Εκτίναξη το 2025 των εξαγωγών ρεύματος με 8πλασιασμό των καθαρών εκροών – Η αύξηση δεν έβαλε «φρένο» στις περικοπές ΑΠΕ, που ενισχύθηκαν πάνω από 100%
Την παγίωση του εξαγωγικού χαρακτήρα του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος το προηγούμενο έτος, πιστοποιεί το ψηφιακό εργαλείο της ΡΑΑΕΥ για το Ενεργειακό Ισοζύγιο. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με το εργαλείο, οι καθαρές εκροές ηλεκτρικής ενέργειας όλο το 2025 έφτασαν τις 2.671 Γιγαβατώρες, όταν το 2024 είχαν διαμορφωθεί στις 307 Γιγαβατώρες.
Η «επίδοση» του 2025 σημαίνει πως οι εκροές περίπου 8πλασιάστηκαν σε ετήσια βάση. Υπενθυμίζεται ότι το 2024 για πρώτη φορά διαμορφώθηκε εξαγωγικό ισοζύγιο για το εγχώριο ηλεκτρικό σύστημα, έπειτα από 10ετίες καθαρών εισροών. Ως συνέπεια, τα στοιχεία για το έτος που μόλις ολοκληρώθηκε επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις όλων των ειδικών, ότι η χώρα μας μετατρέπεται σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρισμού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το εργαλείο της ΡΑΑΕΥ βασίζεται στις επιλύσεις του ISP2 και ISP3 από τον ΑΔΜΗΕ, για τις δώδεκα πρώτες και τις δώδεκα τελευταίες ώρες κάθε ημέρας αντίστοιχα. Αντίθετα, για τον προσδιορισμό του κατά πόσο το εγχώριο σύστημα είναι εισαγωγικό ή εξαγωγικό, ο ΑΔΜΗΕ χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς το ισοζύγιο των εμπορικών προγραμμάτων εισαγωγών – εξαγωγών.
Ωστόσο, το ισοζύγιο των εμπορικών προγραμμάτων όχι μόνο δεν αντικρούει την παραπάνω εικόνα, αλλά δείχνει ακόμη μεγαλύτερη εκτίναξη των εξαγωγών. Είναι ενδεικτικό ότι το αντίστοιχο νούμερο για το 11μηνο του 2025 (δηλαδή μέχρι και τον Νοέμβριο του 2025 που καλύπτουν τα δημοσιευμένα μηνιαία δελτία του Διαχειριστή) είναι 2.052 Γιγαβατώρες. Στο σύνολο του 2024, δεν ξεπέρασε τις 22 Γιγαβατώρες.
Η μετατροπή της Ελλάδας σε καθαρό εξαγωγέα συνιστά απότοκο της σταδιακής μείωσης των εγχώριων χονδρεμπορικών τιμών σε σχέση με τις όμορες αγορές. Από την άλλη πλευρά, η μείωση του κόστους της ελληνικής αγοράς προέρχεται κατά κύριο λόγο από την υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ. Είναι ενδεικτικό ότι παρά το γεγονός ότι η εγχώρια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε το 2025 κατά 7% σε ετήσια βάση, το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών παρέμεινε περίπου σταθερό, στα επίπεδα του 47%.
Ειδικότερα, η παραγωγή το 2025 ήταν 56,6 Τεραβατώρες περίπου, από 53,1 Τεραβατώρες το 2024. Οι ΑΠΕ μπόρεσαν να διατηρήσουν το ίδιο περίπου ποσοστό συμμετοχής, καθώς η παραγωγή τους ενισχύθηκε κατά 8%, στις 26,9 Τεραβατώρες από 25 Τεραβατώρες – καθώς, μεταξύ άλλων, μέσα στη χρονιά ενισχύθηκε σημαντική η εγχώρια εγκατεστημένη ισχύς των ανανεώσιμων πηγών. Είναι ενδεικτικό ότι, με βάση εκτιμήσεις, μέσα στο 2025 κινήθηκαν στα 2,5 Γιγαβάτ οι εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών – τα οποία κυριαρχούν στον κλάδο.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η ενίσχυση της εγκατεστημένης ισχύος κυρίως μέσω νέων φωτοβολταϊκών -σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έχει προχωρήσει η ανάπτυξη μονάδων αποθήκευσης, αλλά και ότι κατά κανόνα μέσω νέων ηλιακών συστημάτων προχωρά η απανθρακοποίηση και των γειτονικών χωρών- έχει ως συνέπεια οι εξαγωγές να μην αποτελούν επαρκές αντίδοτο για τις περικοπές «πράσινης» παραγωγής.
Με άλλα λόγια, οι εξαγωγές δεν ευνοούνται από το ωριαίο προφίλ υπερπαραγωγής ΑΠΕ (που καταγράφεται τις μεσημβρινές ώρες). Ως συνέπεια, η εκτίναξη των καθαρών εκροών συνοδεύτηκε και με εκτίναξη των περικοπών ΑΠΕ.
Πιο συγκεκριμένα, με βάση το ψηφιακό εργαλείο της ΡΑΑΕΥ για το Ενεργειακό Ισοζύγιο, το «ψαλίδι» για το 2025 έφτασε στις 1.852 Γιγαβατώρες. Επομένως ήταν αυξημένη κατά 108% σε ετήσια βάση, καθώς οι περικοπές το 2024 ήταν στις 900 Γιγαβατώρες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το εγχώριο φορτίο παρέμεινε περίπου σταθερό στις 51,4 Τεραβατώρες. Επομένως, η ενίσχυση των εξαγωγών καλύφθηκε σε σημαντικό βαθμό από την αύξηση κατά 8% της παραγωγής των μονάδων αερίου. Το 2025 από τα θερμοηλεκτρικά εργοστάσια προήλθαν 26,9 Τεραβατώρες, έναντι 25,2 το 2024.