την τιμή εκκαθάρισης της χονδρικής αγοράς (MCP).
- Η κατάργηση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών (ETS) θα οδηγούσε σε αύξηση του δημοσιονομικού κόστους και θα προκαλούσε την επιβολή υψηλότερης φορολόγησης των εκπομπών άνθρακα.
- Η αντιμετώπιση των Ενεργειακών Κοινοτήτων ως μεταβιβάσιμων οντοτήτων εμπορικής εκμετάλλευσης, υπονομεύει τον θεσμό και θίγει την καταναλωτική ευημερία.
- Τα κέντρα δεδομένων (Data Center) δεν συνάδουν με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, λόγω των υψηλών ενεργειακών απαιτήσεων.
- Οι έξυπνοι μετρητές επηρεάζουν, έμμεσα ή άμεσα, την συμπεριφορά των καταναλωτών, καθώς οι εξατομικευμένες λύσεις που προτείνονται αγνοούν τις πραγματικές ανάγκες του καταναλωτή.
- Οι εταιρείες με μονάδες φυσικού αερίου δεν θα πρέπει να ενσωματώσουν στο χαρτοφυλάκιό τους μονάδες αποθήκευσης ενέργειας καθώς δημιουργούνται συνθήκες στρέβλωσης του ανταγωνισμού.
- Η αποθήκευση ενέργειας δεν αποτελεί μηχανισμό διαχείρισης κινδύνου για τις υπόλοιπες πράσινες επενδύσεις.
Η αλληλεξάρτηση των στόχων της βιώσιμης ανάπτυξης έχει ως αποτέλεσμα η αγορά ενέργειας να χαρακτηρίζεται από αυξημένη ευαισθησία.
Κάθε μεταβολή ή υπερβολική έμφαση στην προσπάθειά επίτευξης ενός συγκεκριμένου στόχου της βιώσιμης ανάπτυξης, ενδέχεται να οδηγήσει σε απόκλιση από την εκπλήρωση κάποιου άλλου στόχου.
Το ζητούμενο επομένως, δεν είναι απλώς η υλοποίηση ενός φιλόδοξου στόχου, αλλά και η διερεύνηση των πιθανών επιπτώσεών του σε άλλους αλληλεξαρτώμενους στόχους.
Είναι γεγονός ότι η απουσία μιας ολιστικής προσέγγισης για την πραγματοποίηση των σκοπών της βιώσιμης ανάπτυξης και για την ομαλή πορεία προς την «πράσινη» μετάβαση δημιουργεί στρεβλώσεις και εντείνει τόσο τις επιχειρηματικές όσο και τις κοινωνικές ανησυχίες. Από την άλλη μεριά παρατηρείται ότι οι φιλόδοξοι σχεδιασμοί της βιώσιμης ανάπτυξης, που στοχεύουν στην κλιματικής ουδετερότητας, έρχονται συχνά αντιμέτωποι με επιχειρηματικές και θεσμικές στερεοτυπικές αντιλήψεις. Ενδεχομένως, η νέα αγορά δυσκολεύεται να κατανοήσει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη διαφοροποιείται αισθητά τόσο από το μοντέλο «business as usual» όσο και από τα μοντέλα του κεντρικού σχεδιασμού.
* Ο Ζαχαρόπουλος Φώτης είναι ειδικός σε ζητήματα Σχεδιασμού και Ρύθμισης Ενεργειακών Αγορών, π. Μέλος ΔΣ ΔΑΠΕΕΠ ΑΕ., στρατηγικός συνεργάτης στο Δίκτυο Ενεργειακής Πολιτικής ΚΟΙΝΣΕΠ.