Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Αποεπένδυση: Nέες βελτιώσεις περιμένουν ως τις 6 Φεβρουαρίου οι επενδυτές για να κατέβουν στο διαγωνισμό της ΔΕΗ

Γιώργος Φιντικάκης

Καινούργιες βελτιώσεις, πέραν των όσων έχουν ήδη γίνει, αναμένουν οι επενδυτές για τις λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ, διαμηνύοντας ότι διαφορετικά δεν έχουν λόγο να προσέλθουν ούτε στις 6 Φεβρουαρίου, οπότε και εκπνέει η νέα παράταση στο διαγωνισμό.

"Δεν έχει κανένα νόημα η παράταση αν δεν δοθούν επιπλέον κίνητρα", τονίζουν πηγές των υποψηφίων στο "Energypress", μεταφέροντας την γνωστή εικόνα ότι με τα ισχύοντα δεδομένα, οι μονάδες δεν βγαίνουν.

Στη πράξη οι υποψήφιοι επιμένουν στις θέσεις που είχαν αναδείξει εξαρχής ως τα μεγαλύτερα αντικίνητρα, δηλαδή οι Τσέχοι της Seven Energy που έχουν συμπράξει με τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στην ανάγκη μείωσης του σημερινού προσωπικού κατά 50%, και το σχήμα CHN Energy-Κοπελούζου στη μείωση του κόστους της προμήθειας καυσίμου, ειδικά στη Μελίτη.

Χαρακτηρίζουν όλοι προσχηματικό το επιχείρημα της ΔΕΗ ότι η παράταση δόθηκε προκειμένου να έχουν χρόνο οι επενδυτές να μελετήσουν τα νέα δεδομένα, αφού όπως εξηγούν, είναι προφανές ότι οι μονάδες παραμένουν ζημιογόνες.

Μόνο μια αγορά "πακέτο" της Μελίτη και της Μεγαλόπολης δημιουργεί ένα κρίσιμο μέγεθος, λένε πηγές του ομίλου Κοπελούζου, εξηγώντας ωστόσο ότι η πρώτη θα συνεχίσει να γράφει ζημιές, όσο δεν θα επιλύεται το πρόβλημα με το κόστος τροφοδοσίας του λιγνίτη.

Ζημιές που στο εννεάμηνο ήταν περίπου 18 εκατ ευρώ, καθώς το κόστος προμήθειας λιγνίτη από το γειτονικό ορυχείο της Αχλάδας, ανέρχεται σε 23 ευρώ ανά τόνο, όταν κατά τα λεγόμενα του ίδιου του επικεφαλής της ΔΕΗ Μ.Παναγιωτάκη, αυτό πρέπει να μειωθεί τουλάχιστον κατά 5 ευρώ/ τόνο, προκειμένου να περιορισθεί στα 12,5 εκατ ευρώ το χρόνο, και να καταστεί η μονάδα κερδοφόρα. Σε πρόσφατη ωστόσο συνάντηση του κ. Παναγιωτάκη με την ιδιοκτησία του ορυχείου της Αχλάδας, μέσω του οποίου προμηθεύται καύσιμο η μονάδα, δεν επετεύχθη συμφωνία για τη τιμή.

Από τη πλευρά τους οι Τσέχοι της Seven Energy συνεχίζουν να αναδεικνύουν ως βασικό αντικίνητρο τη δραστική μείωση κατά 50% του προσωπικού των μονάδων. Δηλαδή να παραμείνουν σε Μεγαλόπολη και Μελίτη περίπου 600 από τους συνολικά 1.248 εργαζόμενους. Ειδικά για τη Μεγαλόπολη, όπου σε σύνολο 900-1.000 εργαζομένων, συμμετοχή στην εθελουσία δήλωσαν 244 άτομα, οι επενδυτές θεωρούν ότι χρειάζεται να αποχωρήσουν ακόμη μερικές εκατοντάδες. Διαφωνούν επίσης με την άποψη Παναγιωτάκη, ότι για την αποχώρηση κάθε 100 παλιών εργαζομένων ο σταθμός της Μεγαλόπολης γλιτώνει 6,5 με 7 εκατ. ευρώ, επομενως καθίσταται κερδοφόρος.

Στη πράξη, οι επενδυτές φαίνεται να επικεντρώνονται περισσότερο σε ζητήματα που περνούν από το χέρι της κυβέρνησης (προσωπικό, κόστος προμήθειας λιγνίτη), παρά στο θέμα του μηχανισμού αποζημίωσης επάρκειας ισχύος, που γνωρίζουν ότι εξαρτάται από τη Κομισιόν. Αναρωτιούνται επομένως αφού η ελληνική πλευρά δεν έκανε τίποτα για όλα αυτά μέχρι σήμερα, γιατί να κάνει κάτι μέσα στις επόμενες 15 ημέρες.

Στη πραγματικότητα, το ΥΠΕΝ εμφανίζεται να μην "καίγεται" και πολύ για τη πώληση των μονάδων, στη λογική ότι η χώρα δεν βρίσκεται πλέον σε μνημόνιο, επομένως το συγκεκριμένο ζήτημα, όπως και τα υπόλοιπα, δεν εντάσσονται σε προαπαιτούμενα, από τα οποία εξαρτάται η εκταμίευση κάποιας δόσης.

Στη πράξη αυτό που λένε πηγές του ΥΠΕΝ είναι ότι στη χειρότερη περίπτωση που ναυαγήσει ο διαγωνισμός, οι Βρυξέλλες που ανέκαθεν έθεταν την ανάγκη να ανοίξει η αγορά λιγνίτη, μπορεί να επαναφέρουν θέμα δεσπόζουσας θέσης της ΔΕΗ στο λιγνίτη. Βέβαια σε μια τέτοια περίπτωση  μέχρι να κινηθούν οι αργές γραφειοκρατικές κοινοτικές διαδικασίες, θα έχουν προκηρυχθεί εκλογές και την καυτή πατάτα θα αναλάβει η επόμενη κυβέρνηση.

Αντίστοιχες απόψεις για άλλες μεταμνημονιακές εκκρεμότητες διατυπώνονται και από άλλα υπουργεία πάνω σε θέματα του δικού τους χαρτοφυλακίου. Σαν αντίλογο εδώ θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι αν δεν ικανοποιηθούν οι εκκρεμότητες της β’ μεταμνημονιακής αξιολόγησης, αφενός η Ελλάδα θα κινδυνεύσει να μην της επιστραφούν τα 600 εκατ. ευρώ, από τα κέρδη των ομολόγων των κεντρικών τραπεζών των χωρών της ευρωζώνης (ΑNFAs και SMPs), αφετέρου θα σταλεί αρνητικό μήνυμα στις αγορές, ενόψει της δρομολογημένης εξόδου με 5ετές ομόλογο.



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα