Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Νέο έτος, ίδιες αβεβαιότητες στο κόστος ενέργειας φρενάρουν την ανάπτυξη της βιομηχανίας

Το 2019 βρίσκει τη βιομηχανία στο ίδιο σημείο, αβεβαιότητας, ανασφάλειας και αδυναμίας σχεδιασμού μακροπρόθεσμης στρατηγικής, που την άφησε το 2018 αλλά και τα προηγούμενα χρόνια. Και ενώ όλοι αποδέχονται ότι η μεταποίηση αποτελεί τη στέρεη βάση πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί ένα ισχυρό αναπτυξιακό οικοδόμημα, εντούτοις συνεχίζεται η δομική αδυναμία της ελληνικής πολιτείας να εξασφαλίσει τα αυτονόητα σε έναν από τους πιο ανταγωνιστικούς και εξωστρεφείς κλάδους της οικονομίας. 
Εδώ και τουλάχιστον 10 μήνες, η βιομηχανία είναι αντιμέτωπη με μια σοβαρή αβεβαιότητα για έναν από τους πιο καθοριστικούς συντελεστές κόστους, την εξέλιξη στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Η αβεβαιότητα αυτή δεν έρχεται χωρίς τίμημα: έχει οδηγήσει τη βιομηχανία να αναστείλει ή ακόμη και να ακυρώσει επενδυτικά πλάνα, να περιορίσει τα συμβόλαια πώλησης για το 2019 και το 2020, με άμεση επίπτωση και στον ευαίσθητο τομέα της απασχόλησης. 
Μέρος αυτής της αβεβαιότητας οφείλεται στο τέλμα που έχουν οδηγηθεί οι  υποτιθέμενες σε εξέλιξη “διαπραγματεύσεις” των βιομηχανιών υψηλής τάσης  για τις νέες συμβάσεις 2018-2020,  καθώς επίσης  στη  μετάθεση για πολλοστή φορά της ημερομηνίας έναρξης λειτουργίας της νέας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.           
Θεωρούμε όμως πολύ πιο σημαντικό πρόβλημα το έλλειμμα επικοινωνίας με την κυβέρνηση, σχετικά με τις αποφάσεις και τα μέτρα που θα καθορίσουν τις βασικές παραμέτρους της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας τα επόμενα χρόνια. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του μόνιμου μηχανισμού διασφάλισης επάρκειας ισχύος, όπου δεν υπήρξε καμία απολύτως ενημέρωση και φυσικά καμία συμμετοχή στο βασικό σχεδιασμό του μόνιμου μηχανισμού διασφάλισης επάρκειας ισχύος(ΜΜΔΕΙ) που προκοινοποιήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 
Εδώ βεβαίως πρέπει να τονίσουμε ότι η βιομηχανία έχει εγκαίρως ενημερώσει το Υπουργείο για την θέση της, που ήταν και παραμένει σταθερή: η ελληνική πολιτεία πρέπει να υποβάλει επίσημο αίτημα προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) για την έγκριση αυτοτελούς μηχανισμού Διακοψιμότητας, προσαρμοσμένου στις σημερινές συνθήκες (π.χ. με νέα πηγή χρηματοδότησης).  
Η Διακοψιμότητα αποτελεί μέτρο που εφαρμόζεται σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες, είναι απόλυτα σύμφωνο με την διακηρυγμένη πολιτική της ΕΕ και αναγνωρίζει τη συμβολή της Ζήτησης (βιομηχανία , και γενικότερα φορτία κατανάλωσης) στην ευστάθεια του συστήματος.  Η μη υποβολή επίσημης πρότασης από την κυβέρνηση προς την ΕΕ για αυτοτελή μηχανισμό Διακοψιμότητας δε συνδράμει στη δημιουργία ανταγωνιστικού περιβάλλοντος για τη βιομηχανία για τον πρόσθετο λόγο ότι αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την ευόδωση των διαπραγματεύσεων μεταξύ βιομηχανίας και ΔΕΗ.  
