WSJ: Η Gazprom, οι ΗΠΑ και το shale gas
Οταν το 2009 η Βουλγαρία είχε ζητήσει από τη Gazprom να της μειώσει κατά 2,89% τις τιμές πώλησης στο φυσικό αέριο, ο ρωσικός κολοσσός είχε αρνηθεί κατηγορηματικά.
Ωστόσο, το περασμένο φθινόπωρο ήταν η ίδια η Gazprom που υποχρεωθηκε, πιεζόμενη και από την έρευνα της Κομισιόν για μονοπωλιακές πρακτικές, να ρίξει κατά 20% τις τιμές στις οποίες πουλά προς τη Βουλγαρία. Μειώσεις μικρότερες ή μεγαλύτερες έκανε και σε μια σειρά άλλες χώρες της ΕΕ.
Την αλλαγή αυτή στη στάση του ρωσικού κολοσσού, που μέχρι πρότινος χαρακτηριζόταν από αδιαλλαξία όσον αφορά στην τιμολογιακή του πολιτική, περιγράφει σε δημοσίευμά της η αμερικανική εφημερίδα "Wall Street Jurnal".
Μία αδιαλλαξία που -όπως γράφει ο συντάκτης της "WSJ"- αρχίζει σταδιακά να κάμπτεται, δεδομένου του νέου σκηνικού που διαμορφώνεται διεθνώς, από εξελίξεις όπως η επανάσταση του σχιστολιθικού αερίου στις ΗΠΑ, καθώς και η τάση της Ευρώπης, της μεγαλύτερης πηγής κερδοφορίας του ομίλου, να διαφοροποιηθεί από το ρωσικό αέριο.
Η “Wall Street Journal”, αναφέρεται εκτενώς στην πορεία του ομίλου από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οπότε και άρχισε να απογειώνεται, έως και σήμερα, όπου ο ρωσικός «γίγαντας» βλέπει τα έσοδά του να υποχωρούν και την κυριαρχία του, ειδικά στην Ευρώπη, να κλονίζεται.
Η σκληρή πολιτική
Ιδρυθείσα πριν από δύο δεκαετίες από το Σοβιετικό Υπουργείο Φυσικού Αερίου, η Gazprom αποτέλεσε για τον Βλαντιμίρ Πούτιν τη ναυαρχίδα προκειμένου να καταστεί η Ρωσία ενεργειακή υπερδύναμη.
Οπως σημειώνει η "WSJ", από την πρώτη κιόλας στιγμή της ανάληψης τον καθηκόντων του το 2000, ο Ρώσος Πρόεδρος φρόντισε να τοποθετήσει σε νευραλγικές διοικητικές θέσεις στον όμιλο ανθρώπους του περιβάλλοντός του, μετατρέποντας την Gazprom σε βασικό εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής του Κρεμλίνου.
Η στάση του ομίλου απέναντι στους ευρωπαίους πελάτες άρχισε σταδιακά να χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη σκληρότητα, ειδικά για τις χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ.
Όπως επισημαίνεται στο δημοσίευμα της WSJ, το πρώτο «σοκ» ήρθε το 2006 όταν η Gazprom, εν μέσω του χειμώνα, διέκοψε την παροχή αερίου προς την Ουκρανία, λόγω διένεξης των δύο πλευρών όσον αφορά στις τιμές προμήθειας αλλά και μίας υποτιθέμενης άρνησης πληρωμής από την ουκρανική μεριά. Η συγκεκριμένη ενέργεια είχε σημαντικότατο αντίκτυπο και στις παραδόσεις αερίου σε πελάτες στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
Τότε, και με αφορμή αυτή την εξέλιξη, οι ηγέτες της Ε.Ε. κατηγόρησαν τη Μόσχα για εκμετάλλευση του ενεργειακού της πλούτου με στόχο την προώθηση των πολιτικών στόχων της. Μάλιστα, ο τότε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Ντικ Τσένι δήλωσε ότι η Ρωσία χρησιμοποιεί το φυσικό αέριο για «εκφοβισμό και εκβιασμό».
Τα επόμενα χρόνια, η δύναμη του ρωσικού γίγαντα συνέχισε να μεγαλώνει, ενώ το 2008, όταν οι τιμές του φυσικού αερίου έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ, ο Αλεξέι Μίλερ, διευθύνων σύμβουλος της Gazprom, προέβλεψε ότι η κεφαλαιοποίηση της εταιρείας θα αγγίξει το 1 τρισ. δολάρια. Τότε ο Πούτιν φλέρταρε για πρώτη φορά με την ιδέα της δημιουργίας μίας συμμαχίας αντίστοιχης του OPEC.
Η δύναμη που είχε καταφέρει να αποκτήσει η Gazprom έκανε ακόμη πιο σκληρή τη στάση της ενώ, ακόμα και μετά την πτώση των τιμών του πετρελαίου λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η πολιτική της δεν άλλαξε. Τον Ιανουάριο του 2009 προέβη σε νέα μείωση της προμήθειας φυσικού αερίου προς την Ουκρανία, κύρια οδό διέλευσης προς τα κράτη της ΕΕ, εν μέσω νέων διενέξεων για τους όρους της σύμβασης. Παράλληλα, άφησε ολόκληρη τη Βουλγαρία να παγώσει για μέρες, μέχρι τα δύο μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία για το νέο συμβόλαιο.
Η πτώση των πωλήσεων και η ανησυχία του Πούτιν
Ωστόσο, από το 2008 κι έπειτα, μια σειρά αλλαγών στο διεθνές ενεργειακό τοπίο, όπως η έκρηξη της παραγωγής σχιστολιθικού αερίου στις ΗΠΑ, είχε σημαντικό αντίκτυπο στις εισαγωγές καυσίμων στην ΕΕ.
Οι αμερικανικές ενεργειακές εταιρίες ξεκίνησαν σταδιακά να μετατοπίζονται από τον άνθρακα στο φθηνό φυσικό αέριο, με αποτέλεσμα περισσότερες ποσότητες άνθρακα από τις ΗΠΑ να οδηγούνται προς την Ευρώπη, όπου οι εταιρίες άρχισαν να μειώνουν την κατανάλωση του ακριβού φυσικού αερίου.
Μέχρι το 2010, οι ΗΠΑ είχαν καταφέρει να εκτοπίσουν τη Ρωσία από τη θέση του μεγαλύτερου παραγωγού αερίου στον κόσμο, αναλαμβάνοντας τα ηνία.
Στο μεταξύ, σημαντικές ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου που αρχικά προορίζονταν για τις ΗΠΑ, διοχετεύτηκαν εν τέλει στην Ευρώπη. Είναι χαρακτηριστικό ότι το διάστημα 2008 – 2011, το Κατάρ, ο μεγαλύτερος εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου παγκοσμίως, τετραπλασίασε το μερίδιό του στις ευρωπαϊκές εισαγωγές, ενώ το μερίδιο της Ρωσίας μειώθηκε.
Εν μέσω υπερπροσφοράς καυσίμων και χαμηλής ζήτησης, οι τιμές στην αγορά spot βυθίστηκαν. Η Gazprom, ωστόσο, συνέχιζε να επιμένει στις υψηλές τιμές προμήθειας με αποτέλεσμα εταιρίες περισσότερο ευέλικτες -όπως η νορβηγική Statoil- να αυξήσουν τις πωλήσεις τους σε βάρος του ρωσικού ομίλου.
Έως και σήμερα πάντως, τα ανώτερα στελέχη της Gazprom, στις δημόσιες τουλάχιστον εμφανίσεις τους, εκφράζουν τη σιγουριά τους για τα μέλλον του ομίλου. Μιλώντας στην κρατική ρωσική τηλεόραση, στις 30 Μαρτίου, ο Α. Μίλερ αναφερόμενος στο σχιστολιθικό αέριο που παράγουν οι ΗΠΑ το χαρακτήρισε "φούσκα που σύντομα θα σκάσει".
Οσο για τη τιμολογιακή πολιτική που ακολουθεί, η άποψη του ρωσικού κολοσσού- σύμφωνα πάντα με την "WSJ"- είναι ότι η Ευρώπη θα χρειαστεί μελλοντικά ακόμη περισσότερες ποσότητες αερίου παρά την προσωρινή πτώση της ζήτησης. Επομένως δεν υπάρχει λόγος για σημαντική μείωση των τιμών.
Ωστόσο, όπως σχολιάζει η αμερικανική εφημερίδα, δεν είναι βέβαιο ότι η Gazprom θα καταφέρει να παραμείνει πιστή στη σκληρή τιμολογιακή προσέγγιση που είχε έως τώρα. "Δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε τη μεγάλη νίκη των ευρωπαίων πελατών του ρωσικού ομίλου, που κατάφεραν, παρά τις αρχικές αντιστάσεις της Gazprom, να κερδίσουν αναδρομικές μειώσεις των τιμών για το 2012, συνολικού ύψους 3 δισ. δολαρίων. Μεταξύ των εταιριών αυτών περιλαμβάνονται η γερμανική Ε.ΟΝ και η ιταλική Eni", επισημαίνεται χαρακτηριστικά στο δημοσίευμα.
Μνεία κάνει η "WSJ" και στη αλλαγή στάσης του ίδιου του προέδρου Πούτιν. Τον περασμένο Οκτώβριο κάλεσε την Gazprom να προσαρμόσει τη στρατηγική της ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στη λεγόμενη «σχιστολιθική επανάσταση». Παράλληλα, προσφάτως έγινε γνωστό ότι το Κρεμλίνο εξετάζει το ενδεχόμενο να σπάσει το μονοπώλιο που αυτή τη στιγμή έχει η Gazprom βάσει νομοθεσίας όσον αφορά τις εξαγωγές αερίου και να επιτραπεί σε ανταγωνιστές παραγωγούς, οι οποίοι έχουν παρουσιάζει μεγαλύτερη πρόοδο όσον αφορά το υγροποιημένο φυσικό αέριο να εξάγουν στις διεθείς αγορές. Σημειώνεται ότι η συμμετοχή της Ρωσίας ανέρχεται σε μόλις 4% όσον αφορά τη συγκεκριμένη αγορά φυσικού αερίου.
Η ανησυχία του Πούτιν είναι απολύτως δικαιολογημένη. Αυτή τη στιμή, η Gazprom αντιπροσωπεύει πάνω από το 10% των συνολικών εσόδων της χώρας από τις εξαγωγές και ως εκ τούτου είναι σαφές ότι η πορεία της έχει άμεσο αντίκτυπο στη ρωσική οικονομία. Γι αυτό άλλωστε νωρίτερα μέσα στο χρόνο, ο ρώσος Πρόεδρος επέκρινε την Gazprom αναφορικά με τη μείωση των εξαγωγών, η οποία επηρέασε αρνητικά τα φορολογικά έσοδα της κυβέρνησης.
Κατά τη "Wall Street Jurnal", μπορεί η Gazprom να δίνει την εντύπωση ότι αψηφά κινδύνους όπως αυτός που συνδέεται με το αμερικανικό σχιστολιθικό αέριο, ωστόσο, τα πράγματα δε φαίνεται να είναι όπως τα περιέγραψε το Μάρτιο ο Αλεξέι Μίλερ.
Σύμφωνα πάντα με την "WSJ", νέες έρευνες δείχνουν ότι η παραγωγή φυσικού αερίου στις ΗΠΑ αναμένεται να επιταχυνθεί κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών δεκαετιών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την Ευρώπη αλλά και για τις διεθνείς αγορές. Και μία τέτοια εξέλιξη είναι βέβαιο ότι δε θα αφήσει ανεπηρέαστο ούτε τον παντοδύναμο ρωσικό γίγαντα.