Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Η ανάγκη αξιοποίησης της διαιτητικής επίλυσης διαφορών στον τομέα της ενέργειας

Έντονη επιστημονική συζήτηση λαμβάνει χώρα το τελευταίο διάστημα με αφορμή τη σημαντικότατη πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-284/16, «Δημοκρατία της Σλοβακίας εναντίον Achmea B.V.», γνωστή και ως απόφαση «Achmea».

Στην εν λόγω απόφασή του το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι ρήτρες διαιτητικής επίλυσης διαφορών που εμπεριέχονται στις Διμερείς Επενδυτικές Συμφωνίες (ΔΕΣ) που συνάπτονται μεταξύ κρατών μελών της ΕΕ είναι μη συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο. Ο μείζων συλλογισμός του ΔΕΕ συνίσταται στο ότι τα Κράτη Μέλη της ΕΕ δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από την αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου. Συνεπώς, νομικές πτυχές των διαφορών που διέπονται από το ενωσιακό δίκαιο δεν μπορούν να κριθούν από δικαιοδοτικά όργανα (λ.χ. διαιτητικά δικαστήρια), τα οποία δεν υπόκεινται στην υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής σύμφωνα με το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ.

Στην ενεργειακή αγορά, η απόφαση Achmea έχει σημαντικότατες επιπτώσεις σε σχέση με την εφαρμογή της Συνθήκης για τον Χάρτη Ενέργειας, τη γνωστή Energy Charter Treaty (ΣΧΕ-ECT). Η ECT είναι επί του παρόντος η μόνη σημαντική διεθνής πολυμερής συνθήκη στον τομέα της ενέργειας και αυτή με την ευρύτερη γεωγραφική κάλυψη και ευρεία συμμετοχή συμβαλλόμενων κρατών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Κράτη Μέλη της, υπέγραψαν τόσο τη Συνθήκη όσο και το σχετικό Πρωτόκολλο, τα οποία ετέθησαν σε ισχύ τον Απρίλιο 1998. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι την εν λόγω Συνθήκη υπέγραψε και η Ρωσία, χωρίς όμως να την επικυρώσει, αποδεχόμενη, ωστόσο, την προσωρινή εφαρμογή της.

H εν δυνάμει σχέση έντασης ανάμεσα στη ΣΧΕ ως συνθήκη του διεθνούς δικαίου και στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, το οποίες αναγνωρίζει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την πλήρη αρμοδιότητα όσον αφορά την αξιολόγηση της συμβατότητας των κρατικών ενισχύσεων με την Κοινή Αγορά, δημιουργεί συνθήκες αμφιλεγόμενης δικαιοδοσίας της ΣΧΕκάτω από τις οποίες η δικαιοδοσία της ΣΧΕ απεδείχθη αμφιλεγόμενη. Ωστόσο, φαίνεται ότι η διαιτησία στο πλαίσιο της ΣΧΕ μπορεί να παραμείνει ανεπηρέαστη δεδομένου ότι η ΕΕ αποτελεί η ίδια συμβαλλόμενο μέρος της ΣΧΕ.

Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται να διαχωρίζει τις διμερείς συμφωνίες, ήτοι αυτές που υπεγράφησαν μόνο μεταξύ δύο κρατών μελών της ΕΕ, από εκείνες από υπεγράφησαν (και) από την ίδια την ΕΕ (όπως στην περίπτωση της ΣΧΕ).

Παρ’ όλα αυτά, η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Achmea καθιστά πιθανό το ενδεχόμενο κάθε απόπειρα εκτέλεσης μιας απόφασης της ΣΧΕ σε κάποιο κράτος της ΕΕ να συναντήσει νομικές ανασχέσεις. Οι επενδυτές μπορούν βεβαίως να επιχειρήσουν την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης εκτός ΕΕ.

Από νομικής απόψεως, το ζήτημα που προκύπτει συνίσταται στην κατ’ ουσίαν ύπαρξη δύο παράλληλων δικαιοδοσιών: Από τη μία πλευρά, τα διαιτητικά δικαστήρια ισχυρίζονται ότι έχουν πλήρη δικαιοδοσία, δεδομένου ότι η ΣΧΕ είναι όλως δεσμευτική για τα μεμονωμένα αντισυμβαλλόμενα Κράτη Μέλη, ενώ, από την άλλη πλευρά, η ευρωπαϊκή νομοθεσία θεωρεί ότι η έγκριση κρατικών ενισχύσεων και οποιαδήποτε αποζημίωση των επενδυτών οφείλει να διέπεται από και να είναι συμβατή με τις κανονιστικές οριοθετήσεις και ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου. Από αυτή την άποψη, και τα δύο επιχειρήματα μοιάζουν έγκυρα, παραμένοντας, ωστόσο, ασύμβατα μεταξύ τους.   

Με πρόσφατη Ανακοίνωσή της προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρείχε περαιτέρω διευκρινίσεις για την απόφαση Achmea και τις συνέπειές της. Η Επιτροπή διατυπώνει ρητά τη γνώμη ότι οι ενδοενωσιακές ΔΕΣ είναι ασύμβατες με την ενωσιακή νομοθεσία. Μέσω των αιτιολογημένων γνωμών της 23ης Σεπτεμβρίου 2016, η Επιτροπή απέστειλε επίσημο αίτημα στην Αυστρία, τις Κάτω Χώρες, τη Ρουμανία, τη Σλοβακία και τη Σουηδία να καταγγείλουν τις ενδοενωσιακές τους ΔΕΣ. Παράλληλα, η Επιτροπή προειδοποίησε ότι θα παρακολουθεί την πρόοδο ως προς το θέμα αυτό και, εάν χρειαστεί, μπορεί να αποφασίσει να συνεχίσει τις διαδικασίες επί παραβάσει.

Σχολιάζοντας την απόφαση Achmea, η Επιτροπή ξεκαθαρίζει ότι η προσφυγή σε τέτοιες ρήτρες υπονομεύει τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων εκ μέρους του ΔΕΕ, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, αλλά και δεν είναι συμβατή με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών και θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Τούτο συνεπάγεται ότι όλες οι ρήτρες διαιτησίας μεταξύ επενδυτών και του κράτους στις ενδοενωσιακές ΔΕΣ δεν μπορεί να παραγάγουν έννομες συνέπειες και ότι οποιοδήποτε διαιτητικό δικαστήριο συστήνεται βάσει των εν λόγω ρητρών είναι αναρμόδιο λόγω απουσίας έγκυρης συμφωνίας διαιτησίας.

Οι νομικές εξελίξεις σε σχέση με τον μηχανισμό διαιτητικής επίλυσης διαφορών προσελκύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον κατεξοχήν στο πλαίσιο της ενεργειακής αγοράς, καθότι στην αγορά ενέργειας η επενδυτική ασφάλεια και η σύντομη και αποτελεσματική διευθέτηση των τυχόν ανακυπτουσών διαφορών συνιστούν απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδια τη διενέργεια επενδύσεων. Όλως ευκταίο θα ήταν οι μηχανισμοί διαιτητικής επίλυσης διαφορών να τύχουν συχνότερης αξιοποίησης και στην ελληνική αγορά ενέργειας, συν τοις άλλοις διότι η νομική αξιολόγηση ενεργειακών ζητημάτων προϋποθέτει συχνά άκρως εξειδικευμένες νομικές και τεχνικοοικονομικές γνώσεις, που ο μέσος εθνικός τακτικός δικαστής κατά κανόνα δεν είναι ευχερές να διαθέτει.

Επιμέλεια: «Μεταξάς & Συνεργάτες – Δικηγόροι & Νομικοί Σύμβουλοι» (www.metaxaslaw.gr)



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα