Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Αρχίζει μια νέα δεκαετία δράσεων για την ενεργειακή μετάβαση και τους στόχους του 2030

Οι πολιτικές απανθρακοποίησης που λαμβάνουν χώρα για την «ενεργειακή μετάβαση» και ιδιαίτερα στον ηλεκτρισμό ευνοούνται από το πολύ χαμηλό κόστος ηλεκτροπαραγωγής της αιολικής ενέργειας και πολύ περισσότερο των φωτοβολταϊκών, έναντι των ορυκτών καυσίμων. Σε συνδυασμό με την ψηφιακή τεχνολογία (ICT) και την αποθήκευση θα αποτελέσουν τις πιο ενδιαφέρουσες τεχνολογίες στα επόμενα χρόνια για την βελτίωση της ασφάλειας, της ευελιξίας και της ανθεκτικότητας του ηλεκτρικού συστήματος με προσιτό κόστος, επιτυγχάνοντας τους στόχους μείωσης των εκπομπών CO2. 

Στην Ελλάδα ο εγχώριος λιγνίτης, που συνέβαλε στον εξηλεκτρισμό της χώρας και στην ανάπτυξη της οικονομίας για πάνω από μισό αιώνα, αποσύρεται το 2028 σύμφωνα με τo νέο ΕΣΕΚ και το κενό θα καταλάβουν το φυσικό αέριο και οι ΑΠΕ με υψηλούς στόχους (διείσδυση >60%) για το 2030, επιταχύνοντας την ενεργειακή μετάβαση. Αυτός ο ενεργειακός μετασχηματισμός πρέπει να γίνει με συντεταγμένο τρόπο χρησιμοποιώντας και την καλύτερη διεθνή πρακτική και μετά από έρευνα, μελέτες και αναλύσεις αξιοποιώντας τις καινοτόμες τεχνολογίες και ενισχύοντας την τεχνολογική βάση και την ανταγωνιστικότητα. 

Για την επίτευξη των φιλόδοξων στόχων του ΕΣΕΚ, ευθύς αμέσως χρειάζονται Επιχειρησιακή Έρευνα (Operations Research) και Σχέδια Εφαρμογής (Implementation Plans) που θα ενσωματώσουν τις πολιτικές και θα οδηγήσουν σe ανταγωνιστικό ενεργειακό τομέα μεγιστοποιώντας τα οφέλη. Τούτο καθίσταται αναγκαίο αφού οι τιμές στην χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα είναι οι υψηλότερες στην ΕΕ, όπως και των ΑΠΕ, παρά το συγκριτικό πλεονέκτημα του υψηλού δυναμικού που διαθέτει η χώρα. 

Επείγει η χωροθέτηση των αιολικών και φωτοβολταϊκών εφαρμογών, κατά προτίμηση σε άγονες εκτάσεις μηδενικού κόστους, υπερκαλύπτοντας τον συνολικό όγκο των δυνητικών εφαρμογών στο μέλλον. Παράλληλα με ριζικές αλλαγές στο σύστημα αδειοδότησης θα δημιουργήσουν ελκυστικό επενδυτικό περιβάλλον εφαρμογών με μεγάλες μονάδες για είσοδο στην ανταγωνιστική αγορά που ήδη προσαρμόζεται, με προοπτικές μείωσης του σημερινού υψηλού κόστους. 

Γίνεται ο σχεδιασμός επέκτασης του ηλεκτρικού δικτύου για την υποδοχή των ΑΠΕ, δίδοντας προτεραιότητα σε μονάδες κοντά στα μεγάλα καταναλωτικά κέντρα και η εφαρμογή καινοτόμων τεχνολογιών διαχείρισης εισάγοντας την ψηφιακή τεχνολογία και υποστηρίζοντας την μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ με τις προηγμένες τεχνολογίες τους. Η ενίσχυση των διεθνών διασυνδέσεων και τα συστήματα αποθήκευσης θα συμβάλλουν στην περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ και στην λειτουργία της αγοράς, καθώς και στην ομαλή λειτουργία του συστήματος.

Έτσι, η είσοδος των ΑΠΕ στην αγορά με την εντεινόμενη μείωση του κόστους παραγωγής στοχεύει και μπορεί να φέρει μείωση στις υψηλές τιμές της αγοράς σήμερα, ώστε να πλησιάσουν στον μέσο όρο της ΕΕ.

Για τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις, τα τέλη χρήσης δικτύων Μεταφοράς και Διανομής (ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ) αναμένεται να αυξηθούν λόγω των αναγκαίων επενδύσεων σε επεκτάσεις γραμμών, διασυνδέσεων και υποσταθμών και σε νέες τεχνολογίες οι οποίες έχουν καθυστερήσει να εισέλθουν στα δίκτυα μαζί με το αναγκαίο και καλά εκπαιδευμένο προσωπικό με δεξιότητες στις νέες απαιτήσεις. Αυτές οι χρεώσεις ρυθμίζονται από την ΡΑΕ, η οποία μπορεί να ενθαρρύνει την είσοδο καινοτόμων τεχνολογιών στα δίκτυα και την αύξηση παραγωγικότητας, προβαίνοντας και στον εξορθολογισμό των ετήσιων εσόδων των διαχειριστών προς «εύλογο» έσοδο, ώστε τα κέρδη να προέλθουν από την βελτίωση της διαχείρισης και όχι με ρυθμίσεις “business as usual”. Σημειώνεται η εκάστοτε εγκρινόμενη υψηλή απόδοση της περιουσιακής βάσης που είναι το μεγαλύτερο έσοδο, σε σύγκριση με την απόδοση των κρατικών ομολόγων.

Η δραστική μείωση των υψηλών ΥΚΩ (Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας) και των εκπομπών CO2 μπορεί να γίνει με την διασύνδεση των νησιών στο εθνικό σύστημα, όπως Κυκλάδες και Κρήτη, καθώς και με την υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ στα μη διασυνδεδεμένα νησιά. Σε αυτά γίνεται μετάβαση από τον αυτόνομο σταθμό πετρελαίου σε σύστημα ΑΠΕ με μονάδες αποθήκευσης και τεχνικές Microgrids, έχοντας το πετρέλαιο ως εφεδρική ή συμπληρωματική πηγή. Αυτή είναι ολοκληρωμένη λύση με υψηλή διείσδυση ΑΠΕ έως και 90% μετά από διαγωνιστική διαδικασία, αποφεύγοντας βιαστικές και πρόχειρες λύσεις που θα περιπλέξουν το θέμα, ενώ ο ΔΕΔΔΗΕ περιορίζεται στο κύριο έργο του προβαίνοντας και στον ψηφιακό μετασχηματισμό του δικτύου.

Το ΕΤΜΕΑΡ (Ειδικό Τέλος Μείωσης Αερίων Ρύπων) αυξήθηκε υπερβολικά για το επιτευχθέν χαμηλό ποσοστό διείσδυσης των ΑΠΕ και εξακολουθεί να αυξάνεται. Περαιτέρω επιβάρυνση με διάφορες αποφάσεις δεν δικαιολογείται, ενώ μέτρα για τις ΑΠΕ στην ανταγωνιστική αγορά θα συμβάλλουν ώστε αυτό να σταθεροποιηθεί και να αρχίσει να μειώνεται στα επόμενα χρόνια.

Ως εκ τούτου, για την ενεργειακή μετάβαση και τους στόχους του 2030 θα απαιτηθούν δομικές αλλαγές, μελέτες και έρευνα και τεράστιες επενδύσεις, προσελκύοντας κεφάλαια και επενδυτές εντός και εκτός της χώρας. Στην παραγωγή με ανταγωνιστικό κόστος και με είσοδο στην αγορά συμμετέχει κυρίως ο ιδιωτικός τομέας, ενώ στα δίκτυα ως φυσικά μονοπώλια οι Διαχειριστές, σε ένα νέο και ελκυστικό περιβάλλον με την κατάλληλη πολιτική και σχέδιο. 

Αρχίζει μια νέα δεκαετία δράσεων με την είσοδο του 2020 που σηματοδοτεί την ανάληψη των αναγκαίων και κρίσιμων πρωτοβουλιών και αποφάσεων ώστε αυτός ο χρόνος να αποτελέσει την αφετηρία για την επίτευξη των υψηλών στόχων του 2030 με τα αναμενόμενα οφέλη, αξιοποιώντας το έμψυχο τεχνικό και επιστημονικό δυναμικό της χώρας.  

Πέραν τούτων, δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στην περιβαλλοντική πολιτική των επιχειρήσεων διεθνώς, οι οποίες εγκαθιστούν ΑΠΕ με χαμηλό κόστος για ιδίαν χρήση, συμβάλλοντας στις κοινές προσπάθειες μείωσης των εκπομπών. Τέτοιες πρωτοβουλίες έχουν μεγάλη βαρύτητα για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες που έτσι έχουν πρόσβαση σε φθηνότερη και καθαρή ενέργεια. Τα φωτοβολταϊκά παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια με το χαμηλότερο κόστος και εισέρχονται στην αγορά με καλές προοπτικές και για το μέλλον. Καθώς όλοι έχουν πρόσβαση στην ηλιακή ενέργεια, θα μπορούσαν και οι Ελληνικές επιχειρήσεις να καλύπτουν τις ανάγκες τους  με φθηνή ενέργεια και να συμμετέχουν στην αγορά.  

 

* Ο κ. Ιωάννης Χατζηβασιλειάδης είναι τ. Πρόεδρος του ΙΕΝΕ

Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για το 2020

 



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα