Νέες πολιτικές για την εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης
του Αριστοτέλη Αϊβαλιώτη

Νέες πολιτικές για την εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης

27 04 2026 | 12:39

Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από τον κόσμο: Η επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ).

Η εισβολή της Τεχνητής Νοημοσύνης στην ζωή μας έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή. Μπορεί στην Ελλάδα να καθυστερούμε να πάρουμε χαμπάρι, αλλά η ταχύτητα εισβολής θα μας εκπλήξει, σε πολλές περιπτώσεις δυσάρεστα. Καθώς το αποτέλεσμα θα είναι η μείωση της αξίας της ανθρώπινης εργασίας, αλλά και της ιδιωτικής ανθρώπινης γνώσης. Αυτό θα έχει καταλυτικά αποτελέσματα σε μια σειρά επαγγέλματα που σήμερα κάτι «σημαίνουν», δικηγόροι, μηχανικοί, γιατροί, σύμβουλοι κλπ, επαγγέλματα όπως λέμε «του λευκού κολλάρου». Ήδη στις ΗΠΑ καθημερινά διαβάζουμε για απολύσεις που προκαλούνται από την εισαγωγή της ΑΙ σε επιχειρήσεις, συνήθως υψηλής κερδοφορίας.

Θα ακολουθήσουν αργότερα οι επιπτώσεις σε επαγγέλματα μικρότερης ειδίκευσης όταν η ΑΙ θα διαχυθεί σε ευρεία χρήση των ρομπότ.

Ποιες θα είναι οι προκλήσεις για τα κράτη και τις κυβερνήσεις τους, όταν θα χάσουν τα υψηλά φορολογικά έσοδα από την εργασία αυτών των ανθρώπων; Και ταυτόχρονα θα έχουν να αντιμετωπίσουν στρατιές ανθρώπων που θα είναι αντικειμενικά άεργοι, με την συνήθη έννοια;

Οι ανισότητες πρόκειται να εκτοξευτούν δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μίγμα, αν δεν αντιμετωπιστούν με νέες πολιτικές που ξεφεύγουν από τις κλασσικές συνταγές της πολιτικής διαίρεσης (Αριστερά – Δεξιά) όπως τις γνωρίζουμε σήμερα.

Μια προσπάθεια να καταγραφούν μελλοντικές προτεραιότητες σε ευρωπαϊκό επίπεδο:

Πρώτον, φορολογική μετατόπιση από την εργασία προς τα AI rents. Όχι αναγκαστικά έναν αφελή «φόρο στα ρομπότ», αλλά βαρύτερη φορολόγηση υπερκερδών, μονοπωλιακών προσόδων, buybacks, μεγάλων ψηφιακών συγκεντρώσεων και ίσως ειδικών αποδόσεων από αυτοματοποίηση. Το πολιτικό νόημα είναι σαφές: αν η παραγωγικότητα ανεβαίνει επειδή μειώνεται το ανθρώπινο μερίδιο στην παραγωγή, τότε μέρος αυτής της υπεραξίας πρέπει να επιστρέφει συλλογικά στην κοινωνία. Αυτή η κατεύθυνση δεν είναι ακόμη ο πυρήνας της ευρωπαϊκής στρατηγικής, που σήμερα δίνει μεγαλύτερο βάρος στην ανταγωνιστικότητα και στις επενδύσεις.

Δεύτερον, κοινωνικοποίηση της πρόσβασης στην ΤΝ. Στην ευρωπαϊκή λογική αυτό θα μπορούσε να πάρει μορφή δημόσιων υποδομών υπολογιστικής ισχύος, ανοικτών μοντέλων, data commons και δημόσιων/συνεταιριστικών εφαρμογών ΤΝ. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ΕΕ ήδη κινείται εν μέρει προς αυτή την κατεύθυνση με τις AI Factories, που προσφέρουν πρόσβαση σε υπολογιστική ισχύ και υποστήριξη για startups και SMEs. Μια νέα πολιτική θα πίεζε να μη γίνουν αυτές απλώς εργαλείο ενίσχυσης ιδιωτικών «πρωταθλητών», αλλά και εργαλείο για πανεπιστήμια, συνεταιρισμούς, δήμους, δημόσια υγεία, εκπαίδευση και μικρές επιχειρήσεις.

Τρίτον, νέα εργασιακά δικαιώματα απέναντι στην αλγοριθμική διοίκηση. Δηλαδή: δικαίωμα εξήγησης όταν ένας αλγόριθμος αξιολογεί, προσλαμβάνει ή απολύει· δικαίωμα ανθρώπινης επανεξέτασης· υποχρεωτική ενημέρωση σωματείων και εργαζομένων για AI systems που επηρεάζουν ωράρια, αξιολόγηση και αμοιβές· συλλογικές συμβάσεις ειδικά για τη χρήση ΤΝ στην εργασία. Αυτό θα είναι η άμεση απάντηση στη μετατόπιση ισχύος από τον εργαζόμενο προς τον εργοδότη. Η Eurofound ήδη δείχνει ότι το πεδίο των συλλογικών διαπραγματεύσεων για AI at work ανοίγει.

Τέταρτον, ανακατανομή του χρόνου εργασίας αντί απλώς διάσωση θέσεων. Αν η ΤΝ όντως αυξήσει την παραγωγικότητα, η απάντηση δεν θα πρέπει να είναι «ας δουλεύουν οι ίδιοι λιγότεροι περισσότερο», αλλά «ας μοιραστεί το όφελος με μικρότερο χρόνο εργασίας». Άρα 35ωρο ή 4ήμερη εβδομάδα, πιλοτικά ανά κλάδο, με στόχο η παραγωγικότητα να μεταφραστεί εν μέρει σε χρόνο και όχι μόνο σε κέρδη. Αυτό είναι ίσως πολιτικά πιο συνεκτικό από ένα καθαρό UBI, γιατί κρατά την έννοια της κοινωνικής συμμετοχής μέσω εργασίας αλλά μειώνει την εξάρτηση από την πλήρη απασχόληση ως μοναδική πηγή αξιοπρέπειας. Η σχετική ανάγκη τεκμηριώνεται έμμεσα από τις ευρωπαϊκές αναλύσεις που συνδέουν ΑΙ, παραγωγικότητα και αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας.

Πέμπτον, καθολικές υπηρεσίες και όχι μόνο επιδόματα. Δηλαδή, αντί η κοινωνία να περιμένει να «σώσει» το εισόδημα των χαμένων μέσω επιδομάτων αφού πρώτα έχει χαθεί η ισχύς της εργασίας, θα μπορούσε να μειώσει την εξάρτηση από τον μισθό μέσω ισχυρότερων δημόσιων αγαθών: υγεία, παιδεία, κατοικία, μεταφορές, φροντίδα. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην Ευρώπη γιατί είναι συμβατό με το κοινωνικό κράτος της ηπείρου και λιγότερο ευάλωτο στην πολιτική επίθεση που συχνά δέχεται ένα σκέτο βασικό εισόδημα. Η ΕΕ μέχρι τώρα επενδύει κυρίως σε skills και competitiveness, όχι σε τέτοιου τύπου αναδιανεμητικό μετασχηματισμό.

Στην Ελλάδα, το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ιδιαίτερο. Η χώρα δεν μπαίνει στην εποχή της ΤΝ από θέση σκανδιναβικής ισχύος, αλλά από θέση όπου το βασικό πρόβλημα παραμένει η χαμηλή παραγωγικότητα, οι σχετικά χαμηλοί μισθοί, το μικρό μέγεθος επιχειρήσεων και οι αδύναμες ενδιάμεσες δομές τεχνολογικής απορρόφησης. Ο ΟΟΣΑ προβλέπει μεν αξιοπρεπή ανάπτυξη για το 2025-2027, αλλά η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος επιμένει ότι η μεγάλη πρόκληση είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας και των δεξιοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι στην Ελλάδα ο κίνδυνος δεν είναι μόνο «η ΤΝ θα κόψει δουλειές», αλλά και «η ΤΝ θα υιοθετηθεί άνισα: σε λίγες μεγάλες ή πιο οργανωμένες δομές, αφήνοντας την υπόλοιπη οικονομία πίσω».

Η Ελλάδα πάντως δεν είναι εκτός παιχνιδιού. Η χώρα συμμετέχει ήδη στο ευρωπαϊκό οικοσύστημα μέσω του AI Factory “Pharos”, με συντονισμό από Δημόκριτο και άλλους φορείς, και με στόχο να προσφέρει υπολογιστική ισχύ, εργαλεία, δεδομένα και ανθρώπινη υποστήριξη σε startups, SMEs, έρευνα και δημόσιους φορείς. Επίσης, σύμφωνα με το country note του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα έχει εντάξει τις πρωτοβουλίες ΑΙ στο πλαίσιο της Digital Transformation Strategy 2025. Άρα υπάρχει μια υποδομή εκκίνησης.

Το ερώτημα είναι πώς μια νέα πολιτική στην Ελλάδα θα μετέτρεπε αυτές τις υποδομές σε κοινωνικό όφελος και όχι απλώς σε ένα νέο κύμα τεχνολογικού δυϊσμού. Κατά τη γνώμη μου, μια ρεαλιστική ελληνική ατζέντα θα είχε έξι πολύ συγκεκριμένα σημεία.

Πρώτο, δημόσιο πρόγραμμα AI diffusion για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όχι μόνο για startups υψηλής τεχνολογίας. Η ελληνική οικονομία είναι γεμάτη μικρές μονάδες που από μόνες τους δεν μπορούν να αγοράσουν ειδικούς, μοντέλα και compute. Άρα χρειάζονται δημόσια vouchers, τεχνική υποστήριξη και κλαδικά εργαλεία ΤΝ για λογιστική, logistics, τουρισμό, μεταποίηση, αγροδιατροφή και εξαγωγές. Αυτό είναι σωστό όχι επειδή είναι κρατικό per se, αλλά επειδή μειώνει τη συγκέντρωση του τεχνολογικού πλεονεκτήματος. Η λογική των AI Factories μπορεί να αξιοποιηθεί ακριβώς έτσι.

Δεύτερο, AI rights at work με ελληνική εργατική νομοθεσία και συλλογικές συμβάσεις. Σε call centers, courier, λιανεμπόριο, τουρισμό, αποθήκες και back-office υπηρεσίες, η αλγοριθμική διοίκηση μπορεί να επεκταθεί γρήγορα. Εκεί πρέπει να υπάρξουν κανόνες για παρακολούθηση, scoring, scheduling, απολύσεις και αξιολόγηση. Αυτό είναι ίσως το πιο άμεσο πεδίο όπου μια αριστερή πολιτική μπορεί να εμποδίσει την ΤΝ να γίνει εργαλείο πειθαρχίας της εργασίας. Οι ευρωπαϊκές συζητήσεις για algorithmic management δείχνουν ακριβώς προς αυτή την ανάγκη.

Τρίτο, κοινωνικό μέρισμα παραγωγικότητας. Αν σε ορισμένους κλάδους η ΤΝ αυξάνει την παραγωγικότητα, ένα μέρος αυτής της αύξησης πρέπει να πηγαίνει υποχρεωτικά είτε σε μισθούς είτε σε μείωση χρόνου εργασίας είτε σε ταμείο κατάρτισης. Στην Ελλάδα αυτό θα μπορούσε να ξεκινήσει σε μεγάλες επιχειρήσεις και σε κλάδους με γρήγορη υιοθέτηση. Αλλιώς, η πιθανότερη πορεία είναι να αυξηθεί η παραγωγικότητα σε ορισμένες νησίδες της οικονομίας χωρίς αντίστοιχη διάχυση στους μισθούς — κάτι που ήδη αποτελεί πολιτικό πρόβλημα στη χώρα, όπως υπαινίσσονται και οι συζητήσεις για μισθούς, ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα.

Τέταρτο, μαζική δημόσια αναβάθμιση δεξιοτήτων με κλαδικό προσανατολισμό. Όχι γενικά σεμινάρια «ψηφιακού μετασχηματισμού», αλλά συγκεκριμένα προγράμματα ανά επάγγελμα: λογιστές, νοσηλευτές, εκπαιδευτικοί, τεχνικοί παραγωγής, δημόσιοι υπάλληλοι, εργαζόμενοι στον τουρισμό. Η Τράπεζα της Ελλάδος συνδέει ρητά τις παραγωγικές επενδύσεις και τις δεξιότητες με το αν η ΑΙ θα γίνει πηγή αύξησης παραγωγικότητας. Χωρίς τέτοια πολιτική, η χώρα θα έχει άνιση υιοθέτηση και πιθανόν νέο brain drain προς τα ανώτερα τμήματα της αγοράς.

Πέμπτο, χρήση της ΤΝ στο ίδιο το κοινωνικό κράτος. Εδώ υπάρχει ένας πειρασμός να δει κανείς το κράτος μόνο ως ρυθμιστή, αλλά στην πραγματικότητα πρέπει να γίνει και χρήστης της τεχνολογίας: σε νοσοκομεία, δικαιοσύνη, φορολογική διοίκηση, μεταφορές, έλεγχο απάτης, προληπτική συντήρηση υποδομών. Η Ελλάδα ήδη χρησιμοποιεί πιο έντονα data και ΑΙ στη φορολογική διοίκηση, με αποτελέσματα στα έσοδα και στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Το ερώτημα εδώ δεν είναι «να μη χρησιμοποιηθεί», αλλά να χρησιμοποιηθεί με διαφάνεια και λογοδοσία ώστε το δημοσιονομικό όφελος να επιστρέφει σε κοινωνικές παροχές.

Έκτο, δημόσιο ή κοινωνικό ταμείο τεχνολογικής μετάβασης. Μέρος των πρόσθετων φορολογικών εσόδων από ψηφιοποίηση, compliance, μεγαλύτερη κερδοφορία ή νέα AI-enabled sectors θα μπορούσε να πηγαίνει σε ειδικό ταμείο για κατάρτιση, επανένταξη, στήριξη περιοχών/κλάδων που πιέζονται και χρηματοδότηση δημόσιων AI εργαλείων. Αυτή θα ήταν ίσως η πιο καθαρή μορφή «κοινωνικοποίησης των κερδών της ΤΝ» σε ελληνικές συνθήκες. Η ανάγκη για place-based πολιτικές και αντιμετώπιση των πρώιμων διαιρέσεων στην ΑΙ μετάβαση τονίζεται και σε σχετική δουλειά του ΟΟΣΑ.

Με δυο λόγια, η δημόσια συζήτηση στην Ευρώπη σήμερα κινδυνεύει να μείνει σε αμυντική στάση: περισσότερη ρύθμιση, ηθική, προστασία δικαιωμάτων. Αυτά είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκή. Μια νέα πολιτική στην Ευρώπη και στην Ελλάδα θα έχει νόημα μόνο αν ενώσει τρία πράγματα ταυτόχρονα: παραγωγικότητα, αναδιανομή, δημοκρατικό έλεγχο. Αν λείψει το πρώτο, η χώρα μένει πίσω. Αν λείψει το δεύτερο, η ΤΝ γίνεται μηχανή ανισότητας. Αν λείψει το τρίτο, η τεχνολογία γίνεται νέος μηχανισμός επιτήρησης και συγκέντρωσης ισχύος.

Η πιο σύντομη διατύπωση θα ήταν αυτή: Στην εποχή της ΤΝ, η νέα πολιτική δεν μπορεί να είναι μόνο “να σωθούν οι θέσεις εργασίας”, αλλά “να κοινωνικοποιηθούν τα κέρδη παραγωγικότητας, να προστατευθεί η δύναμη της εργασίας και να διαχυθεί η πρόσβαση στην τεχνολογία”.

Αριστοτέλης Αϊβαλιώτης είναι πρωην Γενικος Γραμματεας Ενεργειας και Ορυκτων Πορων στο ΥΠΕΝ.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM