Το ΥΠΕΝ καλύπτει Σκουρλέτη για την τροπολογία ΔΕΣΦΑ και ζυμώνεται με τους εταίρους για τα επόμενα βήματα
Στα όσα καταλογίζει η αξιωματική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση σε σχέση με τη μη ολοκλήρωση της συμφωνίας με τη SOCAR για το ΔΕΣΦΑ απάντησε σήμερα το ΥΠΕΝ, δίνοντας και το στίγμα του πως αντιμετωπίζει ο κ. Σταθάκης το όλο ζήτημα.
Δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι η ανακοίνωση βγήκε αφού πρώτα είχε υπάρξει συνάντηση Σταθάκη με τον Αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αρμόδιο για θέματα Ενέργειας Μάρος Σέφκοβιτς, στην οποία συζητήθηκαν και οι επόμενοι χειρισμοί για το ΔΕΣΦΑ.
Με την ανακοίνωσή του το υπουργείο θέτει ευθέως θέμα μη συμμόρφωσης των Αζέρων με το κοινοτικό πλαίσιο, εντοπίζοντας ως βασική αιτία της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της συμφωνίας τις αντιρρήσεις εκ μέρους της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Καταλογίζει, έτσι, πλήρη ευθύνη στην προηγούμενη κυβέρνηση για τις εκτός κοινοτικού πλαισίου αξιώσεις των ενδιαφερόμενων αγοραστών, καθώς της επιρρίπτει ευθύνες, τόσο για τον αρχικό προσδιορισμό του προς πώληση ποσοστού στο 66%, όσο και για την πρόθεσή της να επιτρέψει την αύξηση κατά 68% των τελών δικτύου, προσφέροντας «προίκα» 200 εκατ. ευρώ στον ΔΕΣΦΑ, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το ΥΠΕΝ.
Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι το ΥΠΕΝ προσφέρει πλήρη κάλυψη στους χειρισμούς Σκουρλέτη και την "περίφημη" τροπολογία σχετικά με τον Κανονισμό Τιμολόγησης, τροπολογία που, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η κυβέρνηση, εισήχθη στη Βουλή σε εφαρμογή και σε πλήρη συμβατότητα σχετικής κοινοτικής οδηγίας.
Θυμίζουμε ότι το συγκεκριμένο ζήτημα οδήγησε στην κορύφωση του διαμορφούμενου αδιεξόδου στα τελευταία στάδια της διαπραγμάτευσης, προτού επικυρωθεί η αποτυχία του διαγωνισμού.
Σε ότι αφορά τώρα τα επόμενα βήματα, στην πραγματικότητα το όλο θέμα αποτελεί αντικείμενο νομικής κατά βάση επεξεργασίας. Οι εταίροι και δανειστές προκρίνουν μια λύση συνέχισης του διαγωνισμού και όχι επαναπροκήρυξης νέου, προκειμένου να επισπευσθούν οι διαδικασίες. Σε αυτό το πλαίσιο διερευνάται εάν θα ήταν νόμιμο να γίνει μια νέα αποτίμηση από τους ιδιοκτήτες (ΕΛΠΕ και ΤΑΙΠΕΔ) για το 66%, υπό το φως και της τροπολογίας Σκουρλέτη, και στη συνέχεια να κληθούν πιθανοί ενδιαφερόμενοι να καταθέσουν προσφορές, στο πλαίσιο πάντα του υφιστάμενου διαγωνισμού.
Μια τέτοια λύση θεωρείται ότι "ακροβατεί" στο όριο της νομιμότητας και η ελληνική πλευρά θα την επιχειρήσει μόνον εάν εκτιμηθεί ως απολύτως ασφαλής από νομικής πλευράς. Με το ζήτημα ασχολούνται επισταμένως οι νομικοί του Δημοσίου, του ΤΑΙΠΕΔ και των ΕΛΠΕ.
Στην περίπτωση πάντως που επιλεγεί η προκήρυξη νέου διαγωνισμού, πρόθεση της κυβέρνησης είναι να προωθήσει μοντέλο διακράτησης από το Δημόσιο του 51% του ΔΕΣΦΑ.
Αναλυτικά, το σχετικό δελτίο τύπου του ΥΠΕΝ έχει ως εξής:
«Τις τελευταίες ημέρες πλήθος στελεχών της ΝΔ, περιλαμβανομένου του Προέδρου της, κατηγορούν την κυβέρνηση για τον τρόπο που χειρίστηκε την πώληση του ΔΕΣΦΑ στην SOCAR. Ο κ. Μητσοτάκης έκανε μάλιστα λόγο για «μεταρρύθμιση, που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία για να βγούμε από την κρίση» και υποστήριξε ότι «η κυβέρνηση διώχνει, αντί να προσελκύει επενδυτές».
Στην πραγματικότητα η υπόθεση του συγκεκριμένου διαγωνισμού αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των χειρισμών της κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου, της οποίας ο κ. Μητσοτάκης υπήρξε βασικό στέλεχος.
Υπενθυμίζουμε ότι βασική αιτία της μεγάλης καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της συμφωνίας ήταν οι αντιρρήσεις που εξέφρασε η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG Comp), καθώς με βάση τους κοινοτικούς κανόνες θα πρέπει να διαχωρίζεται ο παραγωγός από τον διαχειριστή του δικτύου διανομής. Συνεπώς η πώληση του 66% ήταν πλέον αδύνατη και η εταιρεία θα έπρεπε να γίνει μέτοχος μειοψηφίας με νέους εταίρους.
Αντίθετη με τους κοινοτικούς κανόνες ήταν και η απόφαση της τότε κυβέρνησης να αυξήσει κατά 68% τα τέλη δικτύου, προσφέροντας «προίκα» 200 εκατ. ευρώ στον ΔΕΣΦΑ. Το καλοκαίρι, ο πρώην Υπουργός Ενέργειας, Πάνος Σκουρλέτης, ενσωμάτωσε την κοινοτική οδηγία σχετικά με τον Κανονισμό Τιμολόγησης, που προβλέπει μικρότερη αύξηση των τελών αλλά και πλήρη ασφάλεια στους επενδυτές για τους κανόνες υπολογισμού κόστους και κερδών στο μέλλον.
Στη Νέα Δημοκρατία επιθυμούν να προσελκύσουν επενδυτές παραβιάζοντας το κοινοτικό δίκαιο; Ή μήπως οι μεταρρυθμίσεις που ευαγγελίζονται αφορούν τελικά την αλλαγή των κοινοτικών κανόνων;»