Και όχι μόνο δεν ικανοποιείται το πάγιο και ομόφωνο αίτημα της βιομηχανίας για παράταση της διακοψιμότητας, αλλά αντίθετα, όπως προκύπτει από το κείμενο της προκοινοποίησης που υποβλήθηκε στην ΕΕ, για ακόμη μια φορά (όπως συνέβη και το 2017), επιχειρείται να “ενταχθεί” η Διακοψιμότητα στον προτεινόμενο ΜΜΔΕΙ (νέα ΑΔΙ). 
Η αβεβαιότητα για τη βιομηχανία εντείνεται ακόμη περισσότερο εξαιτίας των εξελίξεων στο μέτωπο της αγοράς των δικαιωμάτων CO2. Η αναμενόμενη εκτίναξη σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα των τιμών διαμορφώνει μη ανταγωνιστικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για την ελληνική βιομηχανία λόγω του δυσμενούς περιβαλλοντικού αποτυπώματος της χώρας στην ηλεκτροπαραγωγή (υψηλή λιγνιτική παραγωγή, λιγνίτης χαμηλής θερμογόνου). 
Η αύξηση των τιμών των δικαιωμάτων CO2, για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, λύνει το πρόβλημα της χρηματοδότησης της ανάπτυξης των ΑΠΕ χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση στον καταναλωτή, γεγονός που θα κάνει ακόμη πιο ανταγωνιστικές τις  αγορές σε αυτές τις χώρες τα προσεχή χρόνια. Και αυτό συμβαίνει χωρίς να υπάρχει αξιόλογη επίπτωση για τις βιομηχανίες τους, οι οποίες ήδη απολαμβάνουν χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με την Ελλάδα, αφού οι βασικοί ανταγωνιστές της ελληνικής βιομηχανίας, δραστηριοποιούνται εδώ και χρόνια σε ανταγωνιστικές αγορές ενέργειας.
Ταυτόχρονα όμως η αύξηση των τιμών CO2 αποτελεί σημαντικό πρόβλημα και για τη βιωσιμότητα της ΔΕΗ, εφόσον συνεχίσει την πρακτική της μη μετακύλισης του κόστους  αυτού στα τιμολόγια λιανικής. 
Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι με αφορμή το θέμα των διοξειδίων, δίνεται η ευκαιρία στην κυβέρνηση – κάτι που πρέπει να γίνει άμεσα - να επανεξετάσει τη διάρθρωση των ρυθμιζόμενων χρεώσεων στα τιμολόγια. Για παράδειγμα η χρέωση για τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΥΚΩ) επί της ουσίας επιδοτεί την άσκηση κοινωνικής πολιτικής και είναι ένα κόστος που επιβάλλεται να αναληφθεί από τον προϋπολογισμό. Αλλά και οι λάθος επιλογές επιδότησης με υψηλές τιμές πρώιμων τεχνολογιών ΑΠΕ, που δημιούργησαν υπερθέρμανση στην αγορά και συνετέλεσαν στην αδυναμία των νοικοκυριών  να πληρώσουν τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, επ' ουδενί δε θα πρέπει να επαναληφθούν. 
Εν κατακλείδι, εκείνο που είναι σαφές είναι ότι οι εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας και ειδικότερα στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώνουν κλίμα αβεβαιότητας για τη βιομηχανία με άμεσο κίνδυνο εκτόξευσης των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας εάν δεν αναληφθούν άμεσα οι απαραίτητες κυβερνητικές πρωτοβουλίες. Ως ΕΒΙΚΕΝ απευθύνουμε πρόσκληση στην κυβέρνηση για τη διαμόρφωση από κοινού κοινής στρατηγικής για το ενεργειακό κόστος. Είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί κλίμα συναίνεσης. Η σύγκρουση δεν θα ωφελήσει κανέναν. Το οφείλουμε στους χιλιάδες εργαζόμενους στη βιομηχανία.

-------------
Ο κ. Αντώνης Κοντολέων είναι μέλος Δ.Σ. της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας

 

 



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα