47% πιο ψηλοί λογαριασμοί της ΑΗΚ σε σχέση με το 2011
Πιο καυτοί γίνονται οι λογαριασμοί ηλεκτρισμού από τον νέο χρόνο, μετά από κάποιες ανάσες το προηγούμενο δίμηνο, λόγω μείωσης στις τιμές των καυσίμων. Τόσο η κάθετη αύξηση του κόστους καυσίμων για σκοπούς ηλεκτροπαραγωγής από τον Ιανουάριο, όσο και το 1% επιπρόσθετος ΦΠΑ, δείχνουν πως η αύξηση για την ίδια ακριβώς κατανάλωση μεταξύ του προηγούμενου (Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου) και του παρόντος διμήνου (Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου), είναι της τάξης του 5,1% σε πραγματικά ποσά. Σε σύγκριση με το αντίστοιχο δίμηνο του 2012, η αύξηση είναι της τάξης του 12,9%, παρά το γεγονός ότι η επιβάρυνση για το Μαρί ήταν τότε 6,96% έναντι 5,75% που είναι τώρα. Ρίγος προκαλεί η σύγκριση μεταξύ ιδίων λογαριασμών του πρώτου διμήνου του 2011 και του 2013, που είναι της τάξης του 47%. Κι αυτό γιατί τα καύσιμα ήταν αρκετά πιο φθηνά, ο ΦΠΑ ήταν 15% αντί 18% που είναι τώρα και δεν υπήρχε το χαράτσι του 5,5% λόγω της έκρηξης στο Μαρί.
Συγκεκριμένα, ο «Φ» υπολόγισε –με βάση τα πραγματικά δεδομένα– ότι ένα νοικοκυριό που θα καταναλώσει αυτό το δίμηνο 1.000 κιλοβατώρες, θα πληρώσει λογαριασμό ύψους €296,09, ενώ το προηγούμενο δίμηνο, θα πλήρωνε για την ίδια ακριβώς κατανάλωση €281.68. Η αύξηση οφείλεται στην άνοδο του κόστους καυσίμου από €562 σε €598 ανά μετρικό τόνο, όπως και στο 1% ΦΠΑ. Το αντίστοιχο δίμηνο του 2012 ο λογαριασμός για ίδια κατανάλωση θα ήταν €262,37, δηλαδή €33,72 λιγότερα απ’ ό,τι φέτος.
Αν συγκρίνουμε το 2011 – πριν την έκρηξη στο Μαρί, πριν την αύξηση κατά 3% του ΦΠΑ και με το τότε κόστος καυσίμου– σήμαινε λογαριασμό €201,79. Δηλαδή σήμερα πληρώνουμε €96 περισσότερα.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί, ότι η ανάσα που έδωσε η ΑΗΚ, με τη μείωση κατά 2 σεντ του κόστους κιλοβατώρας στους θερμοσυσσωρευτές από την αρχή του 2013, αν και σε κάποιο βαθμό αναπληρώθηκε από την παράλληλη αύξηση του ΦΠΑ από την αρχή του έτους όπως και κόστος καυσίμου, εξακολουθεί να δίνει συγκριτικά με το προηγούμενο δίμηνο κάποιες εξοικονομήσεις. Συγκεκριμένα, ένας τελικός λογαριασμός για κατανάλωση από θερμοσυσσωρευτές της τάξης των –πολύ συντηρητικών– 2.500 κιλοβατώρων, θα φέρει λογαριασμό της τάξης των €499,58. Η ίδια ακριβώς κατανάλωση το προηγούμενο δίμηνο, θα έφερνε λογαριασμό της τάξης των €527,46.
Όπως δείχνουν πάντως οι πραγματικοί αριθμοί που καταγράφονται από τον Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς, η μείωση που προσέφερε η ΑΗΚ, δεν ενθάρρυνε τους καταναλωτές να ανεβάσουν τον διακόπτη των θερμοσυσσωρευτών. Συγκεκριμένα, η ελάχιστη κατανάλωση του 24ώρου – που καταγράφεται συνήθως γύρω στις 3.30 τα ξημερώματα, συνεχίζει και μετά την 1η Ιανουαρίου μέχρι και χθες, να κυμαίνεται γύρω στα 290-300 μεγαβάτ, όσο δηλαδή ήταν και στο τέλος του περασμένου χρόνου, με μόνη εξαίρεση τα τελευταία δύο βράδια που οι θερμοκρασίες αυτές τις μέρες έπεσαν σε επίπεδα ρεκόρ. Ακόμα όμως και για τα βράδια αυτά είναι αμφίβολο αν η αύξηση στην κατανάλωση οφείλεται στους θερμοσυσσωρευτές ή σε άλλα μέσα θέρμανσης με ηλεκτρισμό.
Τα στοιχεία του «Φ», όπως και η εμπειρία πολλών εμπλεκομένων με την εμπορία και συντήρηση θερμοσυσσωρευτών, δείχνουν ότι ένα από τα εναλλακτικά κίνητρα, που θα οδηγούσαν σε μείωση των τελικών λογαριασμών και ενθάρρυνση της χρήσης των θερμοσυσσωρευτών, θα ήταν οι αλλαγές στις ώρες παροχής ηλεκτρισμού και κυρίως η μείωσή τους κατά 45-90 λεπτά, που θεωρούν ότι δεν θα είχε σημαντική μείωση στη θέρμανση μίας κατοικίας, αλλά θα έφερνε εξοικονόμηση της τάξης του 10% έως 15% στους λογαριασμούς.
(Φιλελεύθερος)