Γ. Μανέττας: Η εγχώρια παραγωγή... στο «απόσπασμα»
Μπορεί οι κινητοποιήσεις των αγροτών που είναι σε εξέλιξη να έχουν στρέψει το βλέμμα όλων στα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα, ωστόσο το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν οι υπόλοιποι παραγωγικοί κλάδοι της χώρας δεν είναι καλύτερο, αντίθετα σε πολλές περιπτώσεις παραμένει εχθρικό.
Όπως καταγγέλλουν άνθρωποι της αγοράς, τα τελευταία χρόνια δεν έχει ληφθεί καμιά ουσιαστική πρωτοβουλία για τη στήριξη της εγχώριας παραγωγής, -συμπεριλαμβανομένου του ενός χρόνου που είναι στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ- αντίθετα επιβάλλονται διαρκώς νέοι φόροι, έμμεσοι και άμεσοι, που επιβαρύνουν το ήδη ασφυκτικό κλίμα και υπονομεύουν τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, ενώ δεν λαμβάνεται κανένα μέτρο για την έστω και μερική αποκατάσταση της τραπεζικής χρηματοδότησης.
Τα προβλήματα, σημειώνουν οι ίδιοι, οξύνονται μέρα με τη μέρα και δεν κρύβουν ότι φοβούνται ένα κύμα «λουκέτων» το επόμενο διάστημα, εάν δεν βελτιωθεί άρδην το κλίμα, καθώς «ακόμη και μεγάλοι όμιλοι, που έχουν αποθέματα κεφαλαίων και πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό αντιμετωπίζουν δυσκολίες». Το «λουκέτο» στο εργοστάσιο της Softex (Αθηναϊκή Ζυθοποιία) θεωρείται ενδεικτικό της εκρηκτικής κατάστασης που επικρατεί στις βιομηχανίες, οι οποίες πέραν των υψηλών φόρων και της έλλειψης χρηματοδότησης έχουν να αντιμετωπίσουν και τα capital controls που δυσκολεύουν την εισαγωγή πρώτων υλών.
«Για να φθάσει στο σημείο να κατεβάσει ρολά ένα εργοστάσιο όπως η Softex που ανήκει σε πολυεθνικό όμιλο, μπορεί κανείς να αντιληφθεί την αφόρητη κατάσταση που επικρατεί στις μικρότερες», επισημαίνει χαρακτηριστικά παράγοντας της αγοράς. Τα πράγματα είναι εξίσου δύσκολα και για τους παραδοσιακούς κλάδους της χώρας, όπως οι κλωστοϋφαντουργία και η οινοποιία, οι οποίοι στηρίζουν με πολύτιμα έσοδα τα ταμεία του κράτους και συντηρούν χιλιάδες θέσεις εργασίας, καθώς ούτε αυτοί έχουν αποφύγει τα πρόσθετα βάρη. Στην περίπτωση μάλιστα της οινοποιίας, η οποία γίνεται όλο και πιο εξωστρεφής και κερδίζει έδαφος σε μεγάλες αγορές όπως οι ΗΠΑ, η επιβολή ΕΦΚ 0,20 ευρώ στο λίτρο το κρασί, η οποία ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων θα επιδεινώσει σύμφωνα με τους οινοποιούς την ήδη βεβαρημένη κατάστασή τους.
Μάλιστα, όπως έχει δηλώσει στην «Η», ο πρόεδρος του ΣΕΟ, Γιώργος Σκούρας, οι οινοποιοί δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο προσφυγής στα ευρωπαϊκά δικαστήρια για την αναίρεση του μέτρου. Τον κίνδυνο που ελλοχεύει για τη βιομηχανία από την αύξηση της φορολογίας, έστω και έμμεσης, υπογράμμισε πρόσφατα και ο πρόεδρος του ΣΒΑΠ (Σύνδεσμος Βιομηχανιών Αττικής και Πειραιώς), Δ. Μαθιός, με αφορμή την αύξηση των λιμενικών τελών στο λιμάνι της Ελευσίνας. Ο κ. Μαθιός υποστήριξε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα επιβαρύνει συνολικά το κύκλωμα παραγωγής και εξωστρέφειας του εθνικού προϊόντος και ζήτησε την επανεξέταση του μέτρου.
Τα εμπόδια...
