Γιατί η Ελλάδα δεν είναι στην πραγματικότητα ακριβή για τα ηλεκτρικά δίκτυα – Τι ισχύει με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες
του Πέτρου Αλεξανδρόπουλου

Γιατί η Ελλάδα δεν είναι στην πραγματικότητα ακριβή για τα ηλεκτρικά δίκτυα – Τι ισχύει με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες

07 04 2025 | 07:34

Συνολική εικόνα για τα ρυθμιστικά πλαίσια που διέπουν τους Διαχειριστές ηλεκτρικών δικτύων της Ευρώπης δίνει η νέα έκθεση (Report on Regulatory Frameworks for European Energy Networks 2024) του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας, CEER.

Όπως σημειώνεται στην έκθεση, το μεσοσταθμικό κόστος  κεφαλαίου (WACC) για τον Διαχειριστή του ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς ανέρχεται σε 7,51% και σε 7,66%, αντίστοιχα, για τον Διαχειριστή του ελληνικού Δικτύου Διανομής. Την ίδια στιγμή, η επιτρεπόμενη απόδοση των ιδίων κεφαλαίων ανέρχεται για τους δύο Διαχειριστές σε 10,33%, ποσοστό που μειώνεται σε 8,06% λαμβάνοντας υπόψη τον φορολογικό συντελεστή ύψους 22%.

Με μία προσεκτική ανάγνωση των αριθμών, οι αποδόσεις των ιδίων κεφαλαίων των Διαχειριστών δεν απέχουν τόσο πολύ από αυτές άλλων ευρωπαϊκών χωρών, με ακόμη πιο «ώριμα» ηλεκτρικά συστήματα από την Ελλάδα (π.χ. Τσεχία 9,78%, Ιταλία 9,72%, Πολωνία 9,69% και Αυστρία 9,47% - για νέες επενδύσεις μετά το 2024), ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις με μεγαλύτερες αποδόσεις (π.χ. 13,4% στην περίπτωση της Νορβηγίας και 18,7 % στη Γεωργία). Βάζοντας, δηλαδή, «στη ζυγαριά» και το γεγονός ότι τα δίκτυα στη χώρα, βρίσκονται -ιστορικά- σε φάση μεγάλης ανάπτυξης, γίνεται σαφές ότι οι αποδόσεις αυτές κινούνται σε ιδιαίτερα εύλογα επίπεδα, δεδομένου ότι οι Διαχειριστές «τρέχουν» τεράστια επενδυτικά προγράμματα, προκειμένου να εναρμονιστούν με τους στόχους της χώρας και της Ευρώπης στον δρόμο της ενεργειακής μετάβασης. Η υλοποίηση αυτών των έργων συνδέεται άρρηκτα με το ρυθμιστικό πλαίσιο και τα επιτρεπόμενα έσοδα των Διαχειριστών, τα οποία σε τεράστιο βαθμό επανεπενδύονται για την επέκταση και αναβάθμιση του ηλεκτρικού συστήματος.

Οι παράγοντες που επηρεάζουν την ερμηνεία των στοιχείων

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, η σύγκριση των αμοιβών των Διαχειριστών στα διάφορα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι απλή άσκηση καθώς οι μεθοδολογίες υπολογισμού των εσόδων μπορεί να διαφέρουν σημαντικά και συνεπώς θα πρέπει να γίνεται προσεκτική σύγκριση μεταξύ Διαχειριστών με αντίστοιχη μεθοδολογία υπολογισμού του εσόδου τους. Για παράδειγμα, σε τρεις τουλάχιστον χώρες, η απόδοση που δίνεται στους Διαχειριστές δεν αφορά μόνο τις επενδυτικές αλλά και τις λειτουργικές τους δαπάνες, γεγονός που κατά κανόνα σημαίνει ότι τα WACC που εγκρίνονται είναι χαμηλότερα από τα αντίστοιχα που υπολογίζονται στην περίπτωση μεθοδολογιών που βασίζονται στην αρχή του μέγιστου επιτρεπόμενου εσόδου (Revenue Cap), όπως ισχύει στην Ελλάδα.

Το ίδιο ισχύει και για την απόδοση - WACC (σταθμισμένος μέσος όρος απόδοσης/κόστους των κεφαλαίων, δηλαδή ιδίων και δανειακών κεφαλαίων), που ποικίλει επίσης σημαντικά ανάμεσα στους Διαχειριστές και για τον υπολογισμό του οποίου διαφέρουν ουσιωδώς οι παράμετροι υπολογισμού του μεταξύ των χωρών.

