Αυξάνουν οι ήδη υψηλές απώλειες στο δίκτυο Ηλεκτρικής Ενέργειας στη χώρα μας και οι καταναλωτές πληρώνουν το κόστος
του Πέτρου Αλεξανδρόπουλου

Αυξάνουν οι ήδη υψηλές απώλειες στο δίκτυο Ηλεκτρικής Ενέργειας στη χώρα μας και οι καταναλωτές πληρώνουν το κόστος

26 03 2025 | 07:33

Η πρόσφατη Απόφαση της ΡΑΑΕΥ (υπ’ αριθμ. Ε-282/12.03.2025), με την οποία εγκρίνονται οι νέοι συντελεστές απωλειών του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας από την 1η Μαΐου 2025, επιβεβαιώνει ένα ανησυχητικό φαινόμενο: οι απώλειες στο δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνονται ραγδαία. Από 9,8% το 2020, εκτοξεύθηκαν σε 11,4% το 2023 – μια αύξηση σχεδόν 17% μέσα σε μόλις τρία χρόνια.

Σύμφωνα με την τελευταία συγκριτική έκθεση του Συμβουλίου των Ευρωπαίων Ρυθμιστών Ενέργειας (CEER), η Ελλάδα καταγράφει την πέμπτη χειρότερη επίδοση μεταξύ 33 ευρωπαϊκών χωρών όσον αφορά το επίπεδο των απωλειών δικτύου, ενώ κατέχει την αρνητική πρωτιά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η σοβαρότητα του προβλήματος αποτυπώνεται στη σύγκρισή της με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που παρουσιάζουν απώλειες άνω του 10% – το Κόσοβο, την Αλβανία, το Μαυροβούνιο, τη Βόρεια Μακεδονία και τη Σερβία. Ανάμεσα σε αυτές, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου οι απώλειες καταγράφουν αυξητική τάση, έχοντας σχεδόν διπλασιαστεί, από 5,9% σε 11,4% την τελευταία δεκαετία.

Η κατάσταση αυτή έχει σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις, καθώς οι επιπλέον 6 ποσοστιαίες μονάδες απωλειών που καταγράφει το ελληνικό δίκτυο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (5,5%) επιβαρύνουν τους καταναλωτές με επιπλέον κόστος που αγγίζει τα 370 εκατ. ευρώ ετησίως. Παράλληλα, περιορίζουν τα περιθώρια ανάπτυξης του ανταγωνισμού στην αγορά ενέργειας. Παρότι το πρόβλημα διογκώνεται, ο Διαχειριστής του Δικτύου (ΔΕΔΔΗΕ) δεν έχει προχωρήσει σε ουσιαστικές παρεμβάσεις.

Απουσία επαρκούς Ρυθμιστικού Πλαισίου

Όπως επισημαίνει ο Ελληνικός Σύνδεσμος Προμηθευτών Ενέργειας (ΕΣΠΕΝ) σε πρόσφατες επιστολές του, η αύξηση των απωλειών οφείλεται πρωτίστως στην έλλειψη επαρκούς ρυθμιστικού πλαισίου κινήτρων προς τον Διαχειριστή, είτε υπό τη μορφή κυρώσεων είτε ανταμοιβών. Η Ελλάδα είναι μία από τις ελάχιστες χώρες της Ε.Ε. όπου το κόστος των απωλειών του δικτύου δεν καλύπτεται από το Επιτρεπόμενο Έσοδο του Διαχειριστή, αλλά μετακυλίεται στους προμηθευτές, με αποτέλεσμα την έλλειψη επαρκούς κινήτρου του Διαχειριστή για την απομείωσή τους.

Παρά την Απόφαση της ΡΑΑΕΥ (υπ’ αριθμ. 1431/22.10.2020) για ενσωμάτωση του κόστους των απωλειών στο Επιτρεπόμενο Έσοδο του ΔΕΔΔΗΕ, μεταγενέστερη Απόφαση της ΡΑΑΕΥ ανέστειλε την εφαρμογή της, επικαλούμενη μη ώριμες συνθήκες. Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται είναι πόσο ακόμα θα συνεχίσουν οι Έλληνες καταναλωτές να πληρώνουν τις υψηλές απώλειες χωρίς να υπάρχει ένα σαφές σχέδιο αντιμετώπισής τους;

Η πρωτοβουλία του Διαχειριστή, για την κατάργηση των διατάξεων του Ν. 5106/2024 οι οποίες προέβλεπαν την κινητροδότηση του σε σχέση με την ανταπόκριση του στα αιτήματα των προμηθευτών της Καθολικής Υπηρεσίας, μόλις έξι μήνες μετά τη θέσπισή τους, αποτελεί άλλωστε απτή απόδειξη της απροθυμίας του να δεσμευτεί σε βελτιώσεις.