Εκτός από το «μέτωπο» των φόρων, η αποκλιμάκωση των οποίων τη δεδομένη στιγμή φαντάζει με «άπιαστο όνειρο» λόγω των δημοσιονομικών της χώρας παράγοντες της αγοράς υπογραμμίζουν πως δεν έχουν γίνει βήματα ούτε για την αποκατάσταση, έστω και μερική, της ρευστότητας, αλλά ούτε και για το ενεργειακό κόστος. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Ελλήνων Κλωστοϋφαντουργών, Ελ. Κούρταλη, το ενεργειακό κόστος για τις κλωστοϋφαντουργίες είναι σχεδόν διπλάσιο απ’ ό,τι στη Γερμανία αλλά και υψηλότερο απ' ό,τι στην Πορτογαλία και την Ισπανία, τη στιγμή που η ηλεκτρική ενέργεια στην παραγωγική διαδικασία της κλωστοϋφαντουργίας καταλαμβάνει μεγάλο μέρος (μεταξύ 20% και 25%) της τελικής τιμής του προϊόντος. Ανεπίλυτο παραμένει το μείζον ζήτημα της ρευστότητας.
Παρά την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης και τη συμφωνία με τους Θεσμούς, οι ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να δανείζονται με το... σταγονόμετρο και να πληρώνουν ακριβά επιτόκια μεταξύ 8% και 10%. Πενιχρά, σύμφωνα με τον επιχειρηματικό κόσμο είναι τα αποτελέσματα και στο εργασιακό κόστος, το οποίο παρά τα μέτρα που ελήφθησαν παραμένει υψηλό, σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές. Σύμφωνα με τον κ. Κούρταλη, τα επίσημα στοιχεία δείχνουν πως ο Έλληνας επιχειρηματίας πληρώνει τη μισθωτή εργασία σχεδόν 70% περισσότερο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ και 20% περισσότερο απ’ ό,τι ο Γερμανός συνάδελφός του. Και όλα αυτά, τη στιγμή που το κλίμα δυσπιστίας ενισχύεται στο εξωτερικό σχετικά με την ικανότητα της χώρας να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα τις επιτρέψουν να επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
Αγωνία για το σχέδιο ανασυγκρότησης
Με την εγχώρια παραγωγή να ασφυκτιά και αρκετές βιομηχανίες να βρίσκονται στα όριά τους, η αγορά περιμένει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα σχέδια της υπουργού Βιομηχανίας, Θ. Τζάκρη για την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Μέχρι στιγμής, όπως λένε, άνθρωποι της βιομηχανίας παρότι έχουν γίνει διάφορες αναφορές από την πλευρά της υπουργού, όπως τα περί δημιουργίας ειδικού φορολογικού καθεστώτος για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, ειδικά για όσες είναι εγκατεστημένες στην παραμεθόριο περιοχή δεν έχουν παρουσιαστεί ακόμη συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Ανάμεσα στα «ανοιχτά» ζητήματα που μένει να διευκρινιστούν είναι και η δημιουργία των 140 νέων βιομηχανικών ζωνών που έχει προαναγγείλει η κ. Τζάκρη πριν από μερικούς μήνες, και πως θα αξιοποιηθούν διάφορα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το ΕΣΠΑ, ο νέος αναπτυξιακός νόμος και το ΕΤΕΑΝ για την υλοποίησή τους.
Μεγάλη είναι η αγωνία για το πρόγραμμα επαναλειτουργίας βιομηχανιών που έκλεισαν στη διάρκεια της κρίσης και πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η υπουργός λίγο πριν από τα Χριστούγεννα διαβεβαίωσε ότι το πρόγραμμα, το οποίο γίνεται σε συνεργασία με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, τους περιφερειάρχες και τον οργανισμό «Enterprise Greece» αναμένεται να προκηρυχθεί εντός του 2016. Οι τρεις προϋποθέσεις που έθεσε η υπουργός για τις επιχειρήσεις που επιθυμούν να ενταχθούν είναι οι εξής: τα κτίρια και τα μηχανήματα να είναι σε πολύ καλή κατάσταση, οι προηγούμενοι επιχειρηματίες να έχουν ουσιαστικά «αποξενωθεί» απ΄ τη διοίκηση, και να εδρεύουν εντός συγκεκριμένης βιομηχανικής περιοχής (ΒΙΠΕ). Τα κριτήρια αυτά έχουν εντοπισθεί να πληρούν 166 μεσαίες και μεγάλες βιομηχανίες σε όλη τη χώρα, οι οποίες έχουν παύσει να λειτουργούν, κυρίως λόγω πτώχευσης.
(Ημερησία 30/1/2016)
