Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Και ο 21ος αιώνας θα είναι αιώνας του άνθρακα - Υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης της ενεργειακής μας πολιτικής

Από τις αρχές της δεκαετίας του 90, η απειλή της κλιματικής αλλαγής και η ανάπτυξη εναλλακτικών συστημάτων ενέργειας έχουν γίνει σύνθημα και ταυτόχρονα θέμα της επίσημης και επαγγελματικής  ιδεολογίας-όπως επίσης και των κυβερνητικών πολιτικών- τόσο στο εθνικό όσο και στο διεθνές επίπεδο.

Ο απόηχος μιας στατιστικής ανάλυσης  της International Energy Agency (IEA) για την εξέλιξη του παγκόσμιου ενεργειακού μείγματος πρωτογενούς ενέργειας, η πολύ φιλόδοξη ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική του target model 20-20-20, η τεράστια μυθολογία/διαμάχη  μεταξύ των υποστηρικτών των συμβατικών πηγών ενέργειας και αυτών των ανανεώσιμων, μας αναγκάζουν να παρουσιάσουμε την πειραματική πραγματικότητα των μεγάλων αριθμών.

Αντλώ αυτή την αμείλικτη πραγματικότητα των μεγάλων αριθμών - 44 ετών- από τα στατιστικά της IEA  του 2017. Τα ορυκτά καύσιμα παρά τα διάφορα πρωτόκολλα/προγράμματα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής -Κιότο, target model 20-20-20-  παρέχουν σήμερα το 81.4% των παγκόσμιων ενεργειακών αναγκών ενώ οι ΑΠΕ- εξακολουθούν να συνεισφέρουν σήμερα μόνον το 1.5 % του συνόλου του παγκόσμιου ενεργειακού μείγματος.

Η παγκόσμια ζήτηση ενέργειας αναμένεται να είναι περίπου 40% υψηλότερη το 2035 από ό, τι το 2015 με τα ορυκτά καύσιμα να συνεχίζουν να αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία της αυξημένης ζήτησης, συμβάλλοντας στο 75% της παγκόσμιας ζήτησης- ακόμη και αν εφαρμοστούν όλες οι τρέχουσες πολιτικές δεσμεύσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Όσον αφορά δε την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας το σχετικό κλάσμα του άνθρακα αυξήθηκε βαθμιαία, από 38.3% το 1973 σε 39.3% το 2015. Την ίδια περίοδο, η συμβολή των ΑΠΕ αυξήθηκε από 0,6% το 1973 σε 7.1% το 2015.

Το παγκόσμιο μερίδιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από πηγές ορυκτών καυσίμων αναμένεται να είναι γύρω στο 57% το 2035 με τον άνθρακα στο 33%.

Και ο 21 αιώνας θα είναι αιώνας του άνθρακα…

Η EE, κατά την τελευταία δεκαετία, πρωταγωνίστησε, χάραξε μια πολύ φιλόδοξη ενεργειακή πολιτική για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής με την επιβολή τελών/φόρων στις ρυπογόνες πηγές και γενναιόδωρες επιδοτήσεις υπέρ των ΑΠΕ, πολιτική που σιγά-σιγά- αποκαλύπτεται- όπως και αυτή της εισαγωγής του ανταγωνισμού- ότι δεν είναι βιώσιμη, με αποτέλεσμα τις έντονες συνέπειες για όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς του κλάδου.

Το στρεβλωτικό αποτέλεσμα των αντιφατικών πολιτικών πολλαπλό: καμία πρόσθετη μείωση εκπομπών· το κόστος αυξάνεται· η τεχνολογική καινοτομία αναβάλλεται/επιβραδύνεται·  η αβεβαιότητα υπονομεύει νέες συμβατικές επενδύσεις· ανθρακικές μονάδες κλείνουν χωρίς να αντικαθίστανται από «μονάδες βάσης»· το περιβαλλοντικό κόστος μετακυλύεται δυσανάλογα στους εργαζόμενους και στους καταναλωτές, οι επιπτώσεις για τις υπάρχουσες λιγνιτικές μονάδες-όπως και στα δίκτυα μεταφοράς-  εξουθενωτικές.

Κλείνοντας ή υπολειτουργώντας όμως λιγνιτικές μονάδες- μονάδες προκειμένου για την Ελλάδα - και  στρέφοντας το ενδιαφέρον σε ΑΠΕ με πολύ υψηλότερο κόστος, εξαλείφονται χιλιάδες θέσεις εργασίας στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και σε κάθε άλλη οικονομική δραστηριότητα· πολλές από αυτές απλά κατευθύνονται  προς τις γειτονικές βαλκανικές χώρες χωρίς αυστηρή ή καθόλου ρύθμιση των εκπομπών CO2 ή επιδοτήσεων ΑΠΕ.

Και ενώ -μετά τις εμπειρίες αυτές- οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται σε κατάσταση περίσκεψης και πολλές έχουν ήδη κόψει τις εγγυημένες τιμές, η χώρα μας, στον αντίποδα, έχει δει μια εντυπωσιακή αύξηση του μεριδίου των ΑΠΕ, ακόμη και υπέρβαση των στόχων που έχουν τεθεί και, ταυτόχρονα, μια δραματική μείωση, κατά περίπου 50% παραγωγής ηλεκτρισμού από τον λιγνίτη- προβλέπεται δε και η απόσυρση των μονάδων Αμυνταίου και Καρδιάς ισχύος περίπου 1800 MW.  

Η παραγωγή ηλεκτρισμού από ΑΠΕ, στον αντίποδα,  αυξήθηκε από 3.1% το 2006 σε 18.6% το 2016.

Πολύ γενικά, χωρίς αποθήκευση της ηλεκτρικής ενέργειας ή μαζική σταθεροποίηση των δικτύων, οι ΑΠΕ  θα δυσκολευτούν να παράσχουν συστηματικά πολύ περισσότερο από το 20% της ηλεκτρικής ενέργειας.

Τα γεγονότα αυτά αποκτούν ιδιαίτερα πρωτοφανή σημασία για τη χώρα μας όπου η παρούσα οικονομική κρίση καθήλωσε την οιαδήποτε ανάπτυξη της οικονομίας και  η μόνη άξια λόγου εγχώρια πηγή ενέργειας, ο λιγνίτης που ενισχύεται από υδροηλεκτρικά, αντικαθίσταται από τα ακριβά εισαγόμενα- αέριο, πετρέλαιο και ΑΠΕ-  η βαριά εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα συνδέεται με ένα διαρθρωτικό εμπορικό έλλειμμα, στραγγαλίζει την οικονομία, υπονομεύει την ανάπτυξη, επιδεινώνει το κύριο πρόβλημα της χώρας, το χρέος.

Μολονότι η νέα μονάδα λιγνίτη Ptolemaida V καθώς και μία νέα Φυσικού Αερίου ισχύος στη Μεγαλόπολη αναμένεται να εξισορροπήσουν, κατά το ήμισυ των 1800, την προσφορά και τη ζήτηση, ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις και τα ζητήματα επάρκειας πέραν του 2023 είναι προκλητικές καθώς  η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να αυξηθεί στο επίπεδο πριν από την κρίση (2008) μετά το 2020.

Η χώρα πιέζεται από δύο κατευθύνσεις-εσωτερικά από την αναποτελεσματικότητα και το υψηλό κόστος των δικών της πολιτικών και εξωτερικά με την αύξηση των εισαγωγών ενέργειας. Πρέπει να ενεργήσει γρήγορα για να εξασφαλίσει την μεγάλη πρόκληση/ αντίκτυπο/διακύβευμα των μακροπρόθεσμων επενδύσεων σε ασφαλείς  και καθαρές συμβατικές μορφές- με εγκατάσταση τεχνολογιών αυξημένων δυνατοτήτων και αναβάθμιση-αντί για απόσυρση- των ήδη υπαρχόντων λιγνιτικών και υδροηλεκτρικών, με την ταυτόχρονη ενίσχυση των ΑΠΕ, ώστε να αντιμετωπίσει το ενεργειακό της έλλειμμα και τις προκλήσεις της εξάρτησης και της ανασφάλειας από τα εισαγόμενα καύσιμα.

Ο επαρκής ενεργειακός εφοδιασμός είναι θέμα "εθνικής ασφάλειας" για τα περισσότερα έθνη και η ενεργειακή ασφάλεια ακολουθείται αμείλικτα μέσω πολιτικών και στρατιωτικών παρεμβάσεων, συμμαχιών, συνθηκών με τους ενεργειακούς πόρους ως πρωταρχικό μέλημα όπως διαπιστώνουμε και σήμερα στο Αιγαίο και στην ανατολική μεσόγειο.

Η ενεργειακή ασφάλεια εμφανίστηκε διασφαλισμένη σε χώρες που πρωτοστάτησαν στο σχεδιασμό του νέου ευρωπαϊκού  μοντέλου και, συνεπώς, δεν αποτέλεσε θέμα που θα μπορούσε να συμβεί σε άλλες χώρες λιγότερο ενεργειακά ή γεωγραφικά ευνοημένες όπως είναι η Ελλάδα.

Η παγκόσμια ενεργειακή μετάβαση θα είναι παρατεταμένη (20-50 χρόνια) και δαπανηρή σημειώνουν  οι καθηγητές Stathis Michaelides και Vaclav Smil · απαιτούνται σημαντικές τεχνολογικές πρόοδοι και μεγάλα βήματα προκειμένου να επιτευχθεί ένα βιώσιμο ενεργειακό μέλλον που θα βασίζεται στις ΑΠΕ.

Έχει δε σημασία να καταλάβουμε ότι απαιτούνται όγκοι επενδύσεων πολύ μεγαλύτεροι από το σύνολο των δημοσίων επενδύσεων που πραγματοποιούνται σήμερα στις πλούσιες χώρες σημειώνει ο Pickety.

Μια χώρα- ακόμη και η πλουσιότερη-που ξοδεύει σε καιρό ειρήνης περισσότερο από 2.36% του ΑΕΠ της σε εξοπλισμούς και περισσότερα από 1 δις ευρώ για να επιδοτεί τις ΑΠΕ, με σχέση χρέους στο 180% του ΑΕΠ,  δεν μπορεί να περιμένει ότι θα γίνει ποτέ ανταγωνιστική στην παγκόσμια οικονομία ούτε και ότι θα αποκτήσει ποτέ πιστοληπτική ικανότητα.

Τούτων δοθέντων, και λαμβάνοντας υπόψη την ελληνική ιδιαιτερότητα επιβάλλεται η αναθεώρηση και η απαλλαγή/εξαίρεση της χώρας  για μια δεκαετία από τις υποχρεώσεις/στόχους του target model, θέτοντας ως πρώτο στόχο την ασφάλεια τροφοδοσίας, ως δεύτερο το κόστος και τρίτο, αντί πρώτο, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις.     

Απαιτείται μια θεμελιώδης επανεξέταση της ενεργειακής μας πολιτικής που θα αντιμετωπίζει τον κόσμο όπως είναι, και σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής, όχι από τις ιδεολογίες της Αριστεράς ή της Δεξιάς ή όπως τα lobbies θα επιθυμούσαν. Η εισαγωγή της ενεργειακής ασφάλειας στην εξίσωση είναι αναπόφευκτη ανάγκη. Όσο περισσότερο αργούμε/παραμένει, τόσο πιο δύσκολο θα γίνεται.

-------------------

Ο Ξενοφών Μιχαηλίδης είναι Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου Διπλωματούχων Μηχανικών ΔΕΗ, Χημικός Μηχανικός, BS, MS Columbia University, ΜΒΑ University of Sheffield

             Αναφορές

  1. International Energy Agency (IEA) Key World Energy Statistics (KWES) 2017
  2. Energy Policies of IEA Countries: Greece 2017 Review
  3. T. Pickety «To κεφάλαιο του 21 αιώνα», σελ. 721 Πόλις 2014
  4. Efstathios E. Michaelides, Energy, the Environment, and Sustainability, May 2018
  5. Vaclav Smil Energy Myths and Realities: Bringing Science to the Energy Policy   Debate, 2010

    

  

  

 



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα