Τι προβλέπει η συμφωνία της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή με την κρατική εταιρεία ενέργειας του Άμπου Ντάμπι
Με την κρατική εταιρεία ενέργειας του Άμπου Ντάμπι «TAQA» υπέγραψε Μνημόνιο Συναντίληψης (MoU) η ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, θυγατρική του Ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.
Το MoU υπεγράφη στο πλαίσιο της συνεδρίασης σε ανώτατο επίπεδο της Διακρατικής Επιτροπής Συνεργασίας Ελλάδας - Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και προβλέπει τη συνεργασία των δύο εταιρειών στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό.
Μέρος της συμφωνίας των δύο πλευρών αποτελεί, επίσης, το ενδεχόμενο να αποκτήσει η TAQA συμμετοχή σε υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία ή και στο μετοχικό κεφάλαιο της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή.
Το προφίλ των εταιρειών
Ο Όμιλος της ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ κατέχει ηγετική θέση στον τομέα των ΑΠΕ στην Ελλάδα. Η συνολική εγκατεστημένη ισχύς του Ομίλου ανέρχεται σε 544 MW. Συγκεκριμένα, ο Όμιλος έχει εγκαταστήσει 302 MW στην Ελλάδα, 138 MW στις ΗΠΑ, 74 MW στην Πολωνία και 30 MW στην Βουλγαρία. Ταυτόχρονα, διαθέτει υπό κατασκευή ή έτοιμες προς κατασκευή εγκαταστάσεις ΑΠΕ ισχύος 294 MW, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συνολικά, η εταιρεία λειτουργεί, κατασκευάζει ή έχει πλήρως αδειοδοτήσει 838 MW εγκαταστάσεων ΑΠΕ, στην Ευρώπη και την Αμερική.
Η Κρατική Εταιρεία Ενέργειας του Άμπου Ντάμπι «TAQA» αποτελεί μια διεθνή εταιρεία με παρουσία σε 11 χώρες σε τέσσερις ηπείρους, που ελέγχεται από την Κυβέρνηση του Άμπου Ντάμπι και δραστηριοποιείται στους τομείς της ενέργειας και των υδάτινων πόρων. Η TAQA διαθέτει εγκαταστάσεις (συμβατικής κι εναλλακτικής ηλεκτροπαραγωγής) συνολικής ισχύος 16.395 MW, ενώ δραστηριοποιείται, επίσης, στους τομείς της αφαλάτωσης, της πετρελαιοπαραγωγής και του φυσικού αερίου.
Νωρίτερα το Energypress έγραφε για το θέμα αυτό:
Σάρκα και οστά αρχίζει σταδιακά να παίρνει το πολυσυζημένο αραβικό ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά ενέργειας, με την επισημοποίηση σήμερα σημαντικής επιχειρηματικής συμφωνίας μεταξύ μεγάλου εισηγμένου εγχώριου ομίλου με κρατική εταιρεία ενέργειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Με το deal αυτό πρόκειται να επισφραγιστεί και η διακρατική συμφωνία για την προώθηση των επενδύσεων που θα υπογράψουν σήμερα στον Αστέρα Βουλιαγμένης με την ελληνική κυβέρνηση τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), τα οποία θα εκπροσωπηθούν δια τωνυπουργών Εξωτερικών Σεϊχη Abdullah bin Zayed Al Nahyan και Επικρατείας Al Zaaber.
Μετά τις υπογραφές στον Αστέρα, χώρο με συμβολική σημασία για τις αραβικές επενδύσεις στην Ελλάδα, καθώς εξαγοράστηκε πρόσφατα από κοινοπραξία αραβο-τουρκικών συμφερόντων, οι δύο αξιωματούχοι θα συναντηθούν με τον Πρωθυπουργό Α. Σαμαρά.
Τα φώτα στρέφονται ωστόσο στο ενεργειακό deal που θα υπογραφεί μεταξύ μεγάλης ενεργειακής ελληνικής εταιρείας εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αθηνών και κρατικής εταιρείας ενέργειας των ΗΑΕ η οποία δραστηριοποιείται στην έρευνα και εκμετάλλευση φυσικού αερίου, την παραγωγή ηλεκτρισμού και την αφαλάτωση νερού στηΜέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική (όπως Ιράκ, Μαρόκο, Ομάν, Σαουδική Αραβία), ενώ έχει παρουσία σε Ευρώπη, Ινδία, και Β. Αμερική.
Η εταιρεία που ιδρύθηκε μόλις το 2005, διαθέτει εγκατεστημένη ισχύ περίπου 16.000 MW, απασχολεί κοντά στα 3.000 άτομα προσωπικό, ενώ ελέγχεται κατά 74% από την κυβέρνηση και κατά περίπου 26% από ιδιώτες.
Αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς ενέργειας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Β. Αφρικής, ελέγχει ποσοστό 54% σε 8 θερμοηλεκτρικές μονάδες με καύσιμο το φυσικό αέριο, ενώ καλύπτει το 98% των αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Η συμφωνία με τον ελληνικό όμιλο θα αφορά σε μελλοντική συνεργασίατων δύο εταιρειών για ανάληψη από κοινού έργων τόσο στην Ελλάδα, όσο και στα ΗΑΕ στον τομέα της ενέργειας και των υποδομών, χωρίς να αποκλείεται να σχετίζεται και με τις ευρύτερες εξελίξεις γύρω από τις ενεργειακές ιδιωτικοποιήσεις της ΔΕΗ, της ΔΕΠΑ και των ΕΛΠΕ.
Η δεύτερη ενεργειακή συμφωνία με Άραβες
Θα πρόκειται σε κάθε περίπτωση για τη δεύτερη συμφωνία με αραβική εταιρεία που υπογράφεται στο χώρο της ενέργειας, μετά από εκείνη του2013 μεταξύ του ελληνικού ομίλου της ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ και της Qatar Petroleum International, για από κοινού υλοποίηση επενδύσεων όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η πρώτη εκείνη συμφωνία προέβλεπε την απόκτηση από την QPIποσοστού 25% στην μονάδα ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο φυσικό αέριο «ΗΡΩΝ ΙΙ» έναντι τιμήματος ύψους 58 εκατ. δολαρίων, και αποτέλεσε την πρώτη επενδυτική κίνηση του Κατάρ στην Ελλάδα μετά από χρόνια συζητήσεων με τις κατά καιρούς ελληνικές κυβερνήσεις και ενώ είχε προηγηθεί το 2010 το «μεγαλοπρεπές» ναυάγιο του project στον Αστακό.
Τι προβλέπει η διακρατική συμφωνία Ελλάδας - ΗΑΕ
Όσο για τη διακρατική συμφωνία που υπογράφουν σήμερα οι κυβερνήσεις των δύο χωρών, αφορά την «προστασία και προώθηση των επενδύσεων» και μετά τη συμφωνία για την «αποφυγή διπλής φορολογίας», έχει σαν στόχο να διασφαλίσει τα συμφέροντα των ΗΑΕ στην Ελλάδα από τυχόν αλλαγές σε νόμους ή αποφάσεις δίνοντας τη δυνατότητα προσφυγής στη διεθνή διαιτησία, και ουσιαστικά να διευκολύνει την υλοποίηση επενδύσεων.
Το συγκεκριμένο πλαίσιο αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης των δύο κρατών εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια, εκ μέρους της Ελλάδας την υπογραφή του θα βάλει ο υπουργός Εξωτερικών και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ευ. Βενιζέλος, ενώ μέσα στο προσεχές διάστημα θα ακολουθήσει και η κύρωσή του από τη Βουλή.
Μιλώντας, στο μεταξύ, στο χθεσινό συνέδριο του Economist «Ευρώπη και Αραβικός κόσμος», ο υπουργός Περιβάλλοντος και ΕνέργειαςΓιάννης Μανιάτης απηύθυνε προσκλητήριο στους Άραβες αξιωματούχους που συμμετείχαν στις εργασίες να εκμεταλλευτούν τον κύκλο παραχωρήσεων για έρευνες υδρογονανθράκων σε Ιόνιο και Νότια Κρήτη που θα ανοίξει στις αρχές του καλοκαιριού.
Στο ίδιο συνέδριο πάντως, ο αναπληρωτής υπουργός Πετρελαίου και Αερίου της Λιβύης Ομάρ Αλί Ελσακμάκ (Omar Ali Elshakmak) ανέφερε ότι ο λαός της χώρας δεν έχει εισπράξει οφέλη από την ανάπτυξη της πετρελαϊκής βιομηχανίας, αλλά προσβολές, διαφθορά και επιδείνωση του κοινωνικού του επιπέδου.
Από την πλευρά του ο γενικός γραμματέας του οργανισμού των αραβικών πετρελαιο-εξαγωγικών χωρών Abbas Ali Al-Naqi υποστήριξε ότι οι υδρογονάνθρακες θα παραμείνουν η μεγαλύτερη πηγή ενέργειας ως το 2030, αν και το μερίδιό τους προβλέπεται να μειωθεί από 32 σε 26%.