Μ. Κοσμά (ΥΠΕΝ): Στοίχημα η ανάπτυξη της αγοράς για το υδρογόνο, μαζί με τις υποδομές
Η ανάπτυξη της αγοράς στο υδρογόνο και τα ανανεώσιμα αέρια είναι εξίσου σημαντική με την ανάπτυξη των υποδομών, υποστηρίξε η νομική σύμβουλος του ΥΠΕΝ, Μαρία Κοσμά, κατά το σημερινό Hydrogen & Green Gases Forum.
Η ίδια ανέφερε αναλυτικά τα εξής:
Όταν συζητάμε για διεθνείς διασυνδέσεις και εθνικές υποδομές, η συζήτηση συνήθως επικεντρώνεται στους αγωγούς, στις τεχνικές προδιαγραφές και στα έργα που απαιτούνται για να υποστηρίξουν το ενεργειακό σύστημα του μέλλοντος.
Ως νομικός, θα ήθελα να προσεγγίσω το θέμα από μια διαφορετική οπτική. Οι διασυνδέσεις δεν είναι μόνο φυσικές υποδομές. Είναι και «νομικές» υποδομές.
Για να λειτουργήσει πραγματικά μια διασύνδεση μεταξύ κρατών δεν αρκεί να υπάρχει ένας αγωγός. Χρειάζονται κοινοί κανόνες, συμβατά ρυθμιστικά καθεστώτα, μηχανισμοί πιστοποίησης και ένα πλαίσιο που να επιτρέπει την ομαλή και ασφαλή διασυνοριακή
κυκλοφορία της ενέργειας.
Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, καθώς η Ευρώπη βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση.
Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση αφιέρωσε σημαντική προσπάθεια στη δημιουργία του ρυθμιστικού πλαισίου για το υδρογόνο και τα απανθρακοποιημένα αέρια.
Σήμερα όμως η συζήτηση έχει μετατοπιστεί. Στα ευρωπαϊκά φόρα δεν συζητάμε πλέον μόνο πώς θα πετύχουμε τους στόχους του 2030. Ήδη συζητάμε πώς θα διαμορφωθεί το ενεργειακό σύστημα της περιόδου 2030-2040 και ποιος θα είναι ο πραγματικός ρόλος
του βιομεθανίου, του υδρογόνου, των δικτύων και των νέων υποδομών σε αυτό το σύστημα.
Και το βασικό συμπέρασμα που αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο είναι ότι η επόμενη πρόκληση δεν είναι η θέσπιση νέων κανόνων, αλλά η εφαρμογή τους. Είναι η μετάβαση από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η χώρα μας βρίσκεται στο σταυροδρόμι σημαντικών περιφερειακών διασυνδέσεων και ο Κάθετος Διάδρομος αναδεικνύεται σε ένα από τα σημαντικότερα έργα ενεργειακής ασφάλειας και περιφερειακής συνεργασίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ωστόσο, το ερώτημα σήμερα δεν είναι μόνο πώς θα λειτουργήσει ο Κάθετος Διάδρομος ως διάδρομος φυσικού αερίου. Το ερώτημα είναι πώς οι υποδομές που αναπτύσσονται σήμερα θα μπορέσουν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της επόμενης δεκαετίας. Πώς
δηλαδή οι σημερινές διασυνδέσεις θα μπορέσουν να υποστηρίξουν σταδιακά τη μεταφορά βιομεθανίου, υδρογόνου και άλλων πράσινων αερίων, συμβάλλοντας τόσο στην ενεργειακή ασφάλεια όσο και στην απανθρακοποίηση.
Ακριβώς για αυτόν τον λόγο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Στην Ελλάδα, με τον ν. 5215/2025 δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ολοκληρωμένο
πλαίσιο για την παραγωγή βιομεθανίου, την αγορά υδρογόνου και τα γεωγραφικά περιορισμένα δίκτυα υδρογόνου. Παράλληλα, με τον πρόσφατο νόμο 5261/2025 για τη δέσμευση, μεταφορά και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα, θεσπίστηκε πλαίσιο για
τις υποδομές CCS και ενισχύθηκε περαιτέρω το θεσμικό οικοσύστημα που θα υποστηρίξει την απανθρακοποίηση της οικονομίας.
Κατά τη γνώμη μου, η σημασία αυτών των νομοθετικών παρεμβάσεων δεν είναι μόνο ότι εισάγουν νέους κανόνες. Είναι ότι δημιουργούν τις προϋποθέσεις για νέες αγορές.
Γιατί τελικά η επιτυχία των υποδομών δεν εξαρτάται μόνο από την κατασκευή τους.
Εξαρτάται και από το αν θα υπάρξει πραγματική οικονομική δραστηριότητα που θα τις αξιοποιήσει. Και εδώ θα ήθελα να σταθώ σε ένα σημείο που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό.
Συχνά συζητάμε για hydrogen-ready υποδομές ή για δίκτυα που θα μπορούν μελλοντικά να μεταφέρουν πράσινα αέρια. Αυτό είναι ασφαλώς απαραίτητο. Δεν είναι όμως αρκετό. Δεν αρκεί μια υποδομή να είναι έτοιμη να υποδεχθεί υδρογόνο ή
βιομεθάνιο κάποια στιγμή στο μέλλον.
Χρειάζεται να αναπτυχθεί και η ίδια η αγορά. Χρειάζεται να δημιουργηθεί παραγωγή βιομεθανίου, να αναπτυχθεί η ζήτηση για υδρογόνο, να υπάρξουν πραγματικές ροές πράσινων αερίων μέσα από τα δίκτυα. Γιατί τελικά αυτό που θα καθορίσει τη βιωσιμότητα των επενδύσεων δεν είναι μόνο η τεχνική δυνατότητα μεταφοράς αυτών των αερίων, αλλά η πραγματική ένταξή τους στο ενεργειακό σύστημα.
Και αυτό συνδέεται άμεσα και με τη χρηματοδότηση. Σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου η χρηματοδότηση έργων που αφορούν αποκλειστικά ορυκτό φυσικό αέριο γίνεται ολοένα πιο περιορισμένη, οι υποδομές καλούνται να αποδείξουν ότι εντάσσονται σε μια αξιόπιστη πορεία απανθρακοποίησης. Με άλλα λόγια, η μελλοντική προσαρμοστικότητα μιας υποδομής είναι σημαντική, αλλά εξίσου σημαντική είναι η ανάπτυξη της αγοράς που θα αξιοποιήσει αυτή την προσαρμοστικότητα.
Θα ήθελα να κλείσω λέγοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ένα μοναδικό συνδυασμό πλεονεκτημάτων: στρατηγική γεωγραφική θέση, αναπτυσσόμενες ενεργειακές υποδομές και πλέον ένα σημαντικό θεσμικό πλαίσιο για τα πράσινα αέρια και την απανθρακοποίηση. Η πρόκληση των επόμενων ετών είναι να μετατρέψουμε αυτά τα πλεονεκτήματα σε πραγματικές επενδύσεις, πραγματικές αγορές και πραγματικές διασυνοριακές ροές πράσινων αερίων.
Γιατί τελικά η επιτυχία των διεθνών διασυνδέσεων δεν θα κριθεί μόνο από τα χιλιόμετρα αγωγών που θα κατασκευαστούν. Θα κριθεί από το κατά πόσο οι υποδομές αυτές θα μπορέσουν να αποτελέσουν μέρος του ενεργειακού συστήματος του 2040 και
του 2050.