Γιατί τα φωτοβολταϊκά παραμένουν πιο ελκυστικά έναντι των αιολικών για τα χαρτοφυλάκια των ενεργειακών εταιρειών – Η νέα προσέγγιση στα PPAs
Σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα διατηρούν τα φωτοβολταϊκά έναντι των αιολικών, γεγονός που εξηγεί την έμφαση των ενεργειακών εταιρειών να αναπτύσσουν τα «πράσινα» χαρτοφυλάκιά τους, ρίχνοντας μεγαλύτερο βάρος στην ηλιακή ενέργεια.
Ειδικότερα, όπως επισήμανε, μεταξύ άλλων, ο Γιάννης Καλαφατάς, Chief Executive Director του τομέα Ενέργειας της Metlen σε ειδικό workshop που διοργάνωσε η εταιρεία με την συμμετοχή δημοσιογράφων του κλάδου, η αιολική τεχνολογία συνιστά μια πολύ πιο δύσκολη, πολύ πιο sophisticated τεχνολογία ως προς την ανάπτυξή της σε σύγκριση με τα φωτοβολταϊκά.
Αυτό αποτυπώνεται από τις μελέτες και τις μετρήσεις που θα πρέπει να προηγηθούν της εγκατάστασης ενός αιολικού πάρκου έως την χωροταξία και την εύρεση του κατάλληλου μέρους. Αν και στη περίπτωση των φωτοβολταϊκών, ο επενδυτής χρειάζεται να εντοπίσει το κατάλληλο σημείο για την εγκατάσταση ενός πάρκου, ωστόσο αυτό δεν παρουσιάζει την συνθετότητα αλλά και την «σπανιότητα» που συναντάται στην περίπτωση ενός αιολικού πάρκου.
Με άλλα λόγια, τα πράγματα είναι σημαντικά πιο πεπερασμένα στην περίπτωση των αιολικών έναντι των φωτοβολταϊκών. Ένα δεύτερο στοιχείο που διασφαλίζει το «προβάδισμα» των φωτοβολταϊκών έναντι των αιολικών αφορά στο κόστος παραγωγής ενέργειας. Όπως ανέφερε ο κ. Καλαφατάς, αυτή την στιγμή με τα έως τώρα δεδομένα, το κόστος βάσης της αιολικής ενέργειας είναι ευθέως ανάλογο -υπό τις συνθήκες πτώσης των τιμών φυσικού αερίου – με μια μονάδα φυσικού αερίου.
Αναλυτικότερα, όπως σημείωσε, το κόστος παραγωγής ενέργειας ενός αιολικού κινείται σε τέτοια επίπεδα που αν για παράδειγμα το αέριο πέσει στα 20 ευρώ και οι ρύποι κρατηθούν περί τα 55 ή 60 ευρώ τότε αρχίζει και γίνεται συγκρίσιμο με το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ενός CCGT. «Άρα το wind αρχίζει και ζορίζεται αρκετά από τα swings που γίνονται στην τιμή του φυσικού αερίου γιατί τα αιολικά δεν είναι ίδια τεχνολογία με τα φωτοβολταϊκά», όπως ανέφερε ο ίδιος χαρακτηριστικά.
Πρόσθεσε δε πως τα φωτοβολταϊκά έχουν ένα πολύ συγκεκριμένο κόστος παραγωγής ενέργειας, το οποίο είναι πολύ πιο εύκολα υπολογίσιμο και σημαντικά πιο χαμηλό, ειδικά σε συνέχεια της μεγάλης πτώσης των τιμών των πάνελ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει σήμερα κάποια τεχνολογία από τις υπόλοιπες «πράσινες» τεχνολογίες που να μπορεί να ανταγωνιστεί ευθέως τις τιμές των φωτοβολταϊκών ως προς το κόστος παραγωγής.
Η παράμετρος της Κίνας στα αιολικά
Την ίδια στιγμή, όπως ανέφερε ο ίδιος, η μεγαλύτερη προσοχή της κινέζικης βιομηχανίας στις ανεμογεννήτριες ενδέχεται να σηματοδοτήσει μια αλλαγή ως προς τα παραπάνω, διαμορφώνοντας ένα περισσότερο προσιτό κόστος με όρους επένδυσης για την ανάπτυξη αιολικών πάρκων. Ειδικότερα, κινέζικες εταιρείες προχωρούν στην παραγωγή ανεμογεννητριών καλύτερης ποιότητας σε σχέση με πριν σε σημείο που αφενός να γίνονται «αποδεκτές» από την παγκόσμια βιομηχανία του κλάδου και αφετέρου σε ανταγωνιστικό κόστος.
Υπό το πρίσμα αυτό, όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, αν υπάρξουν σημαντικές αλλαγές ως προς το κόστος προμήθειας των ανεμογεννητριών τότε κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι δύναται να διεκδικήσουν μια πιο αναβαθμισμένη θέση στο ενεργειακό μίγμα. Ωστόσο, η όποια ανάπτυξη δεν θα προσομοιάζει στα επίπεδα των φωτοβολταϊκών τόσο για τους λόγους που προαναφέρθηκαν όσο και για το γεγονός ότι παραμένει το «πεπερασμένο» του χώρου ως προς την εγκατάσταση των ανεμογεννητριών.
Η νέα προσέγγιση στα PPAs
Σχολιάζοντας τις προοπτικές της αγοράς των ΑΠΕ, ο κ. Καλαφατάς μίλησε για «χλωμές προοπτικές», σημειώνοντας ωστόσο, ότι αυτό έρχεται σε συνέχεια των νέων δεδομένων σε μια αγορά που η συμμετοχή των ΑΠΕ είναι κατά πολύ αυξημένη, συμβάλλοντας στην ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης, γεγονός που έχει επιδράσει με την σειρά του στις τιμές της αγοράς. Η νέα προσέγγιση ως τα PPAs που από ένα μέρος της παραγόμενης ενέργειας, πλέον «δεσμεύουν» το σύνολο της παραγόμενης ενέργειας ενός έργου ΑΠΕ, συνιστά απόρροια των νέων δεδομένων στην αγορά σε μια προσπάθεια διασφάλισης βιώσιμων αποδόσεων.
Ειδικότερα, όπως ανέφερε ο ίδιος, το μοντέλο που ήθελε ένα μέρος της παραγωγής -της τάξης του 60% - να δεσμεύεται σε μια σταθερή τιμή μέσω ενός PPA είτε με το κράτος είτε αργότερα με ένα ιδιώτη και ένα μικρότερο μέρος – της τάξης του 40% - να διατίθεται στην αγορά για την αξιοποίηση των υψηλών spot τιμών, συνιστά ένα μακρινό παρελθόν, χωρίς καμία πιθανότητα επιστροφής. «Οι επενδυτές καταλάβανε ότι το μοντέλο 60% μια κλειδωμένη τιμή με ένα PPA και 40% από την αγορά, λαμβάνοντας μια μεγαλύτερη τιμή για την ενίσχυση των τελικών αποδόσεων, τελικά αποδείχθηκε μια φούσκα. Αυτό πλέον δεν συμβαίνει και δεν μπορεί να συμβεί πια».
Χρειάζεται, ωστόσο, να προσθέσουμε ότι οι μειωμένες τιμές στην αγορά πιέζουν περαιτέρω τις τιμές των υπό διαπραγμάτευση διμερών συμβολαίων με τους αγοραστές να ικανοποιούνται σε μια τιμή πώλησης περί τα 35 με 40 ευρώ, όταν την ίδια στιγμή, τα εν λόγω επίπεδα τιμών πολλαπλασιάζουν τις επιφυλάξεις των τραπεζών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η γραμμή χρηματοδότησης να περιορίζεται στο 30% της επένδυσης, επιφέροντας έτσι σοβαρές δυσκολίες στην υλοποίηση του έργου, καθώς προκύπτουν μεγαλύτερες απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια. «Αυτό το πράγμα είναι λίγο σαν το αβγό του Κολόμβου. Αυτή είναι η αγορά των ΑΠΕ σήμερα», όπως αναφέρθηκε.