Τρύπα στα έσοδα του προϋπολογισμού και λαθρεμπόριο θα φέρει η αύξηση των φόρων στα καύσιμα
Τρύπα στα δημόσια έσοδα που θα προέλθει αφενός από την περαιτέρω μείωση της κατανάλωσης ως απόρροια των νέων φόρων 400 εκατ. ευρώ στα καύσιμα, αφετέρου από το νέο παράθυρο που αυτοί θα ανοίξουν στο λαθρεμπόριο, βλέπει το ΙΟΒΕ.
Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει σύμφωνα με πληροφορίες η μελέτη του ιδρύματος οικονομικών ερευνών για τις επιπτώσεις στα κρατικά έσοδα από τους νέους φόρους στα καύσιμα, που έγινε για λογαριασμό του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών, και η οποία θα παρουσιαστεί την επόμενη Δευτέρα 10 Οκτωβρίου.
Στα σενάρια που έχει επεξεργαστεί το ΙΟΒΕ λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παραδοχές για την κατανάλωση, σε συνάρτηση με το πιεσμένο εισόδημα, και εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις ότι η νέα αύξηση των φόρων, αρχής γενομένης από το πετρέλαιο θέρμανσης στις 15 Οκτωβρίου, δεν θα φέρει τα προσδοκώμενα έσοδα. Η εμπειρία άλλωστε έχει δείξει ότι κάθε φορά που αυξάνονται οι φόροι στα καύσιμα, το κράτος βάζει στην τσέπη του λιγότερα έσοδα, θα επισημαίνει το ΙΟΒΕ, κάνοντας παράλληλα λόγο για φόβους διεύρυνσης του λαθρεμπορίου εξαιτίας ακριβώς της νέας φοροεπιδρομής.
Συν 6-7 λεπτά η θέρμανση
Η πρώτη κρυάδα θα έρθει για τους καταναλωτές του πετρελαίου θέρμανσης σε λιγότερο από δύο εβδομάδες, οπότε και ξεκινά η διάθεσή του στην αγορά. Αν δεν υπάρξει κάποια σοβαρή ανατροπή στη διακύμανση των τιμών του αργού, κάτι που δεν αποκλείουν οι αναλυτές, τότε το πετρέλαιο θέρμανσης θα βγει στις 15 Οκτωβρίου σε τιμή 90-91 λεπτά το λίτρο έναντι 84-85 λεπτών πέρυσι (+7%). Τα επιπλέον αυτά έξι-επτά λεπτά είναι αποκλειστική συνέπεια της αύξησης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και του ΦΠΑ 24% που επιβάλλεται σε αυτόν, και όχι των διεθνών τιμών που προς το παρόν κινούνται στα περυσινά επίπεδα.
Από εκεί και πέρα, την 1η Ιανουαρίου 2017 αυξάνονται επίσης η βενζίνη και το ντίζελ κίνησης που θα πωλούνται αντίστοιχα κατά δέκα και πέντε περίπου λεπτά ακριβότερα (+9% και +4%) λόγω της αύξησης από το νέο έτος των ειδικών φόρων κατανάλωσης στους δύο αυτούς τύπους καυσίμων.
Αλλά δεν είναι μόνο η αύξηση των φόρων στα καύσιμα που τροφοδοτεί σκεπτικισμό για τους στόχους του ΑΕΠ. Στον απόηχο της συμφωνίας που πέτυχαν την περασμένη εβδομάδα οι χώρες-μέλη του ΟΠΕΚ για πάγωμα της ημερήσιας παραγωγής από τον Νοέμβριο, οι τιμές του αργού κινούνται ανοδικά, τάση που εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα. Την ίδια στιγμή, η ανησυχία για την υγεία της Deutsche Bank ταρακουνά το ευρώ, που εξασθενεί έναντι του δολαρίου, και άρα το κοινό νόμισμα θα δυσκολευτεί να εξουδετερώσει μέρος από τις αυξήσεις του αργού.
Πλήγμα για την ανάπτυξη
Με άλλα λόγια, ενώ μέχρι σήμερα τα καύσιμα επενεργούσαν θετικά στο ΑΕΠ της χώρας, δίνοντας ανάσες σε κατανάλωση και παραγωγή, η περίοδος αυτή εκφράζονται φόβοι ότι τελειώνει. Αν επαληθευτούν οι εκτιμήσεις, θα δώσει τη θέση της σε μια περίοδο αβεβαιότητας όπου διαφαίνονται αυξήσεις, αφενός μέσω των φόρων, αφετέρου μέσω των διεθνών τιμών που φαίνεται να παγιοποιούνται στα υψηλά επίπεδα των τελευταίων μηνών. Ο συνδυασμός αυτός μπορεί να έχει επίπτωση στο στόχο για ρυθμό ανάπτυξης 2,7% το 2017, νούμερο ούτως ή άλλως πρωτοφανές για την ελληνική οικονομία, τηρουμένων των αναλογιών της κρίσης, καθώς έχει να επιτευχθεί εδώ και πάνω από δέκα χρόνια.
Υπό αυτή την έννοια, οι εξελίξεις στα καύσιμα συνιστούν μια "κρυφή βόμβα" για όλο το αφήγημα των ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης, πόσο μάλλον όταν το συστατικό στο οποίο θα έπρεπε να βασιστεί, δηλαδή η αύξηση των επενδύσεων, για την ώρα απουσιάζει.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν δεν επιβεβαιωθούν τα ανοδικά σενάρια του αργού, αρκούν και μόνο οι αυξήσεις των φόρων στα καύσιμα για να επηρεάσουν την οικονομία, δίχως να ξέρουμε αν οι νέοι φόροι θα αποδώσουν στο μέτωπο των φορολογικών εσόδων.
Πάνω το ντίζελ, κάτω οι βενζίνες
Όσο για την πορεία της κατανάλωσης, ο Σεπτέμβριος εκτιμάται ότι έκλεισε συγκριτικά με πέρυσι με τις βενζινές οριακά κάτω (-1%), γεγονός που δεν είναι απότοκο μόνο της ύφεσης, αλλά και της στροφής των καταναλωτών στα ντιζελοκίνητα οχήματα. Στο ντίζελ κίνησης η αίσθηση της αγοράς είναι ότι ο Σεπτέμβριος έκλεισε με αύξηση 4%, ωστόσο θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι η σύγκριση με πέρυσι γίνεται από πολύ χαμηλή βάση, καθώς τα capital controls του Ιουλίου 2015 είχαν προκαλέσει πάγωμα για αρκετούς μήνες στις μεταφορές και στη παραγωγή.