Skip to main content
Menu
English edition

Κομισιόν: Τα βασικά εμπόδια για την ανάπτυξη του βιοαερίου στην Ελλάδα

Χάρης Αποσπόρης

Νέα μελέτη της Κομισιόν συμπεραίνει ότι η χρήση βιοαερίου δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως στην Ευρώπη, αν και θα μπορούσε να αποτελέσει μια ευέλικτη και αειφόρο πηγή ενέργειας.

Όπως τονίζει η Κομισιόν, σε ορισμένα κράτη-μέλη, η απουσία πολιτικών για την προώθηση του βιοαερίου σημαίνει ότι υστερούν στη χρήση του. Παράλληλα, διατυπώνονται προτάσεις, όπως η ανάπτυξη μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής που θα περιλαμβάνει τη γεωργία και τη διαχείριση αποβλήτων. Αντίστοιχα, γίνεται λόγος για τα ρυθμιστικά και τεχνικά εμπόδια που πρέπει να αντιμετωπιστούν, όπως αυτά που αφορούν το διασυνοριακό ενεργειακό εμπόριο. Επιπλέον, η μελέτη συνιστά την εκμετάλλευση της θερμότητας που απελευθερώνεται από τις μονάδες βιοαερίου.

Μετά από ανάλυση της κατάστασης πανευρωπαϊκά, η Κομισιόν διατυπώνει τέσσερα σενάρια για την ανάπτυξη του βιοαερίου ως το 2030. Περιλαμβάνουν τη χρήση βιοαερίου σε μονάδες συμπαραγωγής ηλεκτρισμού-θερμότητας, καθώς και την αναβάθμισή του σε βιομεθάνιο για χρήση ως καύσιμο.

Η κατάσταση στην Ελλάδα

Σε ειδική αναφορά της για το βιοαέριο στην Ελλάδα, η Κομισιόν σημειώνει ότι το 2015 λειτουργούσαν 18 μονάδες. Τρεις από αυτές λειτουργούσαν σε ΧΥΤΑ, εννέα σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων, τέσσερις που παράγουν βιοαέριο από γεωργικά απόβλητα και δύο που παράγουν μόνο θερμότητα στη βιομηχανία τροφίμων. Η συνολική εγκατεστημένη ισχύς ήταν 52 μεγαβάτ συν 30 μεγαβάτ θερμικής ισχύος, ενώ η παραγωγή βιοαερίου έφτασε τα 168 εκατ. κ.μ. το 2015.

Σημειώνεται ότι η ΡΑΕ έχει εκδώσει 83 άδειες για μονάδες με ισχύ άνω του ενός μεγαβάτ (σύνολο 441,4 μεγαβάτ) και ο ΔΕΔΔΗΕ έχει δώσει προτεραιότητα σε 127 άδειες (132 μεγαβάτ), ενώ 21 έργα (33 μεγαβάτ) έχουν υπογράψει ήδη για τη σύνδεσή τους. Παράλληλα, η Κομισιόν αναφέρει ότι δεν υπάρχει καθόλου παραγωγή βιομεθανίου στη χώρα μας.

Στο ρυθμιστικό τομέα, η μελέτη σχολιάζει ότι η Ελλάδα αναγκάστηκε να περιορίσει το 2014 τις ταρίφες που προσφέρει στον κλάδο των ΑΠΕ, οι οποίες αφορούν και το βιοαέριο. Επισημαίνει ότι στην Ελλάδα οι μονάδες βιοαερίου-βιομάζας των φορέων διαχείρισης στερεών αποβλήτων έχουν προτεραιότητα έναντι των μονάδων που διαχειρίζονται οι εγγειοβελτιωτικοί οργανισμοί. Στον τομέα της θέρμανσης, η στήριξη προσφέρεται μέσω του επενδυτικού νόμου με τη μορφή των φοροελαφρύνσεων, του leasing και των επιδοτούμενων δαπανών.

Η Κομισιόν κάνει ειδική αναφορά στο ότι η Ελλάδα είναι μια νέα αγορά στο βιοαέριο. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «την περίοδο της έκρηξης των ΑΠΕ, 2010-13, το βιοαέριο αναμενόταν να ξεπεράσει τα φωτοβολταϊκά». Στη συνέχεια, όμως, η αναθεώρηση της ταρίφας το 2014 περιόρισε αυτές τις εκτιμήσεις. «Πλέον, απομένει να φανεί αν η εισαγωγή του feed-in premium έναντι της ταρίφας θα οδηγήσει σε περισσότερες εγκαταστάσεις. Είναι θετικό ότι το premium προσφέρει το ίδιο επίπεδο στήριξης όπως προηγουμένως», σημειώνεται.

Όσον αφορά τα εμπόδια για την ανάπτυξη του κλάδου, η Κομισιόν αναφέρει ότι βασικός ανασταλτικός παράγοντας είναι η απουσία ενός πλαισίου στήριξης για την παραγωγή θερμότητας. «Σε αντίθεση με τον ηλεκτρισμό, το βιοαέριο για θέρμανση δεν διαθέτει τα απαραίτητα κίνητρα για την περαιτέρω ανάπτυξή του», τονίζεται. Η Κομισιόν, παρατηρεί, πάντως, ότι ο νέος επενδυτικός νόμος προβλέπει τη στήριξη μονάδων βιοαερίου για θερμότητα και ηλεκτρισμό, αλλά το γεγονός ότι η μελέτη της εκπονήθηκε στα τέλη του 2016 σημαίνει ότι οι Βρυξέλλες δεν είχαν την ευκαιρία να τον αξιολογήσουν επαρκώς.

Ως βασικότερο πρόβλημα από όλα, η Κομισιόν εντοπίζει την απουσία μιας αποδοτικής και αξιόπιστης εφοδιαστικής αλυσίδας. «Η πρώτη ύλη για την παραγωγή βιοαερίου υπάρχει σε αρκετές τοποθεσίες, αλλά είναι διεσπαρμένες και σε πολλές περιπτώσεις άγνωστες. Η μορφολογία της χώρας καθιστά τον εντοπισμό των πηγών πρώτης ύλης σχεδόν αδύνατο. Οι πιθανές πηγές εντοπίζονται πάντα τοπικά μονάχα μετά το ενδιαφέρον κάποιου επενδυτή», παρατηρεί η Κομισιόν.

Παράλληλα, στη μελέτη γίνεται λόγος για έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης για το βιοαέριο στη χώρα μας, η οποία σχετίζεται στενά και με το πρόβλημα που προαναφέρθηκε. «Υπάρχουν πάνω από 100 γραμματείες για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με την πρώτη ύλη. Αυτές δεν συνεργάζονται και διστάζουν να ανταλλάξουν πληροφορίες. Κατ’ επέκταση, παρεμποδίζεται μια ολοκληρωμένη και περιεκτική αξιολόγηση του δυναμικού της χώρας σε πρώτη ύλη, πόσο μάλλον ο εντοπισμός της».

Ο κλάδος, πάντως, είναι αντιμέτωπος και με την έλλειψη τεχνογνωσίας στα αρμόδια υπουργεία και φορείς. «Η πλειοψηφία δεν έχει το απαραίτητο ακαδημαϊκό υπόβαθρο για να αξιολογήσει την ποιότητα των πληροφοριών που παρέχονται και να επεξεργαστεί τις πληροφορίες. Το ίδιο ισχύει για το προσωπικό στις περιφέρειες που είναι υπεύθυνο για την αδειοδότηση των μονάδων», τονίζεται.

Η Κομισιόν συνεχίζει λέγοντας: «Οι μονάδες βιοαερίου αντιμετωπίζονται σαν οποιαδήποτε άλλη ΑΠΕ, δίχως να λαμβάνονται υπόψη τα πρόσθετα περιβαλλοντικά οφέλη τους».



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A