Skip to main content
Menu
English edition

Η συμβατότητα των φωτοβολταϊκών με τον αγροτικό χαρακτήρα των περιοχών υψηλής παραγωγικότητας

Με βάση την τρέχουσα πρακτική, ακόμη και σε γεωργικές περιοχές υψηλής παραγωγικότητας επιτρέπονται συγκεκριμένες χρήσεις (περιλαμβανομένης της εγκατάστασης μεταποιητικών επιχειρήσεων), αφού μία ύπαιθρος χωρίς υποδομές και άλλες λειτουργίες θα ήταν πλήρως αποστεωμένη και μη λειτουργική.

Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι το κατά πόσον η εκμετάλλευση των ΑΠΕ και ειδικότερα των φωτοβολταϊκών συνιστά δραστηριότητα συμβατή με τον αγροτικό χαρακτήρα κάποιων περιοχών ή αν θα έπρεπε να εξοβελίζεται απ’ αυτές ως μη συνάδουσα με τις αγροτικές δραστηριότητες.

Ισχυριζόμαστε και τεκμηριώνουμε παρακάτω, πως όχι μόνο οι ΑΠΕ είναι συμβατές με τον αγροτικό χαρακτήρα της υπαίθρου, αλλά επιπλέον προσφέρουν και προστιθέμενη αξία σε περιοχές που ουσία ή και τύποις χαρακτηρίζονται ως υψηλής παραγωγικότητας.

Το υπόδειγμα της ηλιακής ενεργειακής γεωργίας

Η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να θεωρείται αγροτοβιομηχανική δραστηριότητα για μια σειρά από λόγους.

Τόσο η παραδοσιακή γεωργική πρακτική όσο και οι ΑΠΕ (άλλες άμεσα και άλλες έμμεσα) χρησιμοποιούν εκτάσεις γης για να μετατρέψουν την ηλιακή ακτινοβολία σε ένα χρήσιμο προϊόν. Στην περίπτωση της γεωργίας, η ηλιακή ακτινοβολία μετατρέπεται μέσω της φωτοσύνθεσης σε οργανική ύλη, ενώ στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών σε ηλεκτρική ενέργεια. Μέρος του παραγόμενου τελικού προϊόντος (αγροτικά προϊόντα ή ενέργεια) καταναλώνεται από τους ίδιους τους αγρότες, ενώ το υπόλοιπο τροφοδοτείται σε άλλες περιοχές.

Η αποδοτικότητα στη μετατροπή της ηλιακής ακτινοβολίας είναι μεγαλύτερη στην περίπτωση των φωτοβολταϊκών. Ενώ η μέγιστη δυνατή αποδοτικότητα της φωτοσύνθεσης προσδιορίζεται στο 4,5%-6% (0,1%-0,4% στην πράξη και σε ότι αφορά γεωργικές καλλιέργειες), η αντίστοιχη των φωτοβολταϊκών είναι 15%-20%. Κατά μέσο όρο, η αποδοτικότητα των φωτοβολταϊκών στη μετατροπή της ηλιακής ακτινοβολίας είναι 100 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της φωτοσύνθεσης. Η χρήση συνεπώς γης υψηλής παραγωγικότητας για παραγωγή ηλιακού ηλεκτρισμού, αναβαθμίζει τον χαρακτήρα της και το βαθμό της παραγωγικότητάς της.

Ομοιότητες μεταξύ γεωργικής παραγωγής και παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ παρατηρούνται και σε άλλους τομείς. Ενώ, για παράδειγμα, η εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων παρουσιάζει συν τω χρόνω μία κωδωνοειδή καμπύλη (λόγω εξάντλησης των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων), τόσο η γεωργική παραγωγή όσο και η διείσδυση της ηλιακής ενέργειας στο ενεργειακό ισοζύγιο ακολουθούν μία σιγμοειδή καμπύλη, ακριβώς λόγω του ανανεώσιμου χαρακτήρα των φυσικών πόρων στις οποίες στηρίζονται.

 

Φωτοβολταϊκά και προστασία της γης υψηλής παραγωγικότητας

Κατά καιρούς έχουν θεσμοθετηθεί απαγορεύσεις και περιορισμοί στις επιτρεπτές χρήσεις σε γεωργικές γαίες υψηλής παραγωγικότητας. Βούληση του νομοθέτη είναι η προστασία της γης υψηλής παραγωγικότητας, κυρίως από την επαπειλούμενη οικιστική ανάπτυξη.

Οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί συμβάλλουν στην κατεύθυνση αυτή με μια σειρά από τρόπους:

  1. Διασφαλίζουν ότι οι χρησιμοποιούμενες γαίες δεν θα κτιστούν τουλάχιστον για μία εικοσαετία (όσο διαρκεί το συμβόλαιο πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας) ή 25ετία στην περίπτωση της αυτοπαραγωγής.

  2. Επιτρέπουν την αγρανάπαυση και αποτοξίνωση γεωργικών εκτάσεων που έχουν υποστεί εντατική εκμετάλλευση με χρήση αγροχημικών.

  3. Επιτρέπουν τη φυτοκάλυψη των χρησιμοποιούμενων γαιών και την πιθανή παράλληλη χρήση τους για την ήπια εκτατική κτηνοτροφία.

 

Επιπλέον, να επισημάνουμε πως σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας επιτρέπεται, ούτως ή άλλως, η όδευση γραμμών μεταφοράς και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας, οι δε καλλιέργειες εξυπηρετούνται απ’ αυτές καταναλώνοντας π.χ. ηλεκτρική ενέργεια για τη λειτουργία των αντλιών που απαιτούνται για άρδευση. Συνιστά παραλογισμό να επιτρέπεται η υποδομή για μεταφορά και κατανάλωση της ηλεκτρικής ενέργειας αλλά όχι για την επιτόπια παραγωγή της και μάλιστα με καθαρές τεχνολογίες. Αν η ίδια η βιωσιμότητα των καλλιεργειών απαιτεί ενέργεια, πως είναι δυνατόν η επιτόπια παραγωγή της να είναι ασύμβατη με τον αγροτικό χαρακτήρα της περιοχής; Φανταστείτε το ανάλογο στην περίπτωση του νερού. Είναι σαν να επιτρέπεται η μεταφορά νερού για άρδευση από αποστάσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων, αλλά όχι η χρήση τοπικών υδατικών πόρων!

Η οικονομική και αναπτυξιακή διάσταση

Σύμφωνα με τη νομολογία του ΣτΕ, η διαφύλαξη της γης υψηλής παραγωγικότητας εξυπηρετεί και αναπτυξιακούς στόχους. Ενώ η συνταγματική επιταγή κρίνει ως ασυμβίβαστες ορισμένες χρήσεις (π.χ. κατοικία) σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, εν τούτοις η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης καθιστά θεμιτές, ίσως μάλιστα και επιβεβλημένες παρεκκλίσεις ή αποκλίσεις από την προστασία της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, εφόσον συγκεκριμένοι λόγοι δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος τις δικαιολογούν. Η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών (και άλλων μονάδων ΑΠΕ) μπορεί, ως δραστηριότητα συμβατή με τον αγροτικό χαρακτήρα μιας περιοχής, να συμβάλλει στην αναπτυξιακή προοπτική της υπαίθρου.

Δεδομένης της συρρίκνωσης του αγροτικού εισοδήματος, που εντάθηκε την περίοδο της οικονομικής ύφεσης, είναι σημαντικό να διασφαλιστούν εναλλακτικές συμπληρωματικές πηγές εσόδων για τον αγροτικό πληθυσμό. Η εκμετάλλευση των ΑΠΕ μπορεί να αποτελέσει μία σημαντική συμπληρωματική πηγή εσόδων, η οποία εν τέλει θα τους κρατήσει κοντά στη γη και στη βασική οικονομική τους δραστηριότητα.

Σημειωτέον ότι το υπουργείο Οικονομικών αντιμετωπίζει ως εισόδημα προερχόμενο από αγροτική δραστηριότητα το εισόδημα που λαμβάνουν οι αγρότες από τη διαχείριση των φωτοβολταϊκών τους, αφού, σύμφωνα με το Ν. 3874/2010 (ΦΕΚ Α 151/6.9.2010), στις αγροτικές δραστηριότητες εντάσσεται και η διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Μια παράλογη απαγόρευση και μια πρόταση

Με το Ν.4015/2011 απαγορεύεται πλέον η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε γαίες υψηλές παραγωγικότητας. Όλες όμως οι αρδευόμενες εκτάσεις θεωρούνται γαίες υψηλής παραγωγικότητας, οπότε η εγκατάσταση φωτοβολταϊκού από επαγγελματία αγρότη για να καλύψει τη ζήτηση μιας αντλίας στο χωράφι του ή από έναν ΓΟΕΒ ή ΤΟΕΒ για τις ανάγκες ενός αντλιοστασίου είναι πρακτικά αδύνατη. Μοναδική λύση για τους αγρότες είναι η εφαρμογή της εικονικής αυτοπαραγωγής, η οποία όμως προϋποθέτει ύπαρξη άλλου γηπέδου όπου μπορεί να εγκατασταθεί φωτοβολταϊκό, με αυξημένο φυσικά κόστος και μειωμένο όφελος για τους αγρότες. Για όλους τους άλλους (μη κατ’ επάγγελμα αγρότες) στις περιοχές αυτές η απαγόρευση είναι απόλυτη.

Μήπως όμως τα φωτοβολταϊκά στερούν αγροτική γη που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργεια τροφίμων; Όσο εύλογο κι αν ακούγεται αυτό το ερώτημα, η πραγματικότητα δείχνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Η γεωργική έκταση που μένει ακαλλιέργητη είναι 125,5 φορές μεγαλύτερη από την έκταση που δεσμεύουν όλα τα φωτοβολταϊκά που έχουν  εγκατασταθεί στη χώρα μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η γεωργική γη στην Ελλάδα ανέρχεται σε 36,8 εκατ. στρέμματα, εκ των οποίων καλλιεργούνται τα 31,7 εκατ. στρέμματα. Αυτό σημαίνει ότι τα εγκατεστημένα σήμερα φωτοβολταϊκά δεσμεύουν το 0,1% της γεωργικής γης ή αλλιώς το 0,03% της έκτασης της χώρας.

Για να κατανοήσει κανείς τον παραλογισμό που ισχύει σήμερα, υπάρχει περίπτωση αγρότη που κατασκεύασε φωτοβολταϊκό σταθμό πριν από λίγα χρόνια, κάνοντας χρήση του Ν.3851/2010 σύμφωνα με τον οποίο η συνολική έκταση που θα καταλαμβάνουν τα φωτοβολταϊκά που εγκαθίστανται σε γαίες υψηλής παραγωγικότητας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων του συγκεκριμένου νομού. Σήμερα, στο ίδιο χωράφι θέλει να εγκαταστήσει ένα επιπλέον μικρό φωτοβολταϊκό αυτοπαραγωγής, αλλά με βάση την ισχύουσα νομοθεσία το χωράφι θεωρείται υψηλής παραγωγικότητας και απαγορεύεται!

Προτείνουμε λοιπόν να επανέλθει το παλαιό καθεστώς του Ν.3851/2010, σύμφωνα με το οποίο η συνολική έκταση που θα καταλαμβάνουν τα φωτοβολταϊκά που εγκαθίστανται σε γαίες υψηλής παραγωγικότητας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων της συγκεκριμένης Περιφερειακής Ενότητας. Συγκεκριμένα, προτείνεται η παρακάτω διατύπωση:

“Επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται ως αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας. Στην περίπτωση αυτή, νέες προσφορές σύνδεσης  χορηγούνται μόνον αν οι προς υλοποίηση φωτοβολταϊκοί σταθμοί για τους οποίους έχουν ήδη εκδοθεί δεσμευτικές προσφορές σύνδεσης από τον αρμόδιο Διαχειριστή συν οι ήδη εγκατεστημένοι σταθμοί επί εδάφους καλύπτουν εδαφικές εκτάσεις που δεν υπερβαίνουν το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων της συγκεκριμένης Περιφερειακής Ενότητας. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου χρησιμοποιούνται τα πιο πρόσφατα κατά περίπτωση στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Για τον υπολογισμό της κάλυψης λαμβάνεται υπόψη η οριζόντια προβολή επί του εδάφους των φωτοβολταϊκών στοιχείων”.

Ένα επείγον θέμα

Η ρύθμιση αυτή αποκτά ένα επείγοντα χαρακτήρα και για ένα επιπλέον λόγο. Ως γνωστόν οι διαδικασίες της περιβαλλοντικής αδειοδότησης προβλέπουν έκδοση ΑΕΠΟ για μία δεκαετία και στη συνέχεια ανανέωση της ΑΕΠΟ. Ήδη τα παλαιότερα έργα φωτοβολταϊκών βρίσκονται σε διαδικασία ανανέωσης της ΑΕΠΟ για μια ακόμη δεκαετία, δεδομένου ότι οι συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν συνάψει έχουν 20ετή διάρκεια. Κάποιες διευθύνσεις αγροτικής οικονομίας όμως αρνούνται να δώσουν την έγκρισή τους για την ανανέωση με δικαιολογία την απαγόρευση που ισχύει για εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας (ενώ τα έργα αυτά είχαν ήδη ΑΕΠΟ και λειτουργούν επί σειρά ετών!). Η στάση αυτή απειλεί να ακυρώσει υφιστάμενες επενδύσεις εκατοντάδων μεγαβάτ μόλις φτάσουν και αυτές στο στάδιο της ανανέωσης των περιβαλλοντικών όρων.

Συγκεκριμένα, κάποιες διευθύνσεις ισχυρίζονται ότι, ενώ βάσει του άρθρου 56§6 του Ν.2637/1998 (που έχει αντικατασταθεί από το Ν.2945/2001 και εν συνεχεία από το Ν.3851/2010) προβλέπεται η δυνατότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκούς σταθμούς σε αγροτεμάχια που χαρακτηρίζονται ως γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας, οπότε στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται η έκδοση άδειας αν οι σταθμοί αυτοί καλύπτουν εκτάσεις που δεν υπερβαίνουν το 1% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων του συγκεκριμένου νομού, ωστόσο προβλέπεται από το άρθρο 21 του Ν.4015/2011 ότι η συγκεκριμένη διάταξη θα τεθεί σε ισχύ 10 μέρες μετά από την δημοσίευση ΦΕΚ με ΚΥΑ βάσει του άρθρου 56§2 του Ν.2637/1998, όπως ισχύει, και η οποία θα καθορίζει τα γεωγραφικά όρια των αγροτεμαχίων υψηλής παραγωγικότητας. Προς το παρόν δεν έχει εκδοθεί ΚΥΑ για τα γεωγραφικά όρια και άρα αδυνατούν να προχωρήσουν σε εγκρίσεις ανανέωσης των περιβαλλοντικών όρων.

Με βάση το Ν.4414/2016, στόχος της Πολιτείας είναι: “η αξιοποίηση του εγχώριου δυναμικού ηλεκτροπαραγωγής από Α.Π.Ε., κατά προτεραιότητα, με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος, τη διαφοροποίηση του εθνικού ενεργειακού μίγματος, την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και την ενίσχυση και ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας… στο πλαίσιο της ενιαίας πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, και την επίτευξη του στόχου συμμετοχής των Α.Π.Ε. στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας”. Είναι σαφές ότι μία “προτεραιότητα” πρέπει να διευκολύνεται, τη στιγμή μάλιστα που εξυπηρετεί το δημόσιο και κοινωνικό συμφέρον.

-----

Ο Στέλιος Ψωμάς είναι σύμβουλος σε θέματα ενέργειας και περιβάλλοντος

 



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα