Πετρέλαιο, εχθρός ή σύντροφος ειδικού χειρισμού;
Δαπανήθηκαν περίπου 16 δισ. δολάρια συνολικά από την Exxon και την ΒΡ για την αντιμετώπιση δύο κορυφαίων πετρελαϊκών δυστυχημάτων στην Αλάσκα και στον Κόλπο του Νέου Μεξικού αντιστοίχως και το αποτέλεσμα ήταν να περισυλλεγεί μόλις το 7% και το 3% αντίστοιχα από τις ποσότητες που «διέφυγαν» στη θάλασσα.
Γι' αυτό πρέπει να σταματήσουμε την εξάρτησή μας από το πετρέλαιο, δήλωσε πριν από λίγες μέρες ο Δημήτρης Ιμπραήμ, συντονιστής των εκστρατειών της Greenpeace, με αφορμή τη συμπλήρωση 25 χρόνων από την πρόσκρουση σε ύφαλο (24.3.89) του τάνκερ Exxon Valdez και τη διαρροή δεκάδων χιλιάδων τόνων στις ακτές της Αλάσκας.
Πόσο εφικτό είναι αυτό και ποιος είναι ο αντίλογος;
Για τις ανάγκες του πλανήτη χρησιμοποιούνται 200 εκατομμύρια βαρέλια ισοδύναμου πετρελαίου την ημέρα, ή περίπου 23,5 φορές την ημερήσια παραγωγή της Σουαδικής Αραβίας. Για να σταματήσει η χρήση καυσίμων με βάση τον άνθρακα, τότε θα πρέπει να βρεθεί το αντίστοιχο ισοδύναμο που θα πρέπει να προέρχεται από εναλλακτικές πηγές ενέργειας -από πηγές που δεν θα απελευθερώνουν τα κατάλοιπα άνθρακα.
Η άλλη όψη του νομίσματος
Οι επισημάνσεις αυτές, από το πόνημα «Ενεργειακό μέλλον και περιβάλλον» των Μιχάλη Οικονομίδη, Παναγιώτη Δαλαμαρίνη, Φιλ Ρέι και Λέοναρντ Κάλφαγιαν, δίνουν την «άλλη όψη του νομίσματος»: Αν μιλούσαμε για αντικατάσταση ενός σταθμού παραγωγής ενέργειας με ένα αιολικό πάρκο, τότε θα χρειαζόταν 45 φορές η έκταση της γης για να παράγει ένα συγκρίσιμο μέγεθος ισχύος.
Επίσης θα χρειάζονταν εκατοντάδες μίλια γραμμών υψηλής τάσης, ώστε η ενέργεια να «κατέληγε» σε πελάτες. Και δεν είναι μόνο το κόστος των υλικών και της κατασκευής του αιολικού πάρκου: Η αιολική κυρίως (και λιγότερο η ηλιακή, όταν πρόκειται για χώρες με μεγάλη ηλιοφάνεια) είναι ασυνεχής μορφή ενέργειας.
Στο Τέξας έχουν κατασκευαστεί αιολικά πάρκα ισχύος 10.000 MW. Σύμφωνα με το Συμβούλιο Ηλεκτρικής Αξιοπιστίας που διαχειρίζεται το δίκτυο ηλεκτρισμού της Πολιτείας, μόλις το 8,7% από το εγκατεστημένο δυναμικό της αιολικής ενέργειας μπορεί να θεωρηθεί ως αξιόπιστο ηλεκτρικό μέγεθος κατά την περίοδο αιχμής ζήτησης.
Αν μιλάμε για βιοκαύσιμα (π.χ. αιθανόλη, που βασίζεται στο καλαμπόκι, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα: η πυκνότητα ενέργειας των βιοκαυσίμων που μετριέται σε βατ ανά τετραγωνικό πόδι καλλιεργήσιμου αραβόσιτου και ούτω καθεξής είναι κατ' ακρίβεια λιγότερη από εκείνες της αιολικής και της ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο Δημήτρης Ιμπραήμ εκτιμά, και δικαίως σε πολλές περιπτώσεις, ότι «όπου υπάρχει πετρέλαιο δεν υπάρχει διαφάνεια και δημοκρατία, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις η εξορυκτική δραστηριότητα συγκρούεται με τα συμφέροντα της τοπικής κοινωνίας. Ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι τοπικές κοινωνίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη θάλασσα (τουρισμός, αλιεία), οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις μπορεί να είναι ανυπολόγιστες.
»Τα έσοδα από το τουριστικό συνάλλαγμα στη χώρα μας ανέρχονται σε περισσότερα από δέκα δισ ευρώ ετησίως. Θέλουμε πραγματικά να θέσουμε σε κίνδυνο αυτό τον πραγματικό και εγγυημένο πλούτο;»
Στο «Ενεργειακό μέλλον και περιβάλλον» οι συγγραφείς δεν προσπαθούν να δυσφημήσουν τις εναλλακτικές μορφές ενέργειας (ΑΠΕ και άλλες).
«Ούτε να υποβαθμίσουν τις προκλήσεις που προκύπτουν από την χρήση των ορυκτών καυσίμων και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους από την εξόρυξή τους».
Δεν προτείνουμε ούτε μια στιγμή, λένε, ότι «ο κόσμος θα πρέπει να είναι ικανοποιημένος με τις επιπτώσεις των πετρελαιοκηλίδων (...) Οι επιπτώσεις όμως αν είχαν προβλεφθεί θα μπορούσαν να έχουν μετριαστεί από καλύτερη μηχανική και καλύτερους νομοθετικούς ελέγχους».
Επισημαίνουν εξάλλου ότι «όπως και σε κάθε άλλο πεδίο της ανθρώπινης προσπάθειας, από τα σφάλματα μαθαίνουμε και λαμβάνονται μέτρα για να μειωθεί ο κίνδυνος επανάληψής τους (συμπεριλαμβανομένης της νομολογίας) αναλόγως με την περίπτωση.
Στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών πολλές χώρες τώρα απαιτούν πετρελαιοφόρα διπλού κύτους, για να μειωθούν οι διαρροές στην περίπτωση σύγκρουσης. Στις γεωτρήσεις, παρ' όλο που και σφάλματα και ατυχήματα συμβαίνουν, γίνεται ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια σήμερα από ποτέ για να διασφαλιστεί ότι το σύνολο της επιχείρησης είναι ασφαλές.
Είναι αυτονόητο ότι ανεξάρτητα από την τοποθεσία της γεώτρησης τα μέσα πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμα σε σύντομο χρονικό διάστημα για να παρέμβουν αποτελεσματικά και να περιορίσουν την παραγωγή σε περίπτωση καταστροφής».
Ο Δημήτρης Ιμπραήμ αναφερόμενος στη βιομηχανία πετρελαίου τονίζει ότι «έχει περιορισμένη ευθύνη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι χάρη σε νομοθετικές πρωτοβουλίες των εθνικών κοινοβουλίων κάθε χώρας, η πετρελαϊκή δεν ευθύνεται για την αποζημίωση του συνόλου της ζημιάς σε περίπτωση ατυχήματος, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της μεταφέρεται στους φορολογούμενους.
Αν δεν συνέβαινε αυτό, τότε πολλά από τα έργα εξόρυξης θα κρίνονταν από την ίδια τη βιομηχανία εξαιρετικά ριψοκίνδυνα για να υλοποιηθούν, ενώ οπωσδήποτε οι προδιαγραφές ασφαλείας θα ήταν αυστηρότερες».
Τα ορυκτά καύσιμα θα συνεχίσουν να κυριαρχούν στην εικόνα της ενέργειας για το προβλεπόμενο μέλλον, εκτιμούν οι συγγραφείς του βιβλίου, το οποίο προλογίζει ο ομότιμος καθηγητής του Πολυτεχνείου Κρήτης Αντώνης Φώσκολος και ο δρ Ηλίας Κονοφάγος, εκτελεστικός αντιπρόεδρος της εταιρείας Flow Energy S.Α. και πρώην γενικός διευθυντής παραγωγής υδρογονανθράκων της Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε.
«Παγκοσμίως πάνω από το 85% της ενέργειας που καταναλώνεται προέρχεται από τα ορυκτά καύσιμα (γαιάνθρακας, πετρέλαιο, φυσικό αέριο).
»Οι προβλέψεις για το 2030 από την Energy Information Administration του Τμήματος Ενέργειας των ΗΠΑ αναφέρουν ότι αυτό δεν θα αλλάξει παρά πολύ για την επόμενη γενιά (περισσότερο από το 80% της συνολικής ενεργειακής σύνθεσης να προέρχεται και πάλι από τα ορυκτά καύσιμα)».
Ηλιακή και αιολική «εάν συνδυαστούν είναι απίθανο, προσθέτει η ίδια πηγή, να συνεισφέρουν περισσότερο από 1% της παγκόσμιας ζήτησης ενέργειας έως τότε».
Η Greenpeace, που ζητά απεξάρτηση από όλα τα ορυκτά καύσιμα, βάζει και την εξής παράμετρο στην εκστρατεία της υπέρ των ΑΠΕ: «Συνήθως η πετρελαϊκή βιομηχανία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη (και) με απολυταρχικά καθεστώτα, βρόμικα λόμπι και με άμεση πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων».
(του Φίλη Καϊτατζή, Ελευθεροτυπία)