Η ενεργειακή μετάβαση ως ζήτημα δικαιοκρατίας και προβλεψιμότητας
Η ελληνική αγορά ενέργειας βρίσκεται τα τελευταία χρόνια ενώπιον ενός παραδόξου αλλά και μιας ιδιότυπης πολιτικής αβελτηρίας, η οποία ενίοτε δίδει την εικόνα ενός στίγματος ελλείπουσας εγρήγορσης αλλά και επιλεκτικών και συχνά κάπως μονομερών ή και παράταιρων προτεραιοτήτων. Μιας εγρήγορσης όμως που η φύση των πραγμάτων και οι δυναμικές εξελίξεις της ενεργειακής αγοράς παγκοσμίως απαιτούν. Από τη μία πλευρά, η διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) υπήρξε ταχεία και εντυπωσιακή, συμβάλλοντας καθοριστικά τόσο στην ενεργειακή ασφάλεια της χώρας όσο και στην επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών στόχων για την κλιματική ουδετερότητα. Από την άλλη, η ίδια αυτή επιτυχία ανέδειξε διαρθρωτικές αδυναμίες του συστήματος, οι οποίες πλέον απειλούν να ανακόψουν τη δυναμική της περαιτέρω ανάπτυξης αλλά και κάθε στοιχειώδη επενδυτική ορατότητα και ασφάλεια.
Η ολοένα αυξανόμενη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, σε συνδυασμό με τους περιορισμούς του δικτύου μεταφοράς και διανομής αλλά και την ασυμμετρία χρονισμού μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, έχει οδηγήσει στην εμφάνιση εκτεταμένων φαινομένων συμφόρησης και κορεσμού. Όλα τούτα συνδέονται μ’ ένα θεμελιώδες διαρθρωτικό έλλειμμα του ενεργειακού μας συστήματος: την αδυναμία της χώρας να αξιοποιήσει εντός των συνόρων της τον άφθονο και φθηνό ηλεκτρισμό που παράγεται κατά τις ώρες αιχμής της ηλιοφάνειας. Ελλείψει επαρκούς ταυτοχρονισμένης ζήτησης και, κυρίως, κατάλληλων υποδομών αποθήκευσης, η πλεονάζουσα παραγωγή εξάγεται σε χαμηλές τιμές, αντί να αποθηκεύεται και να αξιοποιείται σε μεταγενέστερο χρόνο. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι άσχετη με την πολυετή καθυστέρηση στη θέσπιση ενός σταθερού και αποτελεσματικού πλαισίου λειτουργίας της αγοράς αποθήκευσης, καθυστέρηση που έχει στερήσει από το ηλεκτρικό σύστημα ένα κρίσιμο εργαλείο για την επιτυχή ενσωμάτωση των ΑΠΕ και τη μεγιστοποίηση της εγχώριας προστιθέμενής τους αξίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η ταχεία ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης, τόσο μέσω αντλησιοταμιευτικών έργων όσο και μέσω συστοιχιών μπαταριών μεγάλης κλίμακας, αναδεικνύεται σε κρίσιμη προϋπόθεση για τη μεγιστοποίηση των οικονομικών και ενεργειακών οφελών από τη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην Ελλάδα.
Από την άλλη πλευρά, οι Διαχειριστές Δικτύου καταφεύγουν στη λήψη μέτρων περιορισμού της έγχυσης ηλεκτρικής ενέργειας, επιβάλλοντας περικοπές παραγωγής σε σταθμούς Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Η πρακτική αυτή δεν αμφισβητείται κατ’ αρχήν ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της, δεδομένου ότι όντως η ασφάλεια λειτουργίας και η ευστάθεια του ηλεκτρικού συστήματος συνιστούν δημόσιο αγαθό και προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Για να κάνουμε εντούτοις μια παραστατική παραβολή ας επισημάνουμε ότι, αν και προφανώς συνιστά σημαντικό στόχο η ίαση μιας ασθένειας δια χειρουργικής επέμβασης, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι κάθε χειρουργική επέμβαση, όπως και να διενεργηθεί, συνιστά lege artis προσπάθεια επίτευξης του όντως υπαρκτού και επιδοκιμαστέου στόχου. Τούτου λεχθέντος, σοβαρά νομικά και κανονιστικά ζητήματα ανακύπτουν ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των αναφυόμενων προβλημάτων. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/943 θεσπίζει αυστηρές προϋποθέσεις για την επιβολή περιορισμών και ανακατανομών παραγωγής, απαιτώντας, μεταξύ άλλων, την πλήρη αιτιολόγηση της αναγκαιότητάς τους, την προηγούμενη εξάντληση εναλλακτικών μέτρων διαχείρισης του συστήματος, την εφαρμογή αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων, καθώς και, όπου νόμω οφείλεται, την καταβολή εύλογης αποζημίωσης στους θιγόμενους παραγωγούς. Επί του πεδίου εντούτοις, η πρακτική εφαρμογή του ενωσιακού αυτού πλαισίου παρίσταται πλημμελής. Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται μόνο στην απώλεια εσόδων που συνεπάγονται οι περικοπές παραγωγής, αλλά εκτείνονται και στις στρεβλώσεις που ενδέχεται να δημιουργούνται μεταξύ διαφορετικών τεχνολογιών, κατηγοριών ή μεγεθών παραγωγών, ιδίως όταν απουσιάζει επαρκής διαφάνεια ως προς τα κριτήρια επιλογής των μονάδων που υπόκεινται σε περιορισμούς.
Στο ήδη δυσμενές αυτό περιβάλλον προστίθεται η διαχρονική παθογένεια της ελληνικής έννομης τάξης, η οποία χαρακτηρίζεται από κανονιστική πολυπλοκότητα, συχνές νομοθετικές μεταβολές και καθυστερήσεις στην έκδοση των αναγκαίων κανονιστικών πράξεων εφαρμογής. Η κατάσταση αυτή τροφοδοτεί φαινόμενα ανασφάλειας δικαίου και καθιστά δυσχερή τον μακροπρόθεσμο επιχειρηματικό σχεδιασμό. Η συνδυασμένη επίδραση της κανονιστικής αστάθειας και της αβεβαιότητας ως προς την εφαρμογή των κανόνων διαμορφώνει ένα περιβάλλον αυξημένου επενδυτικού κινδύνου, το οποίο πλήττει το σύνολο της αγοράς, αλλά ιδιαιτέρως τους μικρομεσαίους επενδυτές, οι οποίοι διαχρονικά αποτέλεσαν βασικό πυλώνα της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην Ελλάδα.
Η τελευταία αυτή παρατήρηση είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι θίγει το ευρύτερο ζήτημα της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επενδυτών και της διατήρησης ενός σταθερού και προβλέψιμου επενδυτικού περιβάλλοντος, αρχές που αναγνωρίζονται τόσο στο ενωσιακό δίκαιο όσο και στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προβληματική αυτή καθίσταται ακόμη εντονότερη υπό το φως των πρόσφατων μεταρρυθμίσεων της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της μεταρρύθμισης του σχεδιασμού της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, επιχειρεί να συνδυάσει την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης με την ενίσχυση της προβλεψιμότητας των εσόδων των παραγωγών και τη μείωση της έκθεσης των καταναλωτών στις έντονες διακυμάνσεις των τιμών. Η αποτελεσματική μετουσίωση αυτών των αρχών των στο εθνικό ρυθμιστικό πλαίσιο αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για τη διατήρηση της επενδυτικής εμπιστοσύνης και τη δημιουργία σταθερού περιβάλλοντος ανάπτυξης.
Ως έχω και σε άλλα μου γραπτά επισημάνει, στο συνεχώς μετασχηματιζόμενο ρυθμιστικό πλαίσιο της ενέργειας, επηρεαζόμενο άμεσα και πλαισιούμενο από γεωπολιτικές και χρηματοοικονομικές εξελίξεις, η διασφάλιση της τήρησης θεμελιωδών κανόνων δικαίου αποτελεί σημαντική ευθύνη και πρόκληση για τον νομοθέτη και τον Ρυθμιστή, τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο. Για να επικεντρωθούμε στα εγχώρια, ο εθνικός νομοθέτης καλείται να αντιμετωπίσει σύνθετες και συχνά αντικρουόμενες προκλήσεις στην ενεργειακή ρύθμιση. Η ανάγκη για ενεργειακή αυτονομία και απεξάρτηση από εισαγωγές, καθώς και η επαπειλούμενη κλιματική σταθερότητα δημιουργούν πρόσθετες προκλήσεις, ιδίως και σε σχέση με τη δεδομένη αναγκαιότητα αυξημένης διείσδυσης των ΑΠΕ. Όταν τα ως άνω συνδυάζονται με τις βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες ανάγκες της πραγματικής οικονομίας, συντίθεται μια πολύπλοκη εξίσωση, η οποία εντούτοις δεν μπορεί να επιλύεται παρά μόνο μέσα σε πλαίσιο ευνομίας, προβλεψιμότητας και διαφάνειας. Η ενέργεια απαιτεί πολυδάπανες και μακροχρόνιες επενδύσεις. Είναι επομένως αυτονόητο ότι η απουσία εγγυήσεων για τη νομική ασφάλεια και σταθερότητα, οι αυθαίρετες αποφάσεις και οι ασύμμετρες νομοθετικές προσεγγίσεις, δημιουργούν ένα επισφαλές και άρα επενδυτικά αφιλόξενο περιβάλλον. Με άλλα λόγια, η μη τήρηση βασικών δικαιοκρατικών εγγυήσεων κατά κανόνα συνεπάγεται και μείωση επενδύσεων ή ένα αίσθημα "εγκλωβισμού" του επενδυτή σε μια επενδυτική κίνηση, στην οποία δεν θα προέβαινε σε περιβάλλον απουσίας δικαιοκρατικών ανασχέσεων. Η τεχνική, γεωπολιτική και επιστημονική πολυπλοκότητα του τομέα της ενέργειας σε συνδυασμό με τις υψηλές χρηματοοικονομικές απαιτήσεις, επιτάσσουν την έγκαιρη, τεχνοκρατικά ορθή και αξιόπιστη καλή νομοθέτηση.
Ο κρατικός παρεμβατισμός στον ενεργειακό τομέα μπορεί είτε να ωφελήσει είτε να υπονομεύσει την ευρωστία της ενεργειακής αγοράς. Όταν η κρατική ρύθμιση σέβεται την δικαιοκρατική αρχή, τα αποτελέσματα είναι εν γένει θετικά· προσφέρεται νομική διασφάλιση με στόχο την ανάπτυξη αλλά και την αποφυγή αδικιών αλλά και επίτασης κρίσεων. Όταν όμως η κρατική παρέμβαση είναι άτακτη, αναδρομική, αποσπασματική ή επιλεκτικώς ασύμμετρη, οι συνέπειες για την αγορά είναι σχεδόν πάντοτε αρνητικές. Σκοπίμως θεσπιζόμενα συστημικά και επιλεκτικά μέτρα, τα οποία επιβάλλουν αυθαίρετους περιορισμούς, ευνοούν ή υπονομεύουν επιλεκτικά, παραβλέποντας την ασφάλεια δικαίου, τροφοδοτούν αντιφάσεις και αδικίες και εν τέλει οδηγούν σε κρίσεις και αποθάρρυνση των επενδύσεων. Η απουσία «ισότητας ενώπιον του νόμου» οδηγεί νομοτελειακά την ενεργειακή αγορά την υπανάπτυξη ή ενδεχομένως σε συγκέντρωση της επενδυτικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας σε επιλεγμένους λίγους. Τούτο όμως, ως έχει διεθνώς επιστημονικά στοιχειοθετηθεί και επισημανθεί, συνιστά μια κοντόθωρη και μη αποτελεσματική προσέγγιση: η ενεργειακή μετάβαση δεν θα μπορέσει να λάβει χώρα δίχως μια συστηματική προσπάθεια κοινωνικής συμπεριληπτικότητας.
Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ένα από τα πλουσιότερα ανανεώσιμα ενεργειακά δυναμικά στην Ευρώπη. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον εάν μπορεί να παράγει περισσότερη πράσινη ενέργεια, αλλά εάν μπορεί να οικοδομήσει τους θεσμούς, τις υποδομές και τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις που θα της επιτρέψουν να την αξιοποιήσει αποτελεσματικά και δίκαια. Διότι η ενεργειακή μετάβαση δεν αποτελεί μόνο τεχνολογικό ή περιβαλλοντικό εγχείρημα· αποτελεί πρωτίστως δοκιμασία θεσμικής ωριμότητας. Και από την επιτυχία της δοκιμασίας αυτής θα εξαρτηθεί όχι μόνο η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και η κοινωνική νομιμοποίηση της ίδιας της πράσινης μετάβασης.
__________
Ο Καθηγητής κ. Αντώνης Μεταξάς είναι Πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Ενεργειακής Ρύθμισης και διευθύνων εταίρος της δικηγορικής εταιρείας «Μεταξάς & Συνεργάτες»
To άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2026 που εξέδωσε για 15η συνεχή χρονιά η ομάδα του energypress.