Για παράδειγμα, στην περίπτωση του Διαχειριστή του Συστήματος Μεταφοράς της Ελλάδας, ο εγκεκριμένος δείκτης σχέσης ιδίων και δανειακών κεφαλαίων (παράμετρος υπολογισμού του WACC) ανέρχεται σε 45%. Πρακτικά αυτό σημαίνει χρηματοδότηση του επενδυτικού προγράμματος κατά ποσοστό 45% μέσω δανείων, αρκετά χαμηλότερο από το αντίστοιχο της πλειοψηφίας των άλλων Ευρωπαίων Διαχειριστών, με αποτέλεσμα το WACC να εμφανίζεται αυξημένο. Βέβαια, αυτό το ποσοστό αναμένεται να αυξηθεί λόγω του μεγάλου του επενδυτικού του προγράμματος τα επόμενα χρόνια (π.χ. νησιωτικές και διεθνείς διασυνδέσεις), που σημαίνει και σταδιακή μείωση του WACC.

Ένας ακόμη παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίσει κανείς για να «διαβάσει» την έκθεση είναι βέβαια και το κόστος δανεισμού των Διαχειριστών, το οποίο στην Ελλάδα είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Συγκεκριμένα, το κόστος δανεισμού του Διαχειριστή του Συστήματος Μεταφοράς της Ελλάδας είναι της τάξης του 4,06%, σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που κυμαίνεται στο 2,5% - 3%. Η μη πρόσβαση της χώρας σε φθηνές πηγές δανεισμού, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες (π.χ. στη Γερμανία), οδηγεί εύλογα σε υψηλότερο κόστος δανεισμού και τελικά σε υψηλότερο WACC.

Εξίσου σημαντικές παράμετροι είναι και οι χρηματοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα (όπως ο πληθωρισμός και η πιστοληπτική τους ικανότητα), οι οποίες φυσικά βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση και με το “timing” των υπολογισμών και των εγκρίσεων των Ρυθμιστικών Αρχών για το ύψος των εγκεκριμένων αποδόσεων των Διαχειριστών.

Η συγκυρία της ενεργειακής μετάβασης και η ανάγκη για κίνητρα

Βασικό εύρημα της έκθεσης είναι και η νέα τάση που παρατηρείται γενικότερα στην Ευρώπη για το ύψος του WACC, ιδίως στην περίπτωση των Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς. Σύμφωνα με την έκθεση το WACC δύναται να διαφοροποιηθεί με κριτήριο είτε τον χρόνο υλοποίησης των επενδύσεων, δίνοντας κλιμακωτά μεγαλύτερη απόδοση στις νέες επενδύσεις, είτε με βάση τις προκλήσεις που εμφανίζουν οι επενδύσεις αυτές, αναγνωρίζοντας υψηλότερη απόδοση σε επενδύσεις υψηλότερου ρίσκου που είναι απαραίτητες για την προώθηση της ενεργειακής μετάβασης.

Για παράδειγμα, στην Αυστρία, το WACC για τις επενδύσεις μέχρι το 2021 ανέρχεται σε 4,16% ±0,93%, σε 4,16% για την περίοδο 2022-2023, καταγράφοντας σημαντική αύξηση στο 6,33% για τις επενδύσεις του 2024. Αντίστοιχα μεγάλη είναι και η κλιμάκωση της απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων για τις παραπάνω χρονικές περιόδους, από 6,93% σε 7,84% και τελικά στο 9,47%. Στην Ολλανδία προβλέπεται αυξημένο WACC σε συγκεκριμένες κατηγορίες επενδύσεων διαφοροποιημένου κινδύνου, όπως οι διασυνδέσεις των υπεράκτιων αιολικών πάρκων.

Η τεράστια σημασία των ηλεκτρικών δικτύων για την ενεργειακή «στροφή» της Ευρώπης και η ανάγκη να παρέχονται κίνητρα στους Διαχειριστές για να υλοποιούν τα έργα τους αποτυπώνεται και στο Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης του ENTSO-E στο οποίο αναφέρεται ότι για κάθε ευρώ που επενδύεται στα δίκτυα, το όφελος που προκύπτει θα αγγίζει τα 2 ευρώ σε όρους κόστους συστήματος και απανθρακοποίησης του ενεργειακού μείγματος. Εγχώριο παράδειγμα για το παραπάνω είναι, μεταξύ άλλων, και η σημαντικότατη ελάφρυνση των χρεώσεων ΥΚΩ που θα προκύψει προοδευτικά με τη λειτουργία των ηλεκτρικών διασυνδέσεων, με τη μείωση του κόστους ηλεκτροπαραγωγής στα νησιά και την αυξανόμενη διείσδυση ΑΠΕ στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM