Βιομηχανικό ρεύμα: «Κουμπαράς» πέριξ των 200 εκατ. με κύρια πηγή χρηματοδότησης τα έσοδα από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων CO2 - Ιταλικό μοντέλο και επιπλέον 50 εκατ. από την αντιστάθμιση
«Κουμπαρά» πέριξ των 200 εκατ ευρώ το χρόνο, τον οποίο συνθέτουν η ελληνική εκδοχή του ιταλικού μοντέλου, η αύξηση των εσόδων από την αντιστάθμιση, μαζί με μια τρίτη παρέμβαση στην οποία δεν έχει ακόμη καταλήξει το ΥΠΕΝ, προβλέπει το κυβερνητικό πακέτο για το βιομηχανικό ρεύμα.
Το σχήμα στήριξης έχει οριστικοποιηθεί ως προς το βασικό του πυρήνα, οι ανακοινώσεις πιθανώς να γίνουν από εβδομάδα με την επιστροφή του υπ. Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου από τις ΗΠΑ, ενώ τα κεφάλαια που είναι αισθητά χαμηλότερα από εκείνα που είχε εισηγηθεί ο ΣΕΒ (285 εκατ το χρόνο) δεν θα προέλθουν από το κρατικό προϋπολογισμό.
Κύρια πηγή χρηματοδότησης των μέτρων θα είναι τα έσοδα από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων CO2, όπως εξηγούν κυβερνητικές πηγές, θυμίζοντας ότι δεν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια όπως έχει ξεκαθαρίσει το υπ. Οικονομικών.
Ταυτόχρονα διευκρινίζουν ότι η ελληνική εκδοχή του ιταλικού μοντέλου δεν μπορεί να παρεκλίνει απ’ αυτή που έχει εγκρίνει η Κομισιόν, προκειμένου να μη συναντήσει εμπόδια όταν θα υποβληθεί προς έγκριση στη DG Comp, η οποία παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις και αναμένει το ελληνικό πακέτο.
Στη πράξη αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό σχήμα στήριξης θα επιδοτεί κατά 25% την ετήσια κατανάλωση των επιλέξιμων ενεργοβόρων επιχειρήσεων, όπως ακριβώς και το ιταλικό, εξασφαλίζοντας για μια 3ετία σταθερή τιμή ρεύματος, μέσω ενός «ενεργειακού δανείου» πράσινου ρεύματος, ενώ η περίμετρος των ωφελούμενων θα είναι λελογισμένη και θα αφορά μόνο intensive energy consumers.
Τούτο σημαίνει ότι αποκλείονται σουπερ μάρκετ και μεγάλες εμπορικές αλυσίδες, όπως προέβλεπε η πρόταση του ΣΕΒ. Στο σενάριο που το πακέτο περιελάμβανε και non-intensive energy consumers, όπως λένε οι ίδιες πηγές, o κίνδυνος να απορριφθεί από τη Κομισιόν η παρέμβαση και να θεωρηθεί ως παράνομη κρατική ενίσχυση, θα ήταν πολύ μεγάλος.
Στη πραγματικότητα το ΥΠΕΝ προσμετρά και τις ευρύτερες ισορροπίες με τις Βρυξέλλες και έχει καταλήξει ότι δεν έχει νόημα σε αυτή τουλάχιστον τη φάση να δώσει μάχη για ακόμη καλύτερους όρους πέραν αυτών που εξασφάλισε η Ιταλία, ειδικά όταν έχει μπροστά του μια πληθώρα ανοικτών θεμάτων με τη Κομισιόν (από παλιά σχήματα στήριξης, μέχρι τις ΥΚΩ, κλπ).
1ος άξονας : Η ελληνική εκδοχή του ιταλικού μοντέλου
Ο πρώτος επομένως άξονας των μέτρων αφορά το ιταλικό μοντέλο, του οποίου ωστόσο η ελληνική εκδοχή δεν θα προβλέπει με την ίδια μαζικότητα επενδύσεις σε νέες ΑΠΕ ως αντιστάθμισμα για την επιδότηση στο ρεύμα των βιομηχανιών.
Οι ωφελούμενοι ναι μεν θα υποχρεούνται να ξεπληρώσουν το «δάνειο» σε βάθος χρόνου (σε ορίζοντα 20ετίας στην Ιταλία), επιστρέφοντας στο σύστημα πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας απ' αυτήν που απορρόφησαν, χωρίς ωστόσο τη δέσμευση να προβούν σε ένα «τσουνάμι» νέων φωτοβολταϊκών στην ήδη κορεσμένη ελληνική αγορά.
Το ελληνικό μοντέλο θα προβλέπει και αυτό την παροχή πράσινου ρεύματος στη βιομηχανία σε σταθερή τιμή για τρία χρόνια (65 ευρώ ανά MWh στην Ιταλία), ωστόσο λογικά θα «αποκλίνει» από την υποχρέωση κατασκευής ή χρηματοδότησης νέων έργων ΑΠΕ από τις ίδιες τις επιχειρήσεις που στην γείτονα δεσμεύονται να επιστρέψουν διπλάσια ενέργεια από αυτήν που απορρόφησαν σε ορίζοντα 20ετίας.
Σε μια συγκυρία όπου έχει ήδη αναπτυχθεί ένα τεράστιο χαρτοφυλάκιο φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα δεν εξυπηρετεί το να «πλημμυρίσει» η αγορά με ακόμη περισσότερα νέα έργα ΑΠΕ, όπως στην Ιταλία. Αλλωστε εκεί υπάρχει περισσότερος «ηλεκτρικός χώρος» για τέτοιες επενδύσεις απ’ ό,τι εδώ.
2ος άξονας : Η αύξηση των εσόδων από αντιστάθμιση
Ο δεύτερος άξονας αφορά το μηχανισμό αντιστάθμισης. Τα έσοδα από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων CO2 που εισπράττουν σήμερα οι βιομηχανίες ως αντιστάθμιση του αυξημένου ενεργειακού τους κόστους, πιθανότατα θα αυξηθούν.
Τα ετήσια σήμερα έσοδα για τη χώρα μέσω του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών της ΕΕ ανέρχονται σε περίπου 1 δισ. ευρώ και απ' αυτά, το 20% (200 εκατ ευρώ) καταλήγει στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις.
Η ευρωπαϊκή οδηγία προβλέπει ότι το ανώτατο πλαφόν βάσει του οποίου το ΥΠΕΝ έχει τη δυνατότητα να αυξήσει το παραπάνω ποσοστό είναι το 25%. Στη πράξη αυτό το επιπλέον ποσοστό 5% μεταφράζεται σε αύξηση εσόδων κατά 50 εκατ. το χρόνο για τις ελληνικές βιομηχανίες.
3ος άξονας
Το ΥΠΕΝ δεν φαίνεται να έχει ακόμη καταλήξει στο τρίτο άξονα που θα συνθέτει τον «κουμπαρά» των περίπου 200 εκατ ευρώ. Οι ασκήσεις και οι διεργασίες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, χωρίς να είναι σαφές κατά πόσο θα μπορούσε να αφορά κάποια χρηματοδότηση από κοινοτικά ταμεία. Το Σεπτέμβριο ο Πρωθυπουργός κατά την ομιλία του στη ΔΕΘ είχε μιλήσει για την ανάγκη να «ξεκλειδώσουν» πόροι για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας με κονδύλια του Ταμείου Εκσυγχρονισμού (Modernisation Fund).
Σχετικά πάντως με το θέμα των συμπληρωματικών μέτρων, κυκλοφορούν τελευταίως διάφορα σενάρια στην αγορά. Από τη μείωση του ΕΤΜΕΑΡ που πληρώνουν οι βιομηχανίες (εξαιρετικά δύσκολο καθώς πρέπει να γίνει κοινοποίηση στις Βρυξέλλες για να αλλάξει όλο το σχήμα), έως την ανακατεύθυνση πόρων από τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας για την ενίσχυση της βιομηχανίας.
Το τελευταίο συνοψίζεται σε μεγαλύτερες από τις σημερινές εκπτώσεις που δικαιούται η ενεργοβόρος βιομηχανία επί των χρεώσεων χρήσης συστήματος, μέσω της μεταφοράς σε αυτές μέρους από το κόστος ανακατανομής των μονάδων (redispatching) στο σύστημα για λόγους ευστάθειας (πρόταση ΕΒΙΚΕΝ).
Ανεξάρτητα πάντως των εργαλείων που τελικά θα χρησιμοποιηθούν, το κυοφορούμενο πακέτο του ΥΠΕΝ θα κριθεί από το πόσες τελικά επιχειρήσεις θα ωφεληθούν και κυρίως από το ύψος της έκπτωσης στη τιμή της μεγαβατώρας και κατά πόσο αυτή θα είναι αρκετή για να καταστήσει το ενεργειακό κόστος μια εγχώριας βιομηχανίας ανταγωνιστικό διεθνώς.
Σύμφωνα με πηγές της βιομηχανίας στο σενάριο μιας μείωσης στα επίπεδα των 20 ευρώ ανά μεγαβατώρα, μια ελληνική ενεργοβόρος επιχείρηση θα δει το ενεργειακό της κόστος να πέφτει στα 70-75 ευρώ/MWh έναντι 95-100 ευρώ/MWh που πληρώνει σήμερα.