Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

H ελληνική ενεργειακή αγορά ενώπιον της πρόκλησης της δομικής της αναδιάρθρωσης

H δημόσια, αλλά κατά κανόνα και η ακαδημαϊκή, αποτίμηση των τεκταινομένων στην ελληνική ενεργειακή αγορά δομείται σχεδόν μόνιμα περί τον όρο «αναδιάρθρωση». Η μονιμότητα αυτής της επίκλησης αμβλύνει το ίδιο το σημασιολογικό περιεχόμενο του όρου: Κάτι το οποίο υπόκειται στην ανάγκη συνεχούς «αναδιάρθρωσης», μάλλον ουδέποτε σχεδιάσθηκε ορθώς, ως έπρεπε, εξαρχής. Αυτό, ήτοι η -έστω και τώρα πλέον- εξαρχής σχεδίαση και ορθή εφαρμογή σαφών κανόνων δόμησης της ελληνικής ενεργειακής αγοράς, είναι, θεωρώ το μείζον διακύβευμα της χρονιάς που πέρασε αλλά και αυτής που τώρα διανύουμε.

Η θετική συγκυρία προκύπτει από την εκ των πραγμάτων υφιστάμενη ανάγκη σύγκλισης και εναρμόνισης της ελληνικής ενεργειακής αγοράς στο συνολό της με τους ενιαίους κανόνες λειτουργίας που θεσπίζονται σε ενωσιακό επίπεδο για τη συγκρότηση της Ενεργειακής Ένωσης (Energy Union). Η Ενεργειακή Ένωση σκοπεί στην ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας και της ενεργειακής ασφάλειας της ΕΕ με την επένδυση σε νέες έξυπνες υποδομές (συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών υποδομών), ένα νέο σύγχρονο σχεδιασμό της αγοράς και την καθιέρωση μηχανισμού συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών με βάση την αλληλεγγύη στην αντιμετώπιση πιθανών κρίσεων με πιο αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο.

Όπως επανειλημμένα έχω επισημάνει και αναλύσει σε διεξοδικές επιστημονικές δημοσιεύσεις, οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, η κεντρική πολιτική στόχευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την «αποανθρακοποίηση» της οικονομίας με παράλληλη διασφάλιση του στρατηγικού στόχου της ενεργειακής ασφάλειας εφοδιασμού (security of supply) και ο κομβικός παράγοντας της αυξημένης διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό σύστημα, οδηγούν στην ανάγκη ενός ορθού συνολικού σχεδιασμού και αναπροσαρμογής των στοχεύσεων της ενεργειακής πολιτικής και, συνεπόμενα, και του ενεργειακού δικαίου και ρύθμισης εν γένει.

Σε σχέση με τις εξελίξεις στο ρυθμιστικό επίπεδο, το ενδιαφέρον εστιάζεται στο Target Model και την έναρξη εφαρμογής του, καθώς αυτό επικαθορίζει τη μελλοντική δομή της αγοράς. Το Target Model δημιουργεί νέες δυνατότητες για τους συμμετέχοντες, επιτρέποντας τη δυναμική προσαρμογή των θέσεών τους, τη χρήση εργαλείων διαχείρισης ρίσκου, την αποζημίωση επιμέρους υπηρεσιών, παρέχοντας πιο αξιόπιστα οικονομικά σήματα, αλλά και ένα εν γένει σαφέστερο πλαίσιο για τη δραστηριοποίησή τους. Ταυτόχρονα βέβαια συνιστά και μια μείζων πρόκληση για τους ηλεκτροπαραγωγούς, καθώς θα οφείλουν πλέον στις προσφορές τους να αντανακλούν τεχνικά χαρακτηριστικά των μονάδων τους αλλά και επιμέρους κόστη (όπως λ.χ. το κόστος αποσυγχρονισμού).

         Ριζική διαρθρωτική παρέμβαση για τη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας συνιστά σίγουρα η ίδρυση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Το mandatory pool θα δώσει τη θέση του σε τέσσερις αγορές: την αγορά επόμενης ημέρας (Day Ahead), την ενδοημερήσια αγορά (Intraday), την αγορά εξισορρόπησης (Balancing) και την ενεργειακή χρηματοπιστωτική αγορά, στο πλαίσιο της οποίας θα γίνονται διαπραγματεύσεις συμβολαίων αγοραπωλησίας ηλεκτρικής ενέργειας. Δικαίωμα συμμετοχής θα έχουν ηλεκτροπαραγωγοί, εταιρείες εμπορίας ρεύματος, προμηθευτές, αλλά και ενεργοβόροι καταναλωτές (βιομηχανίες).

Όσον αφορά τους προμηθευτές, η διεθνής εμπειρία δείχνει πως το Χρηματιστήριο Ενέργειας θα τους δώσει τη δυνατότητα να εκλογικεύσουν το επιχειρηματικό τους ρίσκο και να προγραμματίζουν με μεγαλύτερη ασφάλεια τις μακροπρόθεσμες επιχειρηματικές τους κινήσεις. Η δυνατότητα ασφαλέστερου οικονομικού προγραμματισμού συνεπιφέρει κατά κανόνα και την ευχέρεια διαμόρφωσης εκ μέρους των προμηθευτών μιας πιο ανταγωνιστικής τιμολογιακής πολιτικής προς άμεσο όφελος του τελικού καταναλωτή. 

        Αυτή η μείζονος εμβέλειας διαρθρωτική παρέμβαση με τη σύσταση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας κατατείνει και αυτή στην επίτευξη σύγκλισης της ελληνικής αγοράς με τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα. Το Target Model προσδιορίζει τις ελάχιστες απαιτούμενες προδιαγραφές που θα πρέπει να ακολουθήσει η ρύθμιση των εθνικών αγορών στα επιμέρους κράτη μέλη της Ένωσης ώστε να διαμορφωθεί μια κοινή αρχιτεκτονική λειτουργίας, η οποία θα οδηγήσει στη σύζευξη (και όχι συγχώνευση, η επιλογή των όρων στην επιστημονική ορολογία δεν είναι τυχαία, αλλά έχει συγκεκριμένες πρακτικές συνεπαγωγές) των αγορών (Market coupling).

Βασική επιδίωξη είναι η δημιουργία μιας διευρυμένης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία σε συνδυασμό με το διασυνοριακό εμπόριο, θα επιτρέψει τη σταδιακή σύγκλιση των τιμών ενέργειας, την εξισορρόπηση προσφοράς και ζήτησης και τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Ο πρώτος στόχος, ο οποίος έχει τεθεί σε ενωσιακό επίπεδο για την επίτευξη της ενιαίας εσωτερικής αγοράς είναι η δημιουργία περιφερειακών αγορών, οι οποίες θα λειτουργούν ως ενιαίες αγορές και αργότερα θα συνδεθούν μεταξύ τους. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η προ-ημερήσια αγορά θα συζευχθεί με την Ιταλία και αργότερα τη Βουλγαρία, αλλά και όμορες χώρες, ανάλογα με τον βαθμό ετοιμότητάς τους. 

     Η σύσταση και λειτουργία των  Ενεργειακών Χρηµατοπιστωτικών Αγορών ως υπαγόµενων στο πλαίσιο των αγορών χρηµατοπιστωτικών µέσων θα υπόκειται στην εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως αρµόδιας προς τούτο αρχής. Με δεδοµένη τη συνάφεια και αλληλεξάρτηση µεταξύ της αγοράς ενέργειας και της χρηµατοπιστωτικής αγοράς, θα πρέπει να υιοθετηθούν οι αναγκαίες ρυθµίσεις που αφορούν στη συνεργασία µεταξύ της ΡΑΕ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς λαμβάνοντας υπόψη και τις σχετικές προβλέψεις του ενωσιακού δικαίου. Επίσης σημαντική είναι η τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο Νόμο 4514/2018 «Αγορές Χρηματοπιστωτικών Μέσων και άλλες διατάξεις», με τον οποίο ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2014/65/ΕΕ (MiFID II), και στον Κανονισμό 600/2014 (MiFIR) για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων. 

Αναμένεται ότι η ίδρυση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας μπορεί θεωρητικά να εισφέρει πλεονεκτήματα ως προς την ανταγωνιστική λειτουργία της ενεργειακής αγοράς δια της θέσπισης ενός θεσμικού φορέα μέσω του οποίου θα προάγεται η διαφάνεια, αλλά και η χρηματοοικονομική αξιοπιστία μέσω της μεταφοράς του πιστωτικού κινδύνου σ’ ένα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Η πρακτική μετουσίωση αυτής της δομικής διαρθρωτικής παρέμβασης θα αναδείξει εντούτοις τις θετικές της επενέργειες αλλά και τα όποια προβλήματα και τις μείζονες προκλήσεις προσαρμογής όλων των μηχανισμών και θεσμικών φορέων της αγοράς, οι οποίοι μέχρι σήμερα δρούσαν με ένα ουσιωδώς διαφορετικό μοντέλο λειτουργίας. Σε κάθε περίπτωση, η έκταση και το βάθος των εν λόγω παρεμβάσεων οδηγούν στην εκτίμηση ότι εν προκειμένω αναφύονται πολλά νέα, χρήζοντα διεξοδικής επεξεργασίας νομικορυθμιστικά ζητήματα και προκλήσεις για τον επιστημονικό κλάδο του ενεργειακού δικαίου και ρύθμισης εν γένει.

           Δομικές αλλαγές λαμβάνουν χώρα και στην εγχώρια αγορά φυσικού αερίου. Γεγονός κομβικής σημασίας συνιστά η πλήρης άρση του μονοπωλίου των ΕΠΑ Αττικής και Θεσσαλονίκης - Θεσσαλίας, καθώς πλέον και οι οικιακοί καταναλωτές μπορούν να αλλάξουν προμηθευτή φυσικού αερίου διαμορφώνοντας ελεύθερα τις σχετικές επιλογές τους. Στην πράξη, η ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της αγοράς φυσικού αερίου διασυνδέεται λειτουργικά επηρεάζοντας και την αγορά ηλεκτρισμού, καθώς σχεδόν όλοι οι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας έχουν ήδη εξασφαλίσει άδεια προμήθειας φυσικού αερίου και – αντιστρόφως - οι ΕΠΑ επεκτείνουν τη δραστηριοποίησή τους και στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας. Και αυτό το γεγονός συνεπιφέρει σημαντικές νομικορυθμιστικές προκλήσεις, καθότι πλέον καθίσταται εφικτή η προσφορά συνδυαστικών «πακέτων» ρεύματος και φυσικού αερίου ως ενιαίων ενεργειακών προϊόντων.

Σε σχέση με την ελληνική αγορά φυσικού αερίου, από ρυθμιστική σκοπιά το στοίχημα είναι σαφές και συνίσταται στο να αποφευχθεί στην κρίσιμη αυτή πρώιμη φάση απελευθέρωσης της αγοράς η όλως προβληματική εικόνα της ατελούς και, ας μην φοβόμαστε τη χρήση του όρου, αδιέξοδης και ανεπιτυχούς προσέγγισης που διήπε και διέπει την αντίστοιχη πορεία απελευθέρωσης της εγχώριας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

      Ρυθμιστικές και πολιτικές ατολμίες σε σχέση με τη θέσπιση διαφανών, αυστηρών και κοινών όρων και κανόνων του παιχνιδιού, ενιαίας και όχι επιλεκτικής εφαρμογής έναντι όλων των συμμετεχόντων, δύναται να οδηγήσουν πιθανότατα σε καταστάσεις παραπλήσιες με τις αντίστοιχες που χρονίως εκδηλώνονται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, στο πλαίσιο της οποίας επετεύχθη το όλως παράδοξο να έχουμε και τον πρώην μονοπωλιακό πάροχο ασθμαίνοντα κάτω από το βάρος αντιφατικών, συχνά αλληλοαναιρούμενων στοχοθετήσεων και παρεμβάσεων, αλλά και τους λοιπούς ανταγωνιστές του να μην δύνανται να διαμορφώσουν μεσοπρόθεσμες έστω πολιτικές διείσδυσης στην εν λόγω αγορά λόγω της ανυπαρξίας σαφούς και σταθερού πολιτικού και ρυθμιστικού πλαισίου.

Με πολιτικορυθμιστικές όμως προσεγγίσεις που διακρίνονται από την σχεδόν πάγια μετουσίωση του προσωρινού σε μόνιμο και με παντελή έλλειψη σχεδιασμού μακράς πνοής, αποτελεσματικό και ισόρροπο άνοιγμα μιας αγοράς δεν μπορεί να πραγματωθεί. Η ευχή που συνεπώς οφείλει να διατυπωθεί είναι το τρέχον έτος να σηματοδοτήσει μια σαφή ρήξη με τις παθογένειες του παρελθόντος, η δε ανάγκη σύγκλισης και συνάρθρωσης με τις λοιπές ενεργειακές αγορές των κρατών μελών της Ένωσης να αξιοποιηθεί ως θετικό ερέθισμα σοβαρής και συγκροτημένης προσπάθειας για να συντελέσει η ενεργειακή αγορά στην αναγκαία αναπτυξιακή αναβάθμιση της χώρας.

------------------

*Ο κ. Αντώνης Μεταξάς είναι Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο TU Berlin. Είναι επίσης Πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Ενεργειακής Ρύθμισης.

*Το άρθρο περιλαμβάνεται στην έκδοση GREEK ENERGY 2019 που εξέδωσε για 8η συνεχή χρονιά το επιτελείο του energypress

 



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα