Κομισιόν: Στα επίπεδα του 2008 το μερίδιο των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα στην ΕΕ - Τροχοπέδη για την προώθηση επενδύσεων σε ΑΠΕ
Την πρώτη θέση καταλαμβάνει σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ηνωμένο Βασίλειο στην παροχή επιδοτήσεων σε ορυκτά καύσιμα, σύμφωνα με σχετική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Συγκεκριμένα, οι επιδοτήσεις ανέρχονται στα 12 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο, σημαντικά περισσότερα από τα 8.3 δισεκατομμύρια ευρώ επιδοτήσεων που κατευθύνθηκαν στην ανανεώσιμη ενέργεια.
Ειδικότερα, η έκθεση της Κομισιόν επισημαίνει ότι οι συνολικές επιδοτήσεις για άνθρακα, πετρέλαιο και φυσικό αέριο στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένουν στα ίδια επίπεδα με το 2008. Ως προς το συνολικό ύψος των επιδοτήσεων, στην πρώτη θέση βρίσκεται η Γερμανία, δίνοντας 27 δις ευρώ σε επιδοτήσεις ΑΠΕ και 9.5 δις ευρώ σε ορυκτά καύσιμα. Ισπανία και Ιταλία, επίσης, τηρούν αντίστοιχη αναλογία ως προς την κατεύθυνση των επιδοτήσεων με τις ΑΠΕ να λαμβάνουν μεγαλύτερο μερίδιο έναντι των συμβατικών καυσίμων.
Στην αντίπερα όχθη, πλάι στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουμε, επίσης, τις Γαλλία, Ολλανδία, Σουηδία και Ιρλανδία όπου οι επιδοτήσεις σε ορυκτά υπερτερούν των αντίστοιχων σε ΑΠΕ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, τα οποία αφορούν το 2016, προκύπτει ότι στο σύνολο της ΕΕ το 45% των επιδοτήσεων κατευθύνεται προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έναντι 33% στα συμβατικά καύσιμα, με το συνολικό ποσό να αγγίζει τα 102 δις ευρώ, εκ των οποίων 55 δις ευρώ εκτιμώνται οι ενισχύσεις των συμβατικών καυσίμων.
Στην έκθεση υπογραμμίζεται, ακόμη, ότι ένα μεγάλο μέρος των επιδοτήσεων κατευθύνεται στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, μέσω των επιδοτήσεων ΑΠΕ και των μηχανισμών ισχύος ιδιαίτερα, προκειμένου να καλυφθούν κόστη των επενδύσεων τα οποία δεν χρηματοδοτούνται με όρους της αγοράς, δεδομένου του υφιστάμενου σχεδιασμού της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Μάλιστα, αναφέρεται μεταξύ άλλων, πως η αύξηση των τιμών CO2 μπορεί να λειτουργήσει θετικά, δίνοντας σήμα για περισσότερες επενδύσεις σε ΑΠΕ, ενώ οι επιδοτήσεις σε ορυκτά καύσιμα λειτουργούν στην αντίθετη κατεύθυνση, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος στην προώθηση των απαραίτητων επενδύσεων ενεργειακής μετάβασης, διατηρώντας τεχνικές και μεθόδους ενεργειακής σπατάλης.
