Offshore αιολικά: Ιδρύθηκε το SPV για τις μελέτες – Θυγατρική κατά 100% της ΕΔΕΥΕΠ σε πρώτη φάση
Η ΕΔΕΥΕΠ προχώρησε στην ίδρυση της εταιρείας ειδικού σκοπού (SPV) που θα αναλάβει τη διενέργεια των ανεμολογικών και βυθομετρικών μελετών για το πρώτο «κύμα» υπεράκτιων αιολικών πάρκων, εκπληρώνοντας το σχετικό ορόσημο του Ταμείου Ανάκαμψης. Η σύσταση του φορέα ολοκληρώθηκε εγκαίρως, ώστε να τηρηθεί η προθεσμία της 30ής Ιουνίου που είχε τεθεί στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων που έχουν ενταχθεί στο RRF.
Σε αρχική φάση, το SPV αποτελεί 100% θυγατρική της ΕΔΕΥΕΠ. Ωστόσο, ο σχεδιασμός προβλέπει τη διεύρυνση της μετοχικής του σύνθεσης σε δεύτερο χρόνο, με τη συμμετοχή φορέων που μπορούν να ενισχύσουν τη χρηματοδοτική του επάρκεια και τη λειτουργία του. Σύμφωνα με πληροφορίες, στις σχετικές διαβουλεύσεις έχουν συμμετάσχει ο ΑΔΜΗΕ, τραπεζικά ιδρύματα, καθώς και ιδιωτικές επιχειρήσεις που συνδέονται με την ανάπτυξη του Εθνικού Προγράμματος Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων, όπως η Ελληνικά Καλώδια.
Πηγές της αγοράς, πάντως, επισημαίνουν πως το τελικό «μετοχολόγιο» είναι ήσσονος σημασίας ζήτημα, επισημαίνοντας ότι το κρίσιμο ζητούμενο είναι το SPV να διαθέτει την απαραίτητη οικονομική «δύναμη πυρός» ώστε να χρηματοδοτήσει τη διενέργεια των μετρήσεων. Όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά, η επιτυχία του εγχειρήματος θα κριθεί από το εάν οι έρευνες θα ξεκινήσουν άμεσα και θα ολοκληρωθούν εντός των προβλεπόμενων χρονοδιαγραμμάτων.
Η αποστολή του SPV είναι να προχωρήσει στη συλλογή των ανεμολογικών και βυθομετρικών δεδομένων που θα απαιτηθούν, για την ωρίμανση των περιοχών όπου προβλέπεται να εγκατασταθούν τα πρώτα εμπορικά offshore αιολικά. Τα στοιχεία αυτά θα αποτελέσουν τη βάση πάνω στην οποία θα σχεδιαστούν οι μελλοντικοί διαγωνισμοί παραχώρησης των θαλάσσιων οικοπέδων.
Όπως έχει γράψει το energypress, η ενεργοποίηση του SPV αποσυνδέεται στην πράξη από την εκκρεμή έγκριση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης Υπεράκτιων Αιολικών. Το πρόσφατο θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει στην ΕΔΕΥΕΠ να καθορίζει, με δική της πράξη, τις περιοχές ενδιαφέροντος όπου θα πραγματοποιηθούν οι έρευνες, χωρίς να απαιτείται να έχει προηγηθεί η οριστική έγκριση του Προγράμματος. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται να μην χαθεί πολύτιμος χρόνος και να προχωρήσει η απαραίτητη προεργασία για τις πρώτες παραχωρήσεις, πριν «κλειδώσουν» και επίσημα οι θαλάσσιες περιοχές.
Οι μετρήσεις θα επικεντρωθούν στις περιοχές που είχαν περιληφθεί στο πρώτο κύμα ανάπτυξης υπεράκτιων αιολικών, εξαιρουμένων των πιλοτικών έργων της Αλεξανδρούπολης. Πρόκειται για θαλάσσιες ζώνες ανοικτά της Εύβοιας, της Γυάρου, της ανατολικής Κρήτης και της Ρόδου, όπου σχεδιάζεται η ανάπτυξη έργων συνολικής ισχύος περίπου 1,3 GW.
Η αγορά αντιμετωπίζει θετικά την ίδρυση του SPV, θεωρώντας ότι αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό βήμα για την επανεκκίνηση του προγράμματος των offshore αιολικών, το οποίο παρέμενε ουσιαστικά στάσιμο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές ζητούν να υπάρξει σαφές χρονοδιάγραμμα τόσο για τη διεξαγωγή των μελετών όσο και για τα επόμενα στάδια του προγράμματος, ώστε να αποκτήσουν μεγαλύτερη ορατότητα για τις επενδύσεις τους.
Εξίσου σημαντικό θεωρείται να διαμορφωθεί εγκαίρως το μοντέλο διάθεσης των δεδομένων που θα συλλεχθούν, καθώς και το πλαίσιο ανάκτησης του κόστους των ερευνών από τους μελλοντικούς αναδόχους. Το μοντέλο του κεντρικού σχεδιασμού μέσω του SPV επιλέχθηκε ακριβώς για να επιταχύνει την ωρίμανση των έργων και να αποφευχθεί ο κατακερματισμός των ερευνών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αγορά ζητά να διασφαλιστεί εκ των προτέρων ότι οι μετρήσεις που θα γίνουν θα ικανοποιούν τις απαιτήσεις των επενδυτών, ώστε να μην χρειαστεί αυτοί να προχωρήσουν σε δικές τους μελέτες, για να «ακτινογραφήσουν» τα θαλασσοτεμάχια που τους ενδιαφέρουν. Ενδεικτικά, με βάση τους ίδιους παράγοντες, θα πρέπει να είναι δεδομένο πως η μελέτη θα είναι εξαντλητική αναφορικά με το αιολικό δυναμικό κάθε θαλασσοτεμαχίου, το οποίο είναι κρίσιμο για να εκτιμηθούν τα επίπεδα παραγωγής των υποψήφιων έργων.
Από την άλλη πλευρά, οι βυθομετρικές μελέτες στην παρούσα φάση δεν χρειάζεται να είναι εξαιρετικά αναλυτικές – γεγονός το οποίο μεταξύ άλλων θα ανέβαζε το κόστος για την αγορά των μετρήσεων της ΕΔΕΥΕΠ από τους ενδιαφερόμενους επενδυτές.