Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Το ενεργειακό κόστος αυξάνεται νομοτελειακά – Το θέμα είναι τι θα γίνει με τους ρύπους

του Νίκου Κορόμπου

Η δυναμική που έχουν αποκτήσει πλέον οι ΑΠΕ σε όρους πολιτικής στήριξης και επενδυτικού ενδιαφέροντος είναι δεδομένη, καθώς ολοένα και περισσότερες χώρες στρέφονται σε αυτές για να καλύψουν τις ενεργειακές τους ανάγκες. Το γεγονός ότι μεγάλοι οργανισμοί που άλλοτε ήταν αφοσιωμένοι στις συμβατικές πηγές, όπως ο ΙΕΑ, αλλά και χώρες του πετρελαίου, όπως η Σ. Αραβία αναγκάστηκαν να κάνουν (έστω εν μέρει) στροφή προς την πράσινη ενέργεια αποδεικνύει αυτόν τον ισχυρισμό.

Παρόλο που ο πολιτικός και επιχειρηματικός κόσμος έχει πειστεί για την ανάγκη αντικατάστασης των ορυκτών καυσίμων με καθαρές πηγές ενέργειας, δεν φαίνεται να ισχύει το ίδιο με τους απλούς πολίτες, μερίδα των οποίων εκφράζει ηχηρά τη δυσπιστία της απέναντι στο νέο ενεργειακό-οικονομικό μοντέλο που προωθείται.

Η αντίδραση αυτή είναι εν μέρει κατανοητή αν αντιληφθεί κανείς το πόσο ολιγοπωλιακά λειτούργησε μέχρι σήμερα ο κλάδος της ενέργειας μέσω των ορυκτών καυσίμων. Ο μέσος πολίτης καταλαβαίνει ότι “νέα αφεντικά” πρόκειται να αναλάβουν τον παγκόσμιο ενεργειακό τομέα και δεν θέλει να δει μια επανάληψη των σχέσεων εξάρτησης και της κερδοσκοπίας που χαρακτήρισε την προηγούμενη εποχή. Δεν θέλουν εκεί που είχαν τους Σαουδάραβες να ελέγχουν το πετρέλαιο να έχουν τώρα τους Γερμανούς και τους Κινέζους να αποκτούν μονοπωλιακή θέση στις ΑΠΕ.

Βεβαίως, οι λαϊκές αντιδράσεις χαρακτηρίζονται από μια πληθώρα πολιτικών αποχρώσεων, συντεχνιακών συμφερόντων και στάσεων απέναντι σε θέματα όπως το εθνικό συμφέρον, η ενεργειακή ασφάλεια, η προστασία του περιβάλλοντος κτλ. Για αυτό άλλωστε δεν πρέπει να μπαίνουν όλες στο ίδιο καλάθι και να ζυγίζονται με βάση τα ίδια σταθμά. Επίσης, εξυπακούεται ότι οι ΑΠΕ δεν χρειάζεται απαραίτητα να γίνουν το νέο μονοπώλιο, αλλά μπορούν να αποκτήσουν έναν αυθεντικά αποκεντρωμένο χαρακτήρα τόσο στην παραγωγή των συστημάτων, όσο και στις εγκαταστάσεις, εφόσον ακολουθηθούν οι κατάλληλες πολιτικές.

Από εκεί και πέρα, ένα βασικό επιχείρημα αυτών που αντιτίθενται στις ΑΠΕ έχει να κάνει με το ότι “δεν παράγουν την ίδια ενέργεια με τις συμβατικές πηγές”, άρα “δεν αξίζουν την επένδυση και τις επιδοτήσεις”. Το πρώτο σκέλος είναι εν πολλοίς αληθινό υπό την έννοια ότι πράγματι η μέση ΑΠΕ στον κόσμο σήμερα δεν παράγει τις ίδιες κιλοβατώρες ανά δολάριο επένδυσης όσο μια συμβατική μονάδα. Ως εκ τούτου, ο στόχος του κλάδου των ΑΠΕ δεν θα πρέπει να είναι μόνο το να πείσει για την αυξανόμενη αποδοτικότητα της τεχνολογίας του, αλλά και να πείσει ότι αξίζει τον κόπο ακόμα και αν οι ΑΠΕ δεν αποδίδουν το ίδιο διότι οδηγούμαστε σε κλιματική καταστροφή. Και σε αυτή την επικοινωνία είναι που ο κλάδος δεν τα έχει καταφέρει καλά μέχρι τώρα. Μιλάμε για ουσιαστική επικοινωνία και όχι για “δημόσιες σχέσεις” που ηχούν ψεύτικα στα αυτιά των καταναλωτών.

Πίσω από τις διαφορετικές φωνές που ακούγονται για το ενεργειακό μας μέλλον, υπάρχει ένας αδυσώπητος ιστορικός παράγοντας που κατευθύνει τα πράγματα και γίνεται αντιληπτός κυρίως έμμεσα και ασυνείδητα από το μέσο άνθρωπο. Προκειμένου να πετύχει το οποιοδήποτε ενεργειακό σύστημα, θα πρέπει να “σκοράρει” ικανοποιητικά στο τρίπτυχο παραγωγή ενέργειας-κόστος-περιβαλλοντικός αντίκτυπος. Στο παρελθόν, η εισαγωγή των ορυκτών καυσίμων στην αρχή με τον άνθρακα και μετά με το πετρέλαιο οδήγησε τα δύο πρώτα στοιχεία αυτού του τρίπτυχου σε εκτόξευση με πολύ παραπάνω παραγωγή ενέργειας έναντι ευτελούς κόστους (θυμηθείτε πόσο φτηνό ήταν το πετρέλαιο μέχρι το 2000) σε σχέση με οτιδήποτε προηγήθηκε. Εν ολίγοις, το να παράγεις μια δεδομένη ποσότητα ενέργειας με πετρέλαιο ήταν πολύ ευκολότερο από το να την παράγεις με παλαιότερες πηγές. Επί της ουσίας, η ανθρωπότητα ανακάλυψε έναν ενεργειακό θησαυρό πεπερασμένου μεγέθους, αλλά αγνοούσε διαρκώς το τρίτο σκέλος της εξίσωσης, δηλαδή τους ρύπους. Έτσι, τα ορυκτά καύσιμα μας έκαναν “τζάμπα μάγκες” και ήταν ο πρωταρχικός λόγος που έγινε εφικτό το οικονομικό και τεχνολογικό θαύμα του περασμένου αιώνα.

Στην πορεία, αναγκαστήκαμε να ξυπνήσουμε από αυτό το όνειρο: Οι υδρογονάνθρακες έγιναν πιο δύσκολοι στην παραγωγή, άρα πιο ακριβοί, με συνέπεια η παγκόσμια οικονομία να μην απολαμβάνει σήμερα την ίδια ενεργειακή παραγωγή/δολάριο όπως παλιά. Η κατάσταση επιδεινώθηκε λόγω της ραγδαίας ανόδου της ζήτησης, καθώς ο πλανήτης εθίστηκε στη διαρκή οικονομική ανάπτυξη μέσω των ορυκτών καυσίμων. Ομοίως, η στοχαστικότητα των ΑΠΕ προσφέρει λιγότερη ενέργεια ανά επένδυση από ότι η ανθρωπότητα είχε συνηθίσει οπότε αυτά τα δύο παρεισφρύουν με πολλούς τρόπους στην καθημερινότητα του τελικού χρήστη. Με άλλα λόγια, όποτε μιλάμε μεταξύ μας για τις αυξήσεις στους λογαριασμούς ή για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας, ένα μέρος των φαινομένων αυτών οφείλεται απλά στο ότι η ενέργεια γίνεται ολοένα και ακριβότερη νομοτελειακά, πέραν από τις όποιες αποφάσεις λάβει η ΡΑΕ και το ΥΠΕΝ και πέραν της μάχης που δίνουν τα τοπικά συμφέροντα εντός της κάθε χώρας. Αυτό δεν θα βγει κανένας πολιτικός ή διευθύνων σύμβουλος να το πει και θα ισχύει ασχέτως του αν επιλέξουμε τις ΑΠΕ ή παραμείνουμε στα ορυκτά καύσιμα. Απλά στην πρώτη περίπτωση έχουμε μια ελπίδα να γλιτώσουμε τους ρύπους.

Ουσιαστικά, ο μοναδικός τρόπος να διαιωνίσει η ανθρωπότητα την εποχή της φθηνής ενέργειας και να το κάνει με αειφόρο τρόπο είναι αν προχωρήσουν τεχνολογίες που δεν υφίστανται σήμερα, όπως η σύντηξη, η οποία απέχει πάντα 20, 30 ή 50 χρόνια από το παρόν, όπως λένε οι επιστήμονες χαριτολογόντας. Ή αν οι σημερινές ΑΠΕ κατορθώσουν να ενισχύσουν τόσο πολύ την αποδοτικότητά τους μέσω της τεχνολογίας, πράγμα αμφίβολο για τις επόμενες, κρίσιμες δεκαετίες.

Σημειώστε ότι μιλάμε για κάλυψη της πρωτογενούς ενεργειακής ζήτησης άρα υπάρχει και το μεγάλο στοίχημα του εξηλεκτρισμού στη μέση.

Όπως και να χει, οι υπέρμαχοι των ΑΠΕ ευαγγελίζονται μια αποσύνδεση της οικονομικής ανάπτυξης από την ενεργειακή παραγωγή και τους ρύπους. Κάτι τέτοιο, όμως, φαντάζει δύσκολο αν αναλογιστεί κανείς ότι οι προβλέψεις του IEA λένε ότι από σήμερα ως το 2050 οι ΑΠΕ θα είναι ικανές να καλύψουν μονάχα το 40% της ανόδου της πρωτογενούς ζήτησης στα ενδιάμεσα χρόνια και όχι το σύνολο αυτής, εκτός αν γίνουν οι πλέον δραστικές βελτιώσεις στην εξοικονόμηση ενέργειας. Αλλά για πολλούς ο ΙΕΑ είναι “φερέφωνο των πετρελαϊκών”, άρα αυτά δεν στέκουν.

Με αφορμή την πρόσφατη έκθεση του ΟΗΕ και το σχόλιο του δημοσιογράφου Ντέιβιντ Ρόμπερτς ότι για να διατηρηθεί η άνοδος της θερμοκρασίας στον 1,5 βαθμό σε αυτόν τον αιώνα, θα χρειαστεί μια κινητοποίηση αντίστοιχη αυτής των ΗΠΑ κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά σε μόνιμη βάση και διεθνώς, καλό είναι να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας. Κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί για να προστατευτεί το περιβάλλον.

Ακόμα, όμως, και αν επιτύχουμε κάποτε 100% καθαρή πρωτογενή ενέργεια, αυτό δεν σημαίνει ότι θα γλιτώσουμε από τον περιβαλλοντικό όλεθρο, καθώς δεν σχετίζεται μονάχα με τους ρύπους και την κλιματική αλλαγή. Στο τέλος της ημέρας, έχει να κάνει απλά και μόνο με τη διαρκή επέκταση της παρουσίας μας επάνω στον πλανήτη. Υποβάθμιση δεν είναι μόνο το CO2, αλλά και η αποδάσωση, η αλόγιστη χρήση των μη ενεργειακών πόρων κτλ. Στον κλάδο της ενέργειας, όμως, ανατέθηκε κυρίως η απανθρακοποίηση και αυτό καλείται να πράξει. Για τα υπόλοιπα υπεύθυνη είναι ολόκληρη η κοινωνία.



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα