Έρχεται η οδηγία RED IV – Οι προωθούμενες αλλαγές για τους στόχους του υδρογόνου και τα ανανεώσιμα καύσιμα
Σημαντικές αλλαγές στα ανανεώσιμα καύσιμα μετά το 2030 προετοιμάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως προκύπτει από έγγραφο που διέρρευσε αναφορικά με την υπό διαμόρφωση τέταρτη αναθεώρηση της Οδηγίας για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (RED IV).
Το λεγόμενο «προτιμώμενο πακέτο» πολιτικής που περιγράφεται στην εκτίμηση επιπτώσεων προβλέπει, μεταξύ άλλων, την αντικατάσταση των δεσμευτικών εθνικών στόχων για το ανανεώσιμο υδρογόνο από έναν πιο ευέλικτο, ενδεικτικό στόχο σε επίπεδο ΕΕ. Την ίδια στιγμή, το σχέδιο φαίνεται να δημιουργεί μεγαλύτερο περιθώριο για τα συμβατικά βιοκαύσιμα που βασίζονται σε καλλιέργειες και να ενισχύει τα προηγμένα βιοκαύσιμα που παράγονται από πρώτες ύλες ευρωπαϊκής προέλευσης.
Όπως αναφέρει η Rystad Energy, η κατεύθυνση που αποτυπώνεται στο έγγραφο δείχνει ότι, παράλληλα με τη μείωση των εκπομπών, αποκτούν μεγαλύτερο βάρος παράγοντες όπως η ενεργειακή ασφάλεια, το κόστος και η δυνατότητα των κρατών-μελών να επιλέγουν τον τρόπο με τον οποίο θα επιτύχουν τους ευρωπαϊκούς στόχους.
Πρόκειται, ωστόσο, για έγγραφο εργασίας και όχι για την τελική νομοθετική πρόταση της Επιτροπής. Οι προβλέψεις του μπορεί να τροποποιηθούν μέχρι την επίσημη παρουσίαση της RED IV.
Από τις εθνικές δεσμεύσεις σε έναν ευρωπαϊκό στόχο
Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά την αγορά ανανεώσιμου υδρογόνου.
Η ισχύουσα RED III στηρίζει την ανάπτυξη της ζήτησης μέσω δεσμευτικών υποχρεώσεων σε εθνικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπεται στόχος 1% για τα ανανεώσιμα καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης (RFNBOs) στις μεταφορές έως το 2030, ενώ για τη βιομηχανία οι σχετικές υποχρεώσεις προβλέπουν μερίδιο RFNBOs 42% έως το 2030 και 60% έως το 2035.
Το προτιμώμενο σενάριο της RED IV φαίνεται να απομακρύνεται από αυτή τη λογική.
Στη θέση των δεσμευτικών εθνικών υποχρεώσεων προτείνεται ένας ενδεικτικός στόχος κατανάλωσης ανανεώσιμου υδρογόνου σε επίπεδο ΕΕ, ύψους 8 εκατ. τόνων, για τη βιομηχανία και τα διυλιστήρια.
Στην εκτίμηση επιπτώσεων, οι 8 εκατ. τόνοι περιγράφονται ως το «μέσο βέλτιστο επίπεδο για την περίοδο που καλύπτεται από την πολιτική». Η βιομηχανική ειδησεογραφία έχει ερμηνεύσει τον αριθμό αυτό ως ετήσια κατανάλωση έως το 2040. Ωστόσο, η τελική ερμηνεία του στόχου, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο θα ενσωματωθεί στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, θα εξαρτηθούν από την επίσημη πρόταση της Επιτροπής.
Το σχέδιο προβλέπει επίσης τη χρήση πιστώσεων υδρογόνου και κινήτρων για την ενίσχυση της ζήτησης στην πλευρά της κατανάλωσης. Οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί, όμως, θα πρέπει να υλοποιηθούν μέσω άλλης ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Οι ανάγκες της αγοράς
Η αλλαγή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την αγορά. Οι δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι δημιουργούν συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τα κράτη-μέλη και, κατ’ επέκταση, ένα πιο άμεσο σήμα ζήτησης για τους παραγωγούς. Ένας ενδεικτικός στόχος σε επίπεδο ΕΕ αφήνει μεγαλύτερο περιθώριο στα κράτη και στην αγορά να καθορίσουν πού θα αναπτυχθεί η παραγωγή και η κατανάλωση.
Η μεγαλύτερη ευελιξία θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάπτυξη παραγωγής σε περιοχές όπου το κόστος της ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας και των σχετικών υποδομών είναι χαμηλότερο. Παράλληλα, όμως, δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο θα διασφαλιστεί επαρκής ζήτηση σε ολόκληρη την Ευρώπη.
«Για την ευρωπαϊκή αγορά υδρογόνου, η προοπτική αντικατάστασης των δεσμευτικών εθνικών υποχρεώσεων προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας πολιτικής σε μια περίοδο κατά την οποία τα έργα εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη μακροπρόθεσμη ορατότητα της ζήτησης, προκειμένου να εξασφαλίσουν συμφωνίες απορρόφησης της παραγωγής και να φτάσουν σε τελικές επενδυτικές αποφάσεις», σημειώνει ο Frederick Andre Wessel, Product Manager of Hydrogen Research στη Rystad Energy.
Όπως επισημαίνει, παραγωγή, υποδομές και ζήτηση πρέπει να αναπτύσσονται παράλληλα. Η μεγαλύτερη ευελιξία μπορεί να βοηθήσει στη συγκέντρωση της παραγωγής σε περιοχές χαμηλότερου κόστους, αλλά εάν η ζήτηση παραμείνει ισχυρή μόνο σε ορισμένα κράτη-μέλη, υπάρχει κίνδυνος η ευρωπαϊκή αγορά να αναπτυχθεί σε ξεχωριστές «νησίδες» αντί να λειτουργήσει ως ενιαία αγορά.
«Το βασικό ερώτημα είναι επομένως κατά πόσον το τελικό πλαίσιο μπορεί να προσφέρει επαρκώς ισχυρούς και σταθερούς μηχανισμούς για τη στήριξη της ζήτησης, εάν αντικατασταθούν οι δεσμευτικές εθνικές υποχρεώσεις», τονίζει ο Wessel.
Οι 8 εκατ. τόνοι και η πρόβλεψη για το 2040
Η πραγματική σημασία του στόχου των 8 εκατ. τόνων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την τελική του ερμηνεία και εφαρμογή. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Rystad Energy, η συνολική ζήτηση πράσινου υδρογόνου στην ΕΕ αναμένεται να φτάσει τους 9,5 εκατ. τόνους το 2040.
Εφόσον οι 8 εκατ. τόνοι του σχεδίου αντιστοιχούν τελικά σε ετήσια κατανάλωση το 2040, τότε ο συγκεκριμένος στόχος θα αντιπροσωπεύει μεγάλο μέρος της συνολικής προβλεπόμενης ζήτησης πράσινου υδρογόνου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρότι αφορά μόνο τη βιομηχανία και τα διυλιστήρια.
Για την αγορά, επομένως, το κρίσιμο ζήτημα μπορεί να μην είναι μόνο ο αριθμός των 8 εκατ. τόνων, αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο η Ευρώπη θα μετατρέψει τον ενδεικτικό στόχο σε πραγματική ζήτηση.
Η διαφορά είναι ουσιαστική για τους επενδυτές. Ένας υψηλός στόχος χωρίς επαρκή κίνητρα ή δεσμευτικούς μηχανισμούς μπορεί να έχει πολύ διαφορετικό αποτέλεσμα από έναν αντίστοιχο στόχο που συνοδεύεται από συγκεκριμένες υποχρεώσεις αγοράς.
Περισσότερος χώρος για τα βιοκαύσιμα
Παράλληλα, η κατεύθυνση για τα βιοκαύσιμα εμφανίζεται πιο υποστηρικτική.
Το σχέδιο προβλέπει ένα κοινό ανώτατο όριο 7% για τα βιοκαύσιμα που βασίζονται σε καλλιέργειες σε επίπεδο ΕΕ. Σύμφωνα με την εκτίμηση, αυτό θα μπορούσε να αυξήσει τους επιλέξιμους όγκους συμβατικών βιοκαυσίμων κατά περίπου 30% σε σχέση με τη βάση του 2020.
Παράλληλα, τα προηγμένα βιοκαύσιμα που παράγονται από πρώτες ύλες προερχόμενες από την ΕΕ θα μπορούσαν να λάβουν προνομιακή μεταχείριση μέσω πολλαπλασιαστών.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή ασφάλεια και την προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης από εισαγόμενες πρώτες ύλες και καύσιμα.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού για την κάλυψη των αναγκών της σε ανανεώσιμα καύσιμα. Η ΕΕ εισήγαγε περίπου 1,8 εκατ. τόνους υδρογονοκατεργασμένου φυτικού ελαίου (HVO) πέρυσι, ενώ πάνω από το ήμισυ της προσφοράς βιώσιμων αεροπορικών καυσίμων (SAF) προήλθε από εισαγωγές.
Το στοίχημα των προηγμένων βιοκαυσίμων
Ωστόσο, η εικόνα για τα προηγμένα βιοκαύσιμα δεν είναι μονοσήμαντη. Το σχέδιο θεωρεί ότι το υφιστάμενο συνδυαστικό ελάχιστο όριο για προηγμένα βιοκαύσιμα και RFNBOs στις μεταφορές λήγει μετά το 2030. Σε μια τέτοια περίπτωση, η μελλοντική ζήτηση για προηγμένα βιοκαύσιμα θα εξαρτάται περισσότερο από τις εθνικές πολιτικές.
Έτσι, ενώ από τη μία πλευρά η προνομιακή μεταχείριση των καυσίμων που παράγονται από ευρωπαϊκές πρώτες ύλες μπορεί να ενισχύσει τους παραγωγούς της ΕΕ, από την άλλη η απουσία ενός κοινού ευρωπαϊκού ελάχιστου στόχου μετά το 2030 μπορεί να περιορίσει την επενδυτική βεβαιότητα.
Μια νέα ισορροπία μετά το 2030
Το διαρρεύσαν έγγραφο σκιαγραφεί, συνολικά, μια διαφορετική ισορροπία στην ευρωπαϊκή πολιτική για τα ανανεώσιμα καύσιμα. Στο υδρογόνο, η κατεύθυνση φαίνεται να είναι προς μεγαλύτερη ευελιξία σε επίπεδο ΕΕ και απομάκρυνση από τις δεσμευτικές εθνικές υποχρεώσεις. Στα βιοκαύσιμα, αντίθετα, ενισχύεται η σύνδεση της πολιτικής με την ενεργειακή ασφάλεια, τις ευρωπαϊκές πρώτες ύλες και την εγχώρια παραγωγή.
Η RED IV βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση και οι προβλέψεις του εγγράφου εργασίας δεν αποτελούν τελική πολιτική απόφαση. Το βασικό μήνυμα, ωστόσο, είναι ότι μετά το 2030, η ευρωπαϊκή πολιτική για τα ανανεώσιμα καύσιμα ενδέχεται να βασιστεί περισσότερο σε έναν συνδυασμό ευρωπαϊκών στόχων, εθνικών πολιτικών, μηχανισμών αγοράς και κινήτρων που συνδέονται με την ευρωπαϊκή παραγωγή.