Οι οριστικές εκκαθαρίσεις

Σύμφωνα με τον ΕΣΠΕΝ, η απουσία κατάλληλων κινήτρων προς τον ΔΕΔΔΗΕ συμβάλλει στη διατήρηση υψηλού επιπέδου απωλειών, όπως καταγράφεται στις Οριστικές Εκκαθαρίσεις. Κατά το Α’ εξάμηνο του 2022,  η συνολική ενέργεια που δεν κατέστη δυνατό να καταμετρηθεί από τον ΔΕΔΔΗΕ – και συνεπώς θεωρείται απολεσθείσα – ανήλθε σε 17,42% της κατανάλωσης στη Χαμηλή Τάση, ξεπερνώντας κατά πολύ τον εγκεκριμένο και ήδη πολύ υψηλό συντελεστή του 13,57%. Η πρόσθετη αυτή απολεσθείσα ενέργεια (Ενέργεια Κανονικοποίησης) επιβαρύνει την αγορά και τους καταναλωτές με επιπλέον κόστος εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, πέραν του ήδη ιδιαίτερα υψηλού κόστους των απωλειών, το οποίο είχε ενσωματωθεί στα τιμολόγια της συγκεκριμένης περιόδου.

Με την εικόνα που αποτυπώνεται στην πρόσφατη Απόφαση της ΡΑΑΕΥ για τους νέους συντελεστές απωλειών, στην έκθεση του CEER, καθώς και στα δεδομένα της αγοράς, τίθενται τα εξής ερωτήματα: Δεν πρέπει ο  ΔΕΔΔΗΕ να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί για το κόστος αυτό; Δεν πρέπει να δοθούν τα κατάλληλα κίνητρα στον Διαχειριστή για τον περιορισμό του;

Η Πρόταση του ΕΣΠΕΝ και η Ευρωπαϊκή Εμπειρία

Ο ΕΣΠΕΝ προτείνει την ενσωμάτωση του κόστους της πρόσθετης απολεσθείσας ενέργειας (Ενέργεια Κανονικοποίησης), δηλαδή των όποιων απωλειών υπερβαίνουν το εγκεκριμένο επίπεδο, στο Επιτρεπόμενο Έσοδο του Διαχειριστή, όπως εφαρμόζεται στην Ιταλία. Ο ΕΣΠΕΝ διευκρινίζει ότι η πρόταση του αφορά ακριβώς το σκέλος της διαδικασίας των Οριστικών Εκκαθαρίσεων που σχετίζεται με το επίπεδο των απωλειών, και όχι αυτό που αφορά την ανακατανομή των μεριδίων των προμηθευτών βάσει της πραγματικής καταμετρηθείσας ενέργειας. Οι θέσεις και οι προτάσεις του ΕΣΠΕΝ έχουν πολλάκις επικοινωνηθεί με σαφήνεια προς τους αρμόδιους θεσμικούς φορείς, ωστόσο, η απουσία ανταπόκρισης μέχρι στιγμής αφήνει αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον της ελληνικής ενεργειακής αγοράς, συντηρώντας την αβεβαιότητα.

Το  διακύβευμα δεν είναι αν ο ΔΕΔΔΗΕ θα αναλάβει το ρίσκο της Ενέργειας Κανονικοποίησης και του κόστους που αντιστοιχεί σε αυτή, αλλά αν θα αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί για τη διαμόρφωση του ύψους της, ως οφείλει εκ του ρόλου του. Χωρίς τη συμμετοχή του Διαχειριστή στην ανάληψη ευθύνης, η Ελλάδα κινδυνεύει να παραμείνει ουραγός στην Ε.Ε., με το κόστος να βαραίνει τους καταναλωτές.

Έλλειψη αποδοτικών επενδύσεων

Ο Διαχειριστής αιτείται αύξηση του Επιτρεπόμενου Εσόδου κατά 23% για το 2025 (στα €1,12 δισ.) σε σχέση με το 2024 (€0,91 δισ.), όπως αναφέρει στην πρότασή του για τη 2η Ρυθμιστική Περίοδο (2025-2028). Πώς θα αξιοποιηθεί αυτό το πρόσθετο έσοδο για τη βελτίωση της λειτουργίας του δικτύου; Η οικονομική αποδοτικότητα των επενδύσεων είναι ένα κρίσιμο ερώτημα, ειδικά όταν οι καταναλωτές επωμίζονται ήδη υψηλά κόστη λόγω των απωλειών του δικτύου.

Ο ΕΣΠΕΝ έχει επανειλημμένα ζητήσει την ενσωμάτωση ισχυρών οικονομικών κινήτρων στο Απαιτούμενο Έσοδο του Διαχειριστή, καθώς και την καθιέρωση ελάχιστων προδιαγραφών για Βασικούς Δείκτες Απόδοσης (KPIs) όπως ισχύει στη Γαλλία, με στόχο τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Μέχρι το 2030, προβλέπεται η εγκατάσταση 7,3 εκατ. έξυπνων μετρητών, με συνολικό κόστος €1,2 δισ. Ωστόσο, ο Διαχειριστής εκτιμά ότι οι απώλειες θα μειωθούν μόλις κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, διατηρώντας την Ελλάδα στην κορυφή των χωρών της Ε.Ε. με τις υψηλότερες απώλειες. Οι καταναλωτές καλούνται να πληρώσουν αυτό το υψηλό τίμημα χωρίς να διασφαλίζεται η ουσιαστική βελτίωση της αποδοτικότητας του δικτύου